Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΟ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Είχε περάσει πάρα πολλά βράδια σκέψης και μελέτης. Είχε καταστρώσει τόσα σχέδια. Έκανε μαθηματικές πράξεις με ό,τι είχε μάθει στο σχολείο μέχρι τότε. Χρησιμοποιούσε όλα τα όργανα που είχε από χάρακα μέχρι μοιρογνωμόνιο. Προσπαθούσε να υπολογίσει, να μετρήσει, να φτιάξει ένα χάρτη, να φτιάξει μια λίστα με τα υλικά που θα χρειαζόταν. Το πλάνο ήταν παράτολμο, απαιτούσε την ύψιστη συγκέντρωση και προσοχή, αλλά όταν θα το πετύχαινε θα ήταν το μεγαλύτερό του κατόρθωμα. Οι φίλοι του θα τον θαύμαζαν και θα μιλούσαν για αυτόν με σεβασμό, η δασκάλα του θα τον σήκωνε να μιλήσει στην τάξη, τα κορίτσια και ειδικά η Λουΐζα με τις φακίδες θα τον σκέφτονταν αλλά το πιο σημαντικό θα ήταν ότι εκείνη θα τον αγκάλιαζε και θα ένιωθε περήφανη για αυτόν. Θα τη φώναζε από το διπλανό δωμάτιο ή ίσως από την κουζίνα που θα ήταν με την ποδιά της και θα της το έδειχνε. Θα ήταν το μοναδικό παιδί που είχε παγιδεύσει ένα σύννεφο στο δωμάτιό του. Και η μαμά του θα σάστιζε αλλά ίσως μετά από λίγο να πήγαινε στο δωμάτιό της και να άφηνε ένα δάκρυ να κυλήσει από συγκίνηση όπως τότε στην πρωτοχρονιάτικη γιορτή στο σχολείο που μπέρδεψε τα λόγια του στο ποίημα που έλεγε.
Είχε σκεφτεί ότι θα το έβγαζε φωτογραφία. Ο μπαμπάς του είχε τη φωτογραφική μηχανή στο συρτάρι του. Ήξερε πώς να τη χρησιμοποιεί. Θα έκλεινε το παράθυρο να μη φύγει. Αυτό θα έκανε πρώτα και μετά θα το έβγαζε φωτογραφία. Θα καθόταν μαζί του να δει από τι είναι φτιαγμένο. Θα έβαζε λίγο από την ουρά του σε ένα βαζάκι. Έτσι για να το θυμάται αλλά και για να μπορεί να το μελετήσει. Μοιάζει άραγε με βαμβάκι; Θα διαλυθεί όταν το αγγίξει; Θα πρέπει να το βάλει στο ψυγείο το βαζάκι για να προσεγγίσει τη θερμοκρασία του ουρανού; Κι αν έκανε λάθος; Και πάλι το να μπει στο ψυγείο του φαινόταν σωστό. Θα έμενε μαζί του και ίσως έβρισκε μια φόρμουλα να το κρατήσει για πάντα κοντά του, να μεγαλώνει μαζί του, να αλλάζει σχήματα όπως εκείνος θα αλλάζει διαθέσεις. Προς το παρόν όμως έπρεπε να βρει τρόπο να το κατεβάσει από εκεί ψηλά. Δεν ήθελε να ρωτήσει τους μεγάλους για βοήθεια. Θα τον κορόιδευαν και όταν θα ερχόταν εκείνη η ώρα ήθελε να το έχει καταφέρει μόνος του.
Προσπαθούσε να το πιάσει κάθε μεσημέρι που όλοι κοιμούνταν στο σπίτι. Μέχρι να ανοίξουν τα σχολεία έπρεπε να βρει έναν τρόπο. Αλλά το καλοκαίρι τελείωνε και εκείνος ακόμα δεν τα είχε καταφέρει. Προσπάθησε να το τραβήξει με τα μαγνητάκια που είχαν στο ψυγείο και είχαν κολλημένες τις φωτογραφίες του και τις ζωγραφιές του. Δεν ήρθε. Προσπάθησε να το εγκλωβίσει με τη σκιά του και ζωγράφισε το είδωλό του στο σεντόνι του κάτω στην αυλή. Το είχε διαβάσει σε ένα βιβλίο και πίστεψε ότι θα έπιανε.  Η μαμά του τον μάλωσε πολύ για αυτήν την απερισκεψία. Έφτιαξε ένα χάρτη για να του ανοίξει δρόμο. Αλλά δεν ερχόταν με τίποτα. Άλλαζε μορφή και έτρεχε.
