Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2019

BLUE ENTER - I/III - ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΒΟΥΤΙΑ

Τυλίχτηκε περισσότερο στο μπουφάν και στο κασκόλ του. Έμοιαζε σε κάποιον εξωτερικό παρατηρητή ότι πάλευε μαζί τους. Δε γινόταν να σφίξει περισσότερο το μάλλινο κασκόλ στο λαιμό του και , όσο κι αν προσπαθούσε, το λεπτό μπουφάν του δε θα του πρόσφερε περισσότερη ανακούφιση. Τώρα που το καλοσκεφτόταν, θα έμοιαζε έτσι κι αλλιώς τουλάχιστον περίεργος σε οποιονδήποτε εξωτερικό παρατηρητή. Έσκασε ένα χαμόγελο στιγμιαία. Παραμονή Πρωτοχρονιάς να βολτάρει άσκοπα στην κλειστή αγορά του Λαράς, με ένα κρύο που δε θα το φανταζόταν ποτέ για το Μαρόκο. Άναψε το τσιγάρο, που το καθυστερούσε εδώ και ώρα, και χάζεψε τα λιγοστά μαγαζιά λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Κάτω από τις σιέλ καμάρες, αφίσες με χορταστικά αραβικά γράμματα που είχαν από καιρό ξεφτίσει. Ένα καλντερίμι γεμάτο άδεια καφάσια με τα λαχανικά που είχαν πουληθεί μες στην ημέρα, νέον φώτα που τρεμοπαίζανε, γάτες που είχαν κουρνιάσει σε σκοτεινές γωνίες, καλάθια, κοφίνια, κελεμπίες που κρέμονταν στις βιτρίνες, μια μυρωδιά κάποιου μπαχαρικού που του θύμιζε ένα φαγητό που έφτιαχνε η μάνα του αλλά, όσο κι αν έστυβε το μυαλό του, δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιο ήταν αυτό. Μόνο  ένας νεαρός που καθόταν νωχελικά πίσω από το βρώμικο πάγκο και ετοίμαζε ζεστό τσάι και ο Μάνος υπήρχαν σε αυτήν τη μεγάλη και γεμάτη υγρασία στοά.  
Ο Μάνος είχε ακολουθήσει έναν μεγάλο έρωτα, ή καλύτερα την υπόσχεσή του, που λίγο μετά την προσγείωση στο Μαρόκο, ξεφούσκωσε μετά από έναν ακόμα μεγαλύτερο καυγά. Δε βαριέσαι, μπήκε και στο αεροπλάνο για πρώτη φορά στη ζωή του και θα απολάμβανε και μια μέρα μόνος του σε αυτόν τον αλλόκοτο τόπο. Τόσο κρύο όμως δεν το χωρούσε ο νους του. Όπως δε χωρούσε και το ότι έβλεπε μπροστά του την πόρτα του πατρικού του σπιτιού. Αν είναι ποτέ δυνατόν! Τόσα χιλιόμετρα μακριά από την Καλλιθέα και να βλέπει τη μεταλλική πόρτα της μονοκατοικίας όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Προσπέρασε τον τύπο που πουλούσε τσάι, χωρίς να δίνει σημασία σε αυτό το ακατάληπτο που του μουρμούρισε, και πήγε κοντά σε αυτήν την είσοδο. Μα ναι, ήταν η ίδια, είχε και εκείνο το στράβωμα στο χερούλι, που όλο έλεγε να το φτιάξει ο συγχωρεμένος ο πατέρας του και τελικά παρέμενε έτσι να τρίζει και να σε ζορίζει στο ξεκλείδωμα. 

