Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ

Ακολουθεί αυτή τη μυρωδιά. Που δεν ξέρει τι είναι αλλά νεκρώνει σχεδόν τα ρουθούνια του και μουδιάζει το σώμα του. Υπνωτισμένος βαδίζει προς τα εκεί. Προς την πηγή. Προς αυτό που γαργαλάει σκανταλιάρικα τη διάθεσή του. Είναι η νύχτα. Είναι η συγκεκριμένη νύχτα της εβδομάδας που τη νιώθεις διαφορετική. Άνοιξη στην πόλη. Φώτα, ενέργεια, βλέμματα, ερωτισμός, νεραντζιές ανθισμένες. Είναι η νύχτα του. Θα τριφτεί στις γυμνές γάμπες των γυναικών, θα ζητιανέψει εκβιαστικά σχεδόν τα χάδια των απαλά αρωματισμένων χεριών  αλλά και των πιο αθώων και άγουρων με φαγωμένα νύχια, θα νιώσει τρυφερές προσφωνήσεις να βγαίνουν από έντοναβαμμένα χείλη ίσως πρόσφατα φιλημένα, μόνο για εκείνον.

Θα πάρει στο κατόπι θηλυκά τετράποδα που δεν του δίνουν καμία σημασία αλλά και μυστηριώδη, μοναχικά δίποδα που θα του μιλήσουν σχεδόν στοργικά. Θα κουνήσει με ενθουσιασμό την ουρά του στις τυχοδιωκτικές συναντήσεις με ανυπεράσπιστες γάτες σε σκοτεινά σοκάκια. Όλα είναι εκεί έξω. Παρέες στους δρόμους, φρέσκοι άνθρωποι που σουλατσάρουν, δειλά αγγίγματα σε πρώτα ραντεβού, γέλια, εκτόνωση, κουβέντες που έχουν μόνο αρχή αλλά όχι και τέλος. Σάββατο βράδυ στην πόλη που είναι το σπίτι του, οι εφήμεροι έρωτες του, οι αλητείες του, το φαγητό που βρίσκει ή που τουλάχιστον ξέρει πού πρέπει να πάει για να του χαριστεί, το υπαίθριο στρώμα του, ο δρόμος πουδεν σταματάει πουθενά. Και είναι αυτός ο ίδιο δρόμος που μοιράζεται πλέον. Αυτοσχέδια στρώματα από χαρτόνι και φθαρμένες κουβέρτες, άνθρωποι αόρατοι που θα κοιμηθούν σφιχτά κρατώντας τον για ζεστασιά και παρέα, πολλές φορές και για να διώξουν το φόβο. Αναζήτηση μικρών θησαυρών στους κάδους σκουπιδιών με ή χωρίς αξιοπρέπεια. Σκοτεινά  αδιέξοδα βλέμματα. Αδέσποτοι άνθρωποι όπως κι αυτός. Σάββατο βράδυ στην πόλη που αλλάζει συνήθειες και εικόνες αλλά όχι μυρωδιά. Όλα είναι εκεί έξω.



SATURDAY NIGHT

He’s following that smell. He doesn’t know what it is but it kills his nostrils and numbs his body. He’s moving towards it like hypnotized. Towards the source. To what tricky tickles his mood. It’s the night. It is that specific night of the week that you feel it different. Spring time in the city. Lights, energy, glances, sensuality, bitter orange blossom. It is his night. He will rub himself at the naked women’s legs, he will almost beg for the caresses of slightly scented hands or even the more innocent ones with the bitten nails. He will feel the tender callings coming out of the vividly colored lips, maybe recentlykissed, only for him.
He will follow four legged females who don’t give a damn about him but also mysterious, lonely two leggedones who will talk to him with affection. He will enthusiastically shake his tail when he adventurously finds helpless cats in dark alleys. Everything is out there. Friends in the streets, youngsters strolling, shy toucheson first dates, laughs, defusing, talks that have a beginning but not an end. Saturday night in the city he calls home with his ephemeral loves, his vagrancies, thefood he finds or at least he knows where to go to be served, his outdoor mattress, the never ending road. And it is that same road that he gets to share now. Homemade carton mattresses and used blankets, invisible people that will go to sleep tightly holding him for warmth andcomfort. Some times to even draw fear away. Looking for small treasures in garbage cans with or without dignity. Dark helpless looks. Stray people just like him. Saturday night in the city that changes its habits and images but not the scent. Everything is out there.