Την τελευταία μέρα το πήρε απόφαση. Στάθηκε στο παράθυρό του και το κοίταζε επίμονα. Ένιωθε ότι είχε αποτύχει. Ήταν πολύ μικρός ακόμα για να τα καταφέρει. Δεν είχε τις γνώσεις. Ίσως φέτος που θα μάθαιναν τα κλάσματα μπορεί να τον βοηθούσαν αλλά θα χανόταν και πάλι ο καιρός. Και τώρα το σύννεφο περνούσε αργά από την αυλή του σπιτιού του. Τόσο λευκό, τόσο παιχνιδιάρικο, τόσο αθώο, το ένιωθε δικό του. Η στιγμή ήταν δική του. Και καθώς το κοίταζε του μίλησε. Του μίλησε πολύ τρυφερά για όλο το καλοκαίρι που προσπαθεί να το φέρει κοντά του αλλά δεν τα καταφέρνει γιατί είναι μικρούλης. Του μίλησε για τη μαμά του και για τη Λουΐζα, τη δασκάλα του και τους συμμαθητές του και το ρώτησε αν είναι καλή ιδέα να διατηρήσει ένα μέρος του στο ψυγείο. Οι λέξεις έβγαιναν με δύναμη, σχημάτιζαν προτάσεις και έννοιες όλο αλήθεια. Σαν να έφευγε ένα μεγάλο βάρος από πάνω του για το μυστικό που κρατούσε και δεν μπορούσε να το φέρει εις πέρας. Σαν να το μαρτυρούσε μόνο σε εκείνο που έριχνε τη σκιά του στον κήπο, που είχε σχεδόν ακινητοποιηθεί λες και τον άκουγε. Και για μια στιγμή το ένιωσε ότι τον άκουγε. Ήθελε να τα ακούσει όλα και μετά να φύγει. Μήπως του έκανε και το χατίρι και κατέβαινε λίγο πιο χαμηλά για να το αγγίξει μόνο; Δε θα το έκλεινε στο δωμάτιό του, του το υποσχέθηκε.
Δεν ήξερε τι θα συνέβαινε τα υπόλοιπα καλοκαίρια της ζωής του και σίγουρα μπορεί να ξέχναγε πολλές στιγμές τους με τα χρόνια. Μπορεί τότε να καταλάβαινε ότι τα σύννεφα δεν παγιδεύονται στα παιδικά δωμάτια, είναι μια άπιαστη εικόνα για όταν σηκώνεις το κεφάλι ψηλά και βλέπεις τον ουρανό. Σίγουρα θα ξέχναγε τις φακίδες της Λουΐζας και τη φωτογραφική μηχανή του πατέρα του. Όμως ήταν σίγουρος ότι θα θυμόταν για πάντα αυτή τη σκηνή στο παράθυρό του. Εκείνο το καλοκαίρι που προσπαθούσε να στρώσει το πρώτο του μεγάλο σχέδιο για τη ζωή. Σε εκείνο το δωμάτιο που τώρα του φαινόταν μεγάλο και σε λίγα χρόνια θα τον έπνιγε. Θα θυμόταν για πάντα αυτήν τη στιγμή που μίλησε τόσο ζεστά και αληθινά με κάτι τόσο φευγάτο και για ένα λεπτό πίστεψε ότι μπορεί και να τα κατάφερνε. Θα θυμόταν για πάντα αυτή τη στιγμή για την ελπίδα που είχε μέσα του και για εκείνη τη φλόγα που τρεμόπαιξε. Για όσο κρατάει η εικόνα ενός σύννεφου σε μια αυλή.


THE CLOUD IN THE ROOM


He had spent too many nights of thought and study. He had made too many plans. He tried mathematical calculations with what he had learned at school by then. He used all the instruments he had from ruler to protractor. He tried to calculate, measure, make a map, make a list with all the materials that he would need. The plan was risky, demanded the highest degree of concentration and attention but when achieved it would be his greatest accomplishment. His friends would admire him and talk about him with respect, his teacher would make him speak in class. Girls and especially Louisa with her freckles would think of him but the most important of all would be that she would embrace him and feel proud of him. He would call her from the room next door or maybe the kitchen where she would be in her apron and he would show it to her. He would be the only kid having trapped a cloud in his room. His mom would be surprised but maybe after a while she would go to her room and let a tear roll down her cheek in deep sentimental mood. Just like when he had his New Year’s Eve celebration at school and he got confused with the poem’s lines he was saying.