Τρόμαζε στην ιδέα να την ανοίξει αυτήν την πόρτα της παιδικότητάς του αλλά από την άλλη ένιωθε ότι έπρεπε να το κάνει. Είχε σαρανταρίσει και, ως τώρα, αυτή σίγουρα ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη ζωή του. Έπιασε το παγωμένο χερούλι και έκλεισε τα μάτια του.  Στο πίσω μέρος του μυαλού του ίσως και να το είχε ήδη μετανιώσει. Βουτιά στον καινούργιο χρόνο ή επιστροφή στο παρελθόν; Δεν ήταν σίγουρος για την απάντηση. 

BLUE ENTER - I/III - COLD DIVE

He wrapped himself in his jacket and scarf. An observer would think that he was fighting with them both. It was impossible to get that woolen scarf tighter on his throat and, as much as he tried, his thin jacket would not keep him warmer. Now that he thought of it, anyone would think he was at least odd to begin with. He instantly smiled. There he was on New Year’s Eve, aimlessly strolling at Larache’s Medina with an unimaginable cold for what he thought of Morocco’s winter. He lit the cigarette that he delayed for long and looked at the few stores, just before midnight. There were posters faded long time ago with big Arabic letters under the light blue arches. A narrow street filled with empty plastic baskets of all the vegetables that had been sold during the day, flickering neon lights, cats curled up in dark corners, baskets, skeps, colorful robes hanging behind windows, a scent of a spice that reminded him of a food that his mother cooked for him but, as much as he tried, he could not remember which one it was. Only Manos and a young man who sat lazily behind the dirty counter preparing hot tea were the only people in this big and humid medina.
Manos had followed his big love, or we should better call it the promise of it, that deflated after an even bigger fight the minute he set his foot in Morocco. It’s ok, he got into a plane for the first time in his life and he would enjoy a day all by himself in this strange place. But he was not prepared for so much cold. Not that he was prepared to see the door of his father’s house in front of him. How could that ever happen? He was so many miles away from Kallithea and yet he saw the metal door of the house where he spent his childhood. He passed by the guy who was selling tea, without paying any attention to the incomprehensible words coming out of his mouth, and approached that entrance. It was definitely the same door, it even had that warp on the handle, the one that his belated father promised to fix, but never did, and it was left like that to squeak and made your life difficult to unlock it. 

He was afraid to open the door of his childhood but, on the other hand, he felt that he had to. He was over forty years old and this was the biggest challenge he had to face by now. He touched the frozen handle and closed his eyes. Deep down maybe he had already regretted it. A dive into New Year or back to the past? He was not sure about the answer.

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2018

Η ΦΩΝΗ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ- III/III - Η ΜΟΝΗ ΦΩΝΗ


