Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

ΣΕΞ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ


 Τέντωσε τα κλαδιά της με τον πρώτο πρωινό ήλιο. Ένα ελαφρύ αεράκι την έκανε να ανατριχιάσει μέχρι το τελευταίο της φύλλο. Η άνοιξη αυτή την προκαλούσε, σαν να έπαιζε μαζί της, σαν να προσπαθούσε να της ξυπνήσει όλα εκείνα που της είχε πάρει. Δεν πειράζει. Τα πάντα είχαν μαλακώσει μέσα της. Ο χρόνος τα είχε σχεδόν ισορροπήσει. Σχεδόν δεν της έλειπε ο προηγούμενος εαυτός της. Είχε ξεχάσει πώς είναι να χτενίζει τα μαλλιά της, να δαγκώνει αμήχανα τα νύχια της και να βάφει περίτεχνα τα μάτια της για να σαγηνέψει εκείνον, και όχι μόνο. Ο καιρός είχε κυλήσει και είχε πάρει μια άλλη διάσταση. Στην αρχή ναι, είχε τρομοκρατηθεί με όλες τις αλλαγές που γίνονταν μέσα της. Πώς τα πόδια της μετατρέπονταν σε ρίζες βαθιές στο χώμα, πώς το κορμί της σιγά–σιγά γινόταν σκληρό γεμάτο ρόζους, πώς από το στέρνο της άρχισαν να φυτρώνουν μικρά κλαδιά που μπλέχτηκαν με τα χέρια της και έγιναν ένα, πώς τρυφερά φύλλα βγήκαν από τα δάχτυλά της και απλώθηκαν θρασύτατα παντού. Ούρλιαζε από τον αφύσικο πόνο μέχρι που η φωνή της χάθηκε. Τα μάτια της γούρλωναν από αυτό που έβλεπε να γίνεται μέχρι που έχασε τελείως τη ματιά της. Άντεξε να τα χάσει ξαφνικά και τα δύο, να εγκλωβιστεί στο καινούργιο της εγώ και να προσαρμοστεί. Δεν μπορούσε να ερμηνεύσει την αιτία και την αφορμή της μεταμόρφωσης. Όλα έγιναν τόσο μα τόσο ξαφνικά. Το μόνο που της άφησε εκείνη η άνοιξη ήταν η ακοή.
 Μπορούσε να νιώσει τον αέρα να φυσάει, να ακούσει τις φωνές των παιδιών που έπαιζαν στο πάρκο, το χτύπημα της μπάλας τους, τα κλάματα των απαιτητικών μωρών στα καροτσάκια, τις κουβέντες των ηλικιωμένων που κάθονταν στο παγκάκι δίπλα στον κορμό της, κάποιες νύχτες ακόμα και τα ντροπαλά φιλιά των άγουρων εραστών και τις υποσχέσεις τους που ήξεραν καλά πως δε θα τηρούσαν. Όλοι αυτοί οι ήχοι έκαναν τη μοναξιά της βασανιστική. Ανυπόφορη. Έκαναν τη νύχτα να φαίνεται ατελείωτη και τη μέρα θανατερά πνιγερή.
 Τέντωσε τα κλαδιά της με τον πρώτο πρωινό ήλιο. Πολύ προσεκτικά. Σχεδόν αθόρυβα. Δεν ήθελε να ανησυχήσει το αντρικό σώμα που είχε παγιδεύσει στον κορμό της.
 Είχε περάσει αρκετή ώρα από την τελευταία του τρεμάμενη ανάσα και τις κραυγές αγωνίας του. Πρέπει να είχε αποκοιμηθεί τώρα πια εξουθενωμένος. Και αυτός και οι προηγούμενοι πίστευαν ότι κάποιος θα τους βοηθούσε στο πάρκο όταν τα κλαδιά της τους γράπωναν και τους αγκάλιαζαν σφιχτά, παγιδεύοντάς τους. Τέτοια ώρα όμως δε βρισκόταν κανείς εκεί γύρω. Ήταν η ώρα που η μοναξιά της γινόταν απαιτητική. Σχεδόν επιτακτική. Έπρεπε με κάθε τρόπο να την ξορκίσει. Να τη δαμάσει. Ήθελε να νιώσει τη ζεστασιά ενός αντρικού κορμιού. Δεν ήταν ο πρώτος και σίγουρα δε θα ήταν ο τελευταίος. Αυτή η άνοιξη της είχε πάρει σχεδόν τα πάντα.