He had though that he would take a picture. His dad had the camera in his drawer. He knew how to use it. He would close the window so that it wouldn’t leave. That would be the first thing he would do and then take a picture. He would sit with it and see what it was made of. He would put a bit of its tail in a jar just to remember and study it. Does it look like cotton? Will it dissolve when touched? Will he have to put the jar in the refrigerator to reach the temperature of the sky? And what if he was wrong? Still to put it in the fridge seemed right. He would stay with it and he might find a formula to keep it with him forever, to grow up with him, to change shapes like he will change moods. In the meantime however, he had to take it down from the sky. He didn’t want to ask the adults for help. They would taunt him and when time would come he would like to have done it all by himself.

He tried to catch it every afternoon when everyone was asleep in the house. He had to find a way until the opening of the school but the summer was ending and he still hadn’t worked it out. He tried to pull it with the magnets that they had on the fridge with his photos and drawings on. It didn’t come. He tried to trap it with its shadow and he drew its idol on a sheet on the courtyard. He had read it in a book and believed that it would work. His mom scolded him so much for this thoughtlessness. He made a map to open up a road for it but it didn’t come. No matter which method used. It changed its form and ran away.
The last day he made his decision. He stood at his window and stared at it. He felt that he had failed. He was still too young to make it without the proper knowledge. Maybe this year when they would study the fractions could be useful but still a lot of time would be wasted. And now the cloud was passing slowly from the courtyard of his house. So white, so playful, so innocent. He felt it his own. The moment was his. He talked to it as he watched it. He talked tenderly about his efforts during the summer to bring it down in vain because he is so small. He talked about his mom and Louisa, his teacher and his classmates and he asked if it would be a good idea to keep a part of it in the fridge. The words came out strongly, forming sentences and meanings full of truth. It was as if a huge weight left him for the secret he kept and couldn’t complete. It was as if he whispered it only to the cloud that had almost stopped moving and listened to him, throwing its shadow to the garden. And for a moment he felt that it listened. He wanted it to hear everything and then leave. Would it make him a favor and lower a bit just to touch it? He wouldn’t shut it in the room, he promised.
He didn’t know what would happen during the summers of the rest of his life and he would surely forget many moments through the years. He would then understand that clouds cannot be trapped in children’s rooms, an elusive image when you lift your head and see the sky. He would definitely forget Louisa’s freckles and his father’s camera. But he was certain that he would always remember this scene by the window that summer when he was trying to pull his first major plan in life. In that room that now seemed large and in a few years it would struggle him. He would always remember the moment he spoke in such a true and warm way with something so faint. For a minute there he almost believed that he could make it happen. He would always remember that moment for the hope within and for that sparkle flickering. For as long as the image of a cloud in a courtyard lasts.

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΚΑΣΣΙΟΠΗ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΓΑΤΩΝ





Ήταν ξαπλωμένη νωχελικά στο λιμάνι. Στη θέση της. Άραζε στα μπλεγμένα δίχτυα του το ξημέρωμα όταν γύριζε από το ψάρεμα. Κάποιες φορές είχε τρυπώσει και στη βάρκα αλλά δεν την κατάλαβε ή έκανε ότι δεν την κατάλαβε. Ήταν η μοναδική μαύρη γάτα του νησιού. Η δική της ουρά ξεχώριζε ανάμεσα στις εκατοντάδες άλλες. Και ήταν κάτι αυτό όταν οι γάτες ήταν κατά πολύ περισσότερες από τους μόνιμους κατοίκους, ψαράδες ως επί το πλείστον που τις σέβονταν και τις θεωρούσαν σχεδόν ιερές, δυνατές, με τη γνώση του σύμπαντος στο βλέμμα τους. Η ίδια ήταν η πιο απόμακρη και μυστήρια. Η πιο άγρια και ατίθαση. Τόσο σκοτεινή όσο η νύχτα . Για αυτό και της άρεσε και τόσο. Τα πρωινά πάντα λιαζόταν και κοιμόταν κοντά στη βάρκα του. Το σούρουπο σαν να ξυπνούσε και ρουφούσε όλη την ενέργεια. Ήταν έτοιμη για αλητείες. Θα εξαφανιζόταν για λίγο στο λόφο αλλά θα γύριζε πίσω για να είναι κοντά του. Σαν ερωτευμένη μαθητριούλα θα του νιαούριζε και θα τριβόταν στα πόδια του όταν έκανε ένα τσιγάρο και έβλεπε τα άστρα. Κι εκείνος λάτρευε το νυχτερινό ουρανό και τον χάζευε με τις ώρες. Της είχε δώσει το όνομα Κασσιόπη ένα βράδυ που τα ζιγκ ζαγκ που έκανε η γάτα κυνηγώντας ένα μεγάλο κουνούπι έμοιαζαν με το σχήμα του αστερισμού. Τον κοίταζε πάντα με το ανέκφραστο βλέμμα της αλλά εκείνος έβλεπε όλη την τρυφεράδα της.