Η Φεβρωνία εξακολουθούσε να χαζεύει ακόμα την πόλη από τη βεράντα της. Ήταν η ώρα που έκλειναν τα εμπορικά καταστήματα και ξεκινούσε η κίνηση. Αν και ήταν στον δέκατο τρίτο όροφο τα κορναρίσματα ακούγονταν καθαρά. Τα κόκκινα φρένα που αναβόσβηναν ταυτόχρονα την έκαναν να κολλάει το βλέμμα της στην άσφαλτο για ώρα. Ένιωθε σχεδόν τον εκνευρισμό των οδηγών που ήθελαν απεγνωσμένα να φτάσουν στα σπίτια τους. Η Μαύκα συνήθιζε να σκαρφαλώνει στα φαρδιά κάγκελα και να κόβει βόλτες. Ή το έκανε γιατί κι εκείνη το ευχαριστιόταν να βλέπει αυτή τη βαβούρα από ψηλά ή το έκανε για να τραβήξει την προσοχή της Φεβρωνίας. Θα διέσχιζε νωχελικά τη βεράντα από άκρη σε άκρη νιαουρίζοντας κρατώντας την ουρά της περήφανα ψηλά στον αέρα. Θα τελείωνε αυτό το φλερτ με τον κίνδυνο όταν άγγιζε με την υγρή της μύτη τα δάχτυλα της Φεβρωνίας που ακουμπούσαν στο κάγκελα διεκδικώντας την αγκαλιά της
Φόρεσε το μαντήλι στο λαιμό της. Δεν είχε καθρέπτη εκεί κοντά για να το δει πώς έπεφτε πάνω της αλλά το ένιωθε καλά στο δέρμα της. Η κίνηση στον κεντρικό δρόμο καλά κρατούσε. Το μυαλό της έμοιαζε να είχε πάρει φωτιά. Όλα είχαν αλλάξει τώρα. Οι, μέχρι τώρα, καθημερινές συνήθειες που είχε σαν πυξίδα τώρα απλά δεν είχαν κανένα νόημα χωρίς τη Μαύκα. Είχε αποπροσανατολιστεί. Όλα έμοιαζαν πιο εχθρικά και απειλητικά από ποτέ. Είχε μείνει σιωπηλή τόσο καιρό και αυτό την είχε φοβίσει. Ο νέος της εαυτός την είχε φοβίσει. Η απώλεια ήταν το πιο γερό χαστούκι που είχε δεχτεί μέχρι τώρα. Πώς θα ήταν τα πράγματα από εδώ και πέρα; Αυτές οι τόσες λέξεις που βρίσκονταν στο λαιμό της στριμωγμένες θα έμεναν εκεί για πάντα;
 Άρχισε να σουρουπώνει. Δεν είχε καταλάβει πώς είχε περάσει η ώρα. Τα αυτοκίνητα σαν να είχαν αρχίσει να αραιώνουν. Τα κορναρίσματα ίσα που ακούγονταν. Δε χρειάστηκε να το σκεφτεί δεύτερη φορά. Αυτήν την παρόρμηση δεν είχε σκοπό να την καταπνίξει. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να πνίξει ένα ορμητικό ποτάμι από λόγια που ανέβαινε το λαιμό της, γαργαλούσε τη γλώσσα της και ετοιμαζόταν να ρίξει το οχυρό των δοντιών και να χυθεί προς τα έξω;

Μπορεί η Μαύκα να έλειπε, αλλά όλα όσα δεν είχε πει όλα αυτά τα χρόνια ήταν έτοιμα να βγουν και να την απελευθερώσουν. Δεν αντιστάθηκε. Άνοιξε το στόμα της διάπλατα και, κοιτάζοντας την πόλη στα μάτια, έβγαλε μια κραυγή που είχε όλα τα παράπονα του κόσμου. Δε θύμιζε κραυγή ανθρώπου αλλά αγριεμένου αρπακτικού στο δάσος που ψάχνει τη λεία του. Θύμιζε την κραυγή της επιβίωσης των πρώτων ανθρώπων. Θύμιζε κάτι απόκοσμο που το πήραν μαζί τους οι λίγες κόρνες των αυτοκινήτων και σκορπίστηκε στον αέρα. 

THE VOICE UNDER THE LEAF - III/III - THE ONLY VOICE


Fevronia was still gazing at the city from her balcony. It was the closing time for the shops and traffic was getting heavy. The car horns sounded crystal clear even though she was on the thirteenth floor. The red brake lights flashing simultaneously made her stick her eyes to the street. She could almost feel the drivers’ nerves that desperately wanted to go home. Mafka used to climb on the wide rail and enjoy her strolls. She either did it because she truly enjoyed it to watch all this havoc from above or she wanted to draw Fevronia’s attention. She would slowly traverse the balcony meowing holding her tail proudly up in the air. She would end this flirtation with danger the moment she touched with her wet nose Fevronia’s fingers longing for her hug.
She wore the scarf around her neck. There was no mirror nearby so she could not see how it looked on her but she felt it gently on her skin. Traffic in the central road was still heavy. Her mind was on fire. Everything was different now. Her daily routine up to now that had her going had no meaning without Mafka. She was disoriented. Everything looked more threatening and hostile than ever. She was silent for so long that had scared her so much. Her new self had scared her. Loss was the strongest punch she had ever felt. How things were going to turn up from now on? Those innumerable words stuck in her throat were going to stay there forever?
The sky was getting dusky. She had no idea how time had flown. Cars were evidently less in the street. You could scarcely hear the horns now. She didn’t have to think it over. She was not to restrain that impulse. And how could she stop a ranging river or words that was going up her throat, tickling her tongue, was about to break down the teeth’s fort and cause floods?
Even though Mafka was absent, every single word that was not spoken all those years were about to come out and set her free. She did not resist. She opened her mouth and, looking the city straight in the eyes, screamed filling the air with all the complaints of the world. It did not resemble a human scream but a wild beast in the forest looking out for its prey. It resembled the first man’s survival scream. It was something eerie that the horns of the few passing cars took with them and smashed it in the air. 


Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

Η ΦΩΝΗ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ - II/III - ΑΒΕΒΑΙΗ ΘΕΑ



Η Φεβρωνία έβγαλε το μαντήλι από την γυαλιστερή του τσάντα και το χάζεψε. Σαν να είχε μια άλλη απόχρωση τώρα, χωρίς τους πολυελαίους  του καταστήματος. Ναι, ήταν σίγουρα πιο γήινο, πιο αληθινό. Στεκόταν όρθια στην ανοιχτή πόρτα του σαλονιού. Ήταν το πιο φωτεινό σημείο του σπιτιού, ειδικά αυτήν την ώρα που ο ήλιος αγκάλιαζε το δωμάτιο. Το απαλό αεράκι του απογεύματος ανέμιζε την μπεζ κουρτίνα. Έφτιαξε μια δροσερή λεμονάδα, έβαλε μπόλικο πάγο, φόρεσε ένα φόρεμα με φαρδιές τιράντες, που χαιρόταν που της έκανε ακόμα, και βγήκε στη βεράντα. Ήπιε μια γενναία γουλιά και χάζεψε έξω την πόλη. Της έμοιαζε ασυντόνιστη, σαν να μην είχαν συγχρονιστεί όλα τα όργανα σε ένα κονσέρτο, σαν να ακουγόταν ένα φάλτσο από μια χορωδία. Τώρα που το καλοσκεφτόταν, κάπως έτσι ένιωθε κι η ίδια τον τελευταίο καιρό.
Το σπίτι ήταν στον τελευταίο όροφο μια πολυκατοικίας με άλλους δώδεκα. Ήταν μικρό και παλιό, με σκουριασμένους σωλήνες και συχνά βραχυκυκλώματα, αλλά δεν την πείραζε καθόλου.  To χαμηλό νοίκι και η τεράστια βεράντα ήταν αρκετά για να την κάνουν να το αγαπήσει. Το μαντήλι το είχε ακόμα στα χέρια της. Την έπειθε ότι, αν το κοίταζε και συγκεντρωνόταν στο μεγάλο πράσινο φύλλο στο κέντρο, θα μπορούσε να νιώσει εκείνο το φωτεινό κέντρο βάρους της, τότε που η Μαύκα της είχε δώσει την αυτοκυριαρχία μέσα από τη φωνή της. 