SEX IN THE GARDEN


 She stretched her branches with the early morning sun. A light breeze made her shiver to her last leaf. That spring provoked her as if it was playing with her, as if it was trying to wake up all those things taken from her. It doesn’t matter. Everything had softened inside her. Time had almost balanced everything. She nearly didn’t miss her former self. She had forgotten how it was like to comb her hair, to bite her nails awkwardly or to put on her make up to seduce him and not only him. Time had passed and had taken another dimension. At first she was terrified with the changes being held inside her. How her feet were turning into deep roots in the ground, how her body was becoming harsh full of knots, how small branches began to grow from her chest merging with her hands and becoming one, how tender leaves came out of her fingers and spread shamelessly .She was screaming with this unnatural pain until her voice was silenced.
 She stared in shock till she completely lost her sight. She could stand losing both, being trapped in her new self and adjust. She couldn’t explain the reason or the cause of her transformation. Everything happened so fast. That spring left her only with her hearing. She could feel the air blow, the children’s voices playing at the park, the strike of the ball, the demanding baby’s cry in the strollers, the elders’ small talk sitting at the bench close to her trunk, she could even hear the shy kisses of the young lovers and the promises they knew they wouldn’t keep. All theses sounds made her loneliness torturing. Unbearable. They made the night seem endless and the day deadly suffocating. 
 She stretched her branches with the early morning sun. Very carefully. Almost soundlessly. She didn't want to disturb the male body she had trapped in her trunk.
 A long time had passed from his last trembling breath and his cries of agony. He must have fallen asleep exhausted. He as well as the previous men believed that someone would help them when her branches grasped them and firmly embraced them, trapping them. But no one was near by that late. It was the time when her loneliness became demanding. Almost imperative. She had to exorcise it in every way. To tame it. She wanted to feel the warmth of a male body. He was not the first and he surely wouldn’t be the last. That spring had almost taken everything from her.

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Η ΜΠΛΕ ΠΟΡΤΑ



Το σπίτι με την μπλε πόρτα βρισκόταν στο κέντρο της πόλης. Ήταν το πιο παλιό και όλοι πέρναγαν από αυτό τουλάχιστον μία φορά την ημέρα. Δίπλα στην πλατεία, απέναντι από το ταχυδρομείο, κοντά στο σχολείο και την τράπεζα, λίγο πιο κάτω από το κουρείο. Και όμως κανείς δεν την είχε δει να βγαίνει από την πόρτα αυτή. Αλλά ούτε και να μπαίνει στο σπίτι αυτό. Τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια όλοι πίστευαν ότι ήταν ακατοίκητο. Η τελευταία του ένοικος είχε πεθάνει και περίμεναν τα παιδιά της να έρθουν από τα ξένα να το τακτοποιήσουν. Τα χρόνια περνούσαν και κανείς δεν ερχόταν. Το σπίτι μαράζωνε και ξεχνιόταν. Έμενε στην καθημερινή ρουτίνα των κατοίκων ως το σπίτι με την μπλε πόρτα και συνέχιζαν τη ζωή τους προσπερνώντας το καθημερινά. Προσπερνώντας το χρόνο και ό,τι αυτός κουβαλούσε.