Κανέναν άλλο δεν πλησίαζε στο νησί. Έβγαζε τα νύχια της και όλη της την επιθετικότητα. Το περίεργο ήταν ότι ούτε οι υπόλοιπες γάτες της έδιναν σημασία. Κρατούσαν μια απόσταση από αυτή λες και τη φοβούνταν. Καθώς μεγάλωνε η εικόνα αυτή παραξένεψε και τους κατοίκους που τη θεωρούσαν αντί για καλότυχη και πηγή ευημερίας όπως τις υπόλοιπες , κατάρα και σημάδι συμφοράς. Μόνο σε εκείνον ηρεμούσε και καθόταν να της χαϊδέψει το κεφάλι και να παίξει με την ουρά της. Κι ήταν ο μόνος που της έδινε από την ψαριά του. Ο μόνος που νοιαζόταν για την Κασσιόπη. Ο μόνος που την υπερασπιζόταν όταν ξεκίνησαν να ζωγραφίζουν τις πόρτες των σπιτιών τους λευκές για να αντισταθούν στη δύναμή της. Ο μόνος που τους μάλωνε όταν μαζεύονταν στο λιμάνι για να δουν τι θα κάνουν αφού δεν μπορούσαν να τη διώξουν από το νησί. Τα έβαζε μαζί τους για την αδικαιολόγητη στάση τους. «Δεν είναι παρά μια γάτα, ηρεμήστε. Όπως φροντίζετε τις άλλες θα φροντίζετε κι αυτήν», φώναζε να ακουστεί η φωνή του. Συνήθως την έπνιγαν η δική τους αγανάκτηση και θυμός. Και ο καιρός περνούσε. Και σταμάτησαν να του μιλάνε. Τον έβαλαν σε μια απομόνωση κοινωνική. Και η Κασσιόπη γινόταν όλο και πιο ψυχρή. Σαν να καταλάβαινε ότι όλοι τη μισούσαν όλο και περισσότερο. Είχε γίνει από αδιάφορη επιθετική και σε ανθρώπους και σε γάτες. Το σώμα της ήταν γεμάτο σημάδια κάθε μέρα από τους καβγάδες και το κυνηγητό. Στο λιμάνι κοντά του ήταν η μόνη παρηγοριά και γαλήνη της. Ένιωθε ασφάλεια και εκείνος το θεωρούσε καθήκον του πλέον να την προστατέψει. Οι δυο τους με ένα μυστικό κώδικα επικοινωνίας ενάντια στην παράνοια και τη βλακεία.
Το καλοκαίρι πέρασε με τους δυο τους να είναι πλέον σαν απειλή. Τον απέφευγαν. Κάποιοι είχαν γράψει βρισιές και απειλές στη βάρκα του αλλά τις είχε περάσει με μπογιά την επόμενη μέρα. Συσπειρωμένοι στη βάρκα του , στο ψάρεμα, στα δίχτυα του, στο μικρόκοσμό του όπου κανείς δεν μπορούσε να εισχωρήσει παρά μόνο με λόγια που φρόντιζε να σβήνει. Προσπαθούσε να μην αφήνει σημάδια πίσω του. Πέρασε έτσι κι ο χειμώνας με μια ένταση που με ένα μαγικό τρόπο σταμάτησε στις αρχές της άνοιξης. Τους άφησαν στην ησυχία τους. Στην απομόνωση αλλά κανείς δεν τους ενόχλησε. Τον έβλεπαν στην αγορά και άλλαζαν δρόμο, τον απέφευγαν, ο ίδιος γινόταν πιο ψυχρός και πιο άγριος από τη γάτα του. Η Κασσιόπη πλέον δεν έφευγε από δίπλα του, τον ακολουθούσε παντού και έμενε στη βάρκα του συνέχεια. Είχε μεταμορφωθεί σε μια γάτα φοβισμένη και αδύναμη.