Η Φεβρωνία δεν καταλάβαινε γιατί ήταν τόσο δύσκολο για τους άλλους να ακούσουν τη φωνή της γάτας. Η ίδια την άκουγε πεντακάθαρα. Κι όσο περνούσε ο καιρός δεν ήταν μόνο η φωνή της επικοινωνίας της  αλλά και η φωνή της συνείδησής της. Θα τη συμβούλευε τι να κάνει, πώς να χειριστεί την ενήλικη ζωή, που διαγραφόταν ιδιαίτερα πολύπλοκη. Οι μεγάλοι δεν την πίστευαν. Τα πρώτα τεστ και εξετάσεις πολλαπλασιάστηκαν μαζί με τις αγωγές χαπιών και θεραπείες. Η Φεβρωνία άκουγε τη γάτα που της ψιθύριζε να μην παίρνει τίποτα από όλα αυτά. Οι δυο τους είχαν γίνει ένα εναντίον όλων όσων κοιτούσαν τη Μαύκα επιφυλακτικά. Στο πανεπιστήμιο δυσκολευόταν να παρακολουθήσει τα μαθήματα και τα παράτησε στο δεύτερο έτος. Η Μαύκα δεν την είχε πιέσει ιδιαίτερα να το προσπαθήσει έτσι κι αλλιώς. Τα τεστ σταμάτησαν ξαφνικά με τους γονείς της αποκαρδιωμένους. Νοίκιασε με το επίδομα που της έδινε η πρόνοια το μικρό σπίτι αυτό και ξεκίνησε να δουλεύει για λίγες ώρες σε ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε ομπρέλες λίγο έξω από το κέντρο. Η Μαύκα ήταν πάντα μαζί της, παρά τα σχόλια και τα περίεργα βλέμματα. Τη βοηθούσε όσο μπορούσε να μη νιώθει αφόρητη μοναξιά ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους. Έλιωσε ο πάγος στη λεμονάδα. Έσφιξε το μαντήλι στα χέρια της.

THE VOICE UNDER THE LEAF - II/III - UNCERTAIN VIEW


Fevronia took the scarf out of its shiny bag and stared at it. It looked as if it had another hue now, far away from the store’s chandeliers. It was definitely more natural, more real. She stood still by the open living room’s door. It was the most sun lit spot of the house, especially at this hour when the sun embraced the room. The afternoon breeze moved gently the off- white curtain. She made a cold lemonade with extra ice, she put on a dress with wide straps that still fitted her and walked out to the balcony. She took a long sip and gazed at the city. It looked a bit out of tune, as if the musical instruments had not been synchronized in a concert, as if someone was out of tune in a choir. Now that she thought about it, she was feeling the same more or less.
The flat was at the last floor of a block with twelve more. It was small and old, with rusty pipes and it often had blackouts, but she didn’t mind at all. The low rent and the big balcony were enough for her to love it. She still held the scarf. It convinced her that, if she focused on the big green leaf in the center, she could be able to feel her center of gravity back when Mafka had given her self-control through her voice.

Fevronia could not understand why it was so hard for the others to hear the cat’s voice. She herself could hear it crystal clear. And as time went by, it was not only the voice of her communication but also the voice of her consciousness. It would advise her what to do, how to handle the adult life that seemed so complicated. The grown- ups did not believe her. They multiplied the tests and the check- ups and so did the medication and the remedies. Fevronia listened to the cat who told her not to take any of these. The two of them were one against everyone who saw Mafka with suspicion. She found it hard to keep up at the university and she dropped out on the second year. Mafka was not so eager to give it a try anyway. The tests suddenly stopped, leaving her parents broken hearted. She rented this flat with the money that the welfare gave her and she started working part time in an umbrella factory just outside the city center. Mafka was always with her despite the gossip and the funny looks. The cat helped her, as much as it could, not to feel that lonely among so many people. The ice melted. She held the scarf really tight in her fist. 

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2018

Η ΦΩΝΗ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ - I/III - ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΜΑΝΤΗΛΙ


«Μα, φυσικά, το μαντήλι είναι το μόνο αξεσουάρ που χρειάζεται μια γυναίκα» έλεγε με μπλαζέ ύφος η πωλήτρια και η Φεβρωνία ένιωθε τουλάχιστον αγράμματη που δεν ήξερε τα προστάγματα της μόδας.
Το είχε δει στη βιτρίνα. Ήταν ένα βαθύ κίτρινο μαντήλι με τυπωμένο ένα μεγάλο φύλλο φοινικιάς στο κέντρο. Της φάνηκε τόσο ρεαλιστικά ζωγραφισμένο που το χάζευε για ώρα και δε δίστασε να μπει στο κατάστημα για να το δει από κοντά. Το χάιδευε με τρυφερότητα και κάθε λέξη της πωλήτριας κατάφερνε να μπει όλο και πιο βαθιά στην τσάντα της Φεβρωνίας, να βρει επιτέλους το πορτοφόλι της, να το ανοίξει και να της ακουμπήσει τα χρήματα στο ταμείο. Ήξερε κατά βάθος ότι οι πιθανότητες να το φορέσει ήταν μηδαμινές.
Βγήκε από το κατάστημα κι έβαλε τα γυαλιά ηλίου. Πρώτες μέρες του φθινοπώρου κι ο ήλιος έκαιγε, μια υπενθύμιση ότι το καλοκαίρι ήταν ακόμα εδώ με ό,τι είχε φέρει μαζί του. Αυτό το καλοκαίρι είχε φέρει για τη Φεβρωνία το θάνατο της γάτας της. Είχε γεράσει και πια δεν έβλεπε αλλά μέχρι τις τελευταίες της ημέρες μπορούσε να της μιλάει. Την είχε βρει ένα παρόμοιο καυτό μεσημέρι κάτω από ένα μεγάλο φύλλο φοινικιάς σε ένα οικόπεδο στη γειτονιά. Όταν οι μεγάλοι κοιμούνταν, εκείνη έβγαινε για να εξερευνήσει τον τότε κόσμο της που έφτανε μέχρι την άκρη του τετραγώνου. Η γάτα νιαούριζε σπαρακτικά κάτω από το φύλλο, ήταν πεινασμένη και φοβισμένη και το ίδιο μικρή όσο κι η Φεβρωνία. Την πήρε μαζί της θέλοντας να την προστατέψει. Οι γονείς της είδαν με καλό μάτι το δέσιμο της μικρής τους κόρης με το γατάκι, ίσως γιατί η μικρή Φεβρωνία είχε πάει εφτά ετών και δε μιλούσε. Οι γιατροί δεν είχαν βρει τίποτα παθολογικό και το είχαν αποδώσει σε ψυχολογικά αίτια. Τους είχαν συστήσει υπομονή και ψυχραιμία. 

Kαι περίμεναν. Θεωρούσαν ότι στο σχολείο που θα έκανε φίλους θα λυνόταν η γλώσσα της. Κι έτσι δεν έφεραν αντίρρηση όταν πήγε πρώτη μέρα στο σχολείο με τη Μαύκα αγκαλιά. Ήταν άσπρη με μαύρο κεφάλι και το «μαυροκέφαλη» ήταν μεγάλη λέξη. Κι από την πρώτη μέρα μέχρι το πανεπιστήμιο δεν έφυγε από εκεί. Ήταν κομμάτι του εαυτού της και όλοι έπρεπε να το αποδεχτούν. Δε μίλησε ποτέ σε κανέναν η Φεβρωνία, αλλά δε χρειάστηκε να το κάνει. Η αλήθεια είναι ότι τη βρήκε τη μιλιά της αλλά μέσα από τη γάτα της. Πάντα απαντούσε η γάτα της αντί για αυτήν. Αυτή ήταν η φωνή της, η μεταμόρφωση της σκέψης της σε πυγμή και θάρρος. Η Μαύκα απαντούσε στα παιδιά που την κορόιδευαν, στους καθηγητές όταν τη σήκωναν στον πίνακα για το μάθημα, στους γονείς της όταν της ζητούσαν να μαζέψει τα παιχνίδια της. Απαντούσε με λέξεις και φράσεις που υπήρχαν στο μυαλό της Φεβρωνίας. Έμοιαζε με εγγαστρίμυθο που, αντί για ξύλινη κούκλα, είχε μια γάτα στα γόνατά του. Αυτή ήταν η φωνή που έβγαινε από τα δικά της σωθικά. Η μόνη φωνή.