Μέχρι που η σκιά στο παράθυρο εκείνη τη νύχτα ήταν αρκετή για να δημιουργηθεί αναταραχή. Ποια είναι, πότε ήρθε, πώς μπήκε, πώς και δεν την είδε κανείς να μπαίνει. Όσοι κι αν χτύπησαν την πόρτα της δεν άνοιξε. Όσοι κι αν την περίμεναν να βγει από το κατώφλι, απογοητεύτηκαν. Μονοπωλούσε τις κουβέντες των γυναικών περισσότερο, αλλά άρχισε να γίνεται και φόβος για τα μικρά παιδιά και πονοκέφαλος για τους άντρες. Μια μυστήρια φιγούρα που έπρεπε με κάθε τρόπο να διαχειριστεί η κοινότητα με σοφό τρόπο για να μην ταράξει περισσότερο τις ζωές τους. Άρχισαν δειλά–δειλά να παραφυλάνε στην πόρτα της, περιμένοντας μια κίνησή της. Ξεροστάλιαζαν με βάρδιες έστω για να ακούσουν τον παραμικρό ήχο που θα φανέρωνε ζωή και κινητικότητα πίσω από τούτη την μπλε πόρτα. Μάταιο. Την ημέρα οι ανεπαίσθητοι ήχοι που ίσως ακούγονταν καλύπτονταν από τη βουή του δρόμου και της πόλης. Για εκείνες τις ώρες κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά.
Τη νύχτα όμως όσοι στέκονταν στα σκαλιά της, κρατούσαν σχεδόν την ανάσα τους. Η φιγούρα της στο παράθυρο κάποιες φορές τους παρατηρούσε εξεταστικά, υπομονετικά. Εκείνες τις ώρες τους σάστιζε. Απόκοσμη σιγή, σχεδόν νεκρική. Ώσπου μια νύχτα η πόρτα άνοιξε με ένα παραπονεμένο τρίξιμο αχρηστίας. Στάθηκε στο κατώφλι της και πάγωσαν όλοι στη θέα της. Μια γυναίκα με έντονο κουρασμένο βλέμμα. Λες και η ζωή είχε περάσει από πάνω της με δραματικές συνέπειες. Λες και όλα τα βάσανα και οι λύπες ρίζωσαν σε αυτό το βλέμμα με σκοπό να βασανίζεται κάθε μέρα. Τους παρατηρούσε έναν–έναν στα μάτια και ήταν σαν να διάβαζε τις ζωές τους, όλους τους πόθους τους και όλα τα μυστικά τους. Τα μαλλιά της μακριά και αχτένιστα, θαμπά έπεφταν στους ώμους της και έμοιαζαν με απειλητικές γλώσσες έτοιμες να φαρμακώσουν για να την προστατέψουν. Ο χειμώνας απειλητικός και όμως εκείνη φορούσε ένα λεπτό πουκάμισο και μια φθαρμένη φούστα μέχρι τα γόνατά της. Ήταν ξυπόλητη και τα πόδια της είχαν κοκκινίσει στα μωσαϊκά αλλά δε φαινόταν να τη νοιάζει. Ούτε καν να την αφορά. Κύλησαν κάποια αναγνωριστικά λεπτά και για τις δύο πλευρές με μουδιασμένες αντιδράσεις. Δεν ήξεραν τι να κάνουν και τι να της πουν. Περίμεναν τόσο καιρό για αυτή τη στιγμή αλλά η εικόνα της και η ματιά της τους είχε καθηλώσει.
Τα ηνία τα πήρε εκείνη. Γυρνώντας το κεφάλι της στο πλήθος σαν να έψαχνε κάποιον. Το βλέμμα της έμεινε πάνω στο μικρό Μάξιμο, το δεκάχρονο μουγκό αγόρι που την κοίταζε κι αυτός τρομαγμένος σφίγγοντας το χέρι του παππού του που τον έσερνε μαζί του παντού. Χωρίς να αφήσει το βλέμμα της από πάνω του άρχισε να ξεκουμπώνει το πουκάμισό της. Άνοιξε το ρούχο της για να αποκαλύψει το πέτρινο στήθος της που ξεπρόβαλλε στο άγριο δέρμα της. Λες και το είχαν σμιλέψει πάνω σε μυτερά βράχια που δεν τα βλέπει ο ήλιος σχεδόν ποτέ, παρά μόνο τα χτυπάει αλύπητα ο αέρας και το σκοτάδι. Και πόσο σκοτάδι φαινόταν να κρύβουν μέσα τους! Πόσο αλλόκοτο και τρομακτικό ήταν το θέαμα για τους ανυποψίαστους κατοίκους της πόλης που άρχισαν να ουρλιάζουν και να τρέχουν στα σπίτια τους. Οι λίγοι θαρραλέοι που έμειναν είχαν κοκαλώσει στη θέση τους. Δεν τολμούσαν να την πλησιάσουν. Ο Μάξιμος έσφιγγε σφιχτά το χέρι του παππού του και εκείνος έσκυψε και της πέταξε χώμα και λάσπη. Το ίδιο έκαναν και οι άλλοι που βρήκαν το θάρρος τους αλλά πάντα από απόσταση, από τη θέση τους. Η γυναίκα κλείστηκε στο σπίτι. Η μπλε πόρτα χτύπησε δυνατά και ακούστηκε το μάνταλο.
Κανείς δεν ξέρει πώς δυναμώθηκε η οργή και ο θυμός αλλά πάνω από όλα ο φόβος. Κανείς δεν είδε ποιος πέταξε πρώτος το ποτισμένο στο πετρέλαιο πανί. Κανείς δεν είδε ποιος πέταξε πρώτος την πέτρα. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Όλα έγιναν στάχτη. Όλοι βγήκαν στην πλατεία να δουν τη φωτιά. Να δουν την αποκατάσταση της τάξης. Όλοι κοίταζαν τη φωτιά σιωπηλοί, απορροφημένοι στις σκέψεις τρόμου και ανακούφισης. Κανείς δεν πρόσεξε το Μάξιμο να φωνάζει τον παππού του που τον είχε χάσει μέσα στο πλήθος. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν θα μπορούσε να αναγνωρίσει εκείνη την άγουρη, ψιλή φωνή που έβγαινε από τα σωθικά του. Δεν την είχαν ακούσει ποτέ ξανά. Ο ίδιος δεν την είχε νιώσει ποτέ ξανά. Κοντοστάθηκε στην μέση της πλατείας σαστισμένος. Απέναντι από εκεί που ήταν μέχρι πριν από λίγο το σπίτι με την μπλε πόρτα…