Η επίθεση έγινε ξαφνικά το ξημέρωμα. Σκιές φάνηκαν στο λιμάνι , βήματα προσεκτικά, μετρημένα, κάτι που γυάλισε και έμοιαζε με μαχαίρι, μια κραυγή που την πήρε ο πρωινός άνεμος, η επίθεση της Κασσιόπης με τα νύχια της και τα νιαουρίσματά της που ξεσήκωσαν τον τόπο μέχρι που σίγασαν κι αυτά, φλόγες που τύλιξαν τη βάρκα, το τρέξιμο των σκιών τώρα να γίνεται απροκάλυπτα προς όλες τις κατευθύνσεις, σιωπή μετά που κάλυπτε τα πάντα. Μόνο οι φλόγες ακούγονταν να γλείφουν το σαπισμένο σκαρί μέχρι που σώπασαν κι αυτές.
Το νησί των γατών συνέχισε από κει που είχε μείνει, με τη φροντίδα των αναρίθμητων μελών της που φέρνουν καλοτυχία και πλούτη στους ψαράδες. Η Κασσιόπη δεν αναφερόταν ποτέ. Ήταν ένας αστερισμός που μπορούσες να διακρίνεις στον ουρανό με λίγη προσπάθεια. Τίποτε άλλο.

CASSIOPEIA IN THE ISLAND OF CATS



She was lying lazily at the harbor, her favorite spot. She used to lie down on his tangled nets at dawn when he got back from fishing. She sometimes hid in the boat but he didn’t see her or pretended not to have seen her. She was the only black cat of the island. Her tail made the difference among the other hundreds. It was really something when the cats outnumbered the residents, fishermen the most, who respected them and thought they were almost holy, strong, with the knowledge of the universe in their look. She was the most distant and mysterious, wild and untamed, dark as the night. That’s why she liked it that much. She used to catch the sun in the morning and sleep by his boat. At dusk it was as if she woke up and sucked all the energy, ready for strolling. She would get lost up in the hill but she would get back just to be with him, like a schoolgirl in love she would meow and rub on his feet while he smoked and watched the stars. Ηe loved the night sky and he would gaze it  for hours. He named her Cassiopeia one night after the numerous zig-zags that the cat made while chasing a large mosquito which looked like the constellation. She always looked at him in an inexpressible look but he always found all the tenderness in it. 
She approached no one else on the island. She showed them all her nails and her aggressiveness. The strange thing was that the other cats of the island paid no attention to her either. They kept a distance as if they were afraid of her. It was that thing that surprised the locals and started thinking of her as a curse and a sign of bad luck instead of well-being and wealth as the rest of the cats. She would stay calm to be caressed on the head and on the tail only in his lap. He was the only one to feed her from the fish he caught.  The only one to care for Cassiopeia, to defend her when the others started drawing the doors of their houses white just to resist her power, the only one who scolded them when they gathered at the port to see what they would do since they couldn’t get her off the island. He was furious at them for their unreasonable attitude. «She’s no more than a cat, calm down. As you take care of the others, you will take care of her as well » he shouted for his voice to be heard. It was usually drowned by their indignation and anger. As time passed the locals stopped talking to him, they put him in a social isolation. Cassiopeia was turning into a cold creature as if she understood that everyone hated her more and more each day. She had became aggressive to people and cats from indifferent. Her body was full of scars from every day fights and chase. Her only consolation and serenity was near him at the harbor. She felt secure and he now considered it his duty to protect her. The two of them with a secret communication code against insanity and stupidity.
The summer passed with the two of them being a threat. They avoided him. Some had written threats and insults on his boat but he had painted them the next day. Bonded in his boat, during fishing, at his nets, in his microcosm where no one could enter but with words that he managed to erase. He tried not to leave marks behind. Winter passed with an intensity that magically stopped in early spring. They left them alone, nobody bothered them. They saw him in the market and changed their way and he became colder and wilder than his cat. Cassiopeia no longer left by his side, followed him everywhere and stayed in his boat all the time. She had transformed into a scared and weak cat.
The attack took place suddenly at dawn. There were shadows at the harbor, careful steps, measured, something shining and looking like a knife, a cry taken by the morning breeze, Cassiopeia’s attack with her claws and miaows that rouse the place but soon got muted, flames wrapping the boat, shadows now openly running in all directions and then silence covering everything. Only the flames licking the rotten hull could be heard until they were silent.
The cat island continued from that point on with the care of the innumerable members that bring good luck and fortune to the fishermen.  Cassiopeia was never mentioned. She was a constellation in the sky you could see with a little bit of effort.  Nothing more.