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ

Κρατούσε την κούπα του καφέ λες και ήταν αγαπημένο σώμα γυναίκας. Τα δάχτυλα του καίγονταν αλλά εξακολουθούσε να τη σφίγγει. Πρώτη ρουφηξιά από το τσιγάρο. Το πρώτο της ημέρας. Κυριακή ξημερώματα στη μικρή του κουζίνα, με θέα τον ακάλυπτο και το πρώτο φως που χαράζει λίγη αισιοδοξία. Το τελευταίο του τσιγάρο στο πακέτο. Δεν είχε σκοπό να αγοράσει άλλο μέχρι το τέλος της εβδομάδας. Κάθε του ρουφηξιά ήταν αχόρταγη, άγριαστα όρια της αδέξιας. Έβλεπε τον καπνό να αιωρείται μέχρι τα απέναντι μπαλκόνια. Σκονισμένα κάγκελα, μπουγάδες, μισοξεραμένοι βασιλικοί. Να τρυπώνει στις γρίλιες των  κλειστών  πατζουριών. Κρεβατοκάμαρες που κρύβουν αγκαλιές, παράθυρα κουζίνας με αγουροξυπνημένα και αχτένιστα κεφάλια που κουτουλάνε στα ντουλάπια ψάχνοντας για το βάζο με τη ζάχαρη. Χουζούρι που σκεπάζει σκέψεις και διαθέσεις. Κυριακάτικο πρωινό στην πόλη. Μέσα στη νεκρική σιωπή από μακριά ο ρυθμικός ήχος της  καμπάνας. Τώρα πια την είχε συνηθίσει ακόμα κι αυτή. Όπως είχε συνηθίσει να βλέπει να συσσωρεύονται οι λογαριασμοί καρφιτσωμένοι στην πόρτα του ψυγείου. Μαζί με αυτούς να πολλαπλασιάζονται τα άγχη και οι φοβίες του.
Κυριακή πρωί. Εκείνη κοιμόταν ακόμα στο κρεβάτι του με τα σεντόνια να χαϊδεύουν με αναίδεια το γυμνό της σώμα  και τα μαλλιά της να μπλέκουν στο πρόσωπό της και στην αθόρυβη ανάσα της. Άνοιξη στην πόλη. Χωρίς πολλά λεφτά. Αλλά και πότε υπήρξαν πολλά;  Έμεινε στο μικρό του μπαλκόνι για όσο κρατάει ένα τσιγάρο. Χάζεψε λίγο ακόμα έξω το αστικό τοπίο και πιο πολύ μέσα του. Πείσμα για όλα εκείνα που θα έρθουν αλλά και μια λαχτάρα για πρωινά φιλιά. Τελευταία ρουφηξιά. Έσβησε το τσιγάρο του, άλλη μια γουλιά καφέ και γρήγορα μέσα, να κουρνιάσει δίπλα στο ζεστό της σώμα.

SUNDAY MORNING

He held his cup of coffee as if it were a beloved body of a woman. Though his fingers were burning he still held it. First smoke of a day. Sunday morning in his small kitchen overlooking the urban backyard with the first light glowing a bit of hope. Last cigarette in the packet. He didn’t intend to buy another one till the end of the week. Every puff was wild, greedy almost clumsy. He saw the smoke floating to the opposite balconies. Dusted railings, laundries and almost dead basils. He watched it sneak into sealed blinds. Bedrooms full of hugs, kitchen windows with just woke up and uncombed people bumping on the cupboards looking for the sugar jar. Snoozing that covers up thoughts and moods. Sunday morning in the city. The rhythmic church bell sound coming from far away in the deathly silence. He was now used to it. He was also used to the pile of bills on the door of his fridge. And they multiplied as long as his anxieties and fears.
Sunday morning. She was still sleeping in his bed with the sheets rudely caressing her naked body and her hair getting in her face and in her breathing. Spring time in the city. Not much money in the pocket. But were there ever enough? He stayed out at his small balcony for as long the cigarette lasted. He gazed the external urban scenery and his internal one. Stubbornness for all things to come and a lust for morning kisses. Last puff. He put out his cigarette, had another coffee sip and hurried inside to lay down beside her.