Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2018

Η ΦΩΝΗ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ- III/III - Η ΜΟΝΗ ΦΩΝΗ


Η Φεβρωνία εξακολουθούσε να χαζεύει ακόμα την πόλη από τη βεράντα της. Ήταν η ώρα που έκλειναν τα εμπορικά καταστήματα και ξεκινούσε η κίνηση. Αν και ήταν στον δέκατο τρίτο όροφο τα κορναρίσματα ακούγονταν καθαρά. Τα κόκκινα φρένα που αναβόσβηναν ταυτόχρονα την έκαναν να κολλάει το βλέμμα της στην άσφαλτο για ώρα. Ένιωθε σχεδόν τον εκνευρισμό των οδηγών που ήθελαν απεγνωσμένα να φτάσουν στα σπίτια τους. Η Μαύκα συνήθιζε να σκαρφαλώνει στα φαρδιά κάγκελα και να κόβει βόλτες. Ή το έκανε γιατί κι εκείνη το ευχαριστιόταν να βλέπει αυτή τη βαβούρα από ψηλά ή το έκανε για να τραβήξει την προσοχή της Φεβρωνίας. Θα διέσχιζε νωχελικά τη βεράντα από άκρη σε άκρη νιαουρίζοντας κρατώντας την ουρά της περήφανα ψηλά στον αέρα. Θα τελείωνε αυτό το φλερτ με τον κίνδυνο όταν άγγιζε με την υγρή της μύτη τα δάχτυλα της Φεβρωνίας που ακουμπούσαν στο κάγκελα διεκδικώντας την αγκαλιά της
Φόρεσε το μαντήλι στο λαιμό της. Δεν είχε καθρέπτη εκεί κοντά για να το δει πώς έπεφτε πάνω της αλλά το ένιωθε καλά στο δέρμα της. Η κίνηση στον κεντρικό δρόμο καλά κρατούσε. Το μυαλό της έμοιαζε να είχε πάρει φωτιά. Όλα είχαν αλλάξει τώρα. Οι, μέχρι τώρα, καθημερινές συνήθειες που είχε σαν πυξίδα τώρα απλά δεν είχαν κανένα νόημα χωρίς τη Μαύκα. Είχε αποπροσανατολιστεί. Όλα έμοιαζαν πιο εχθρικά και απειλητικά από ποτέ. Είχε μείνει σιωπηλή τόσο καιρό και αυτό την είχε φοβίσει. Ο νέος της εαυτός την είχε φοβίσει. Η απώλεια ήταν το πιο γερό χαστούκι που είχε δεχτεί μέχρι τώρα. Πώς θα ήταν τα πράγματα από εδώ και πέρα; Αυτές οι τόσες λέξεις που βρίσκονταν στο λαιμό της στριμωγμένες θα έμεναν εκεί για πάντα;
 Άρχισε να σουρουπώνει. Δεν είχε καταλάβει πώς είχε περάσει η ώρα. Τα αυτοκίνητα σαν να είχαν αρχίσει να αραιώνουν. Τα κορναρίσματα ίσα που ακούγονταν. Δε χρειάστηκε να το σκεφτεί δεύτερη φορά. Αυτήν την παρόρμηση δεν είχε σκοπό να την καταπνίξει. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να πνίξει ένα ορμητικό ποτάμι από λόγια που ανέβαινε το λαιμό της, γαργαλούσε τη γλώσσα της και ετοιμαζόταν να ρίξει το οχυρό των δοντιών και να χυθεί προς τα έξω;

Μπορεί η Μαύκα να έλειπε, αλλά όλα όσα δεν είχε πει όλα αυτά τα χρόνια ήταν έτοιμα να βγουν και να την απελευθερώσουν. Δεν αντιστάθηκε. Άνοιξε το στόμα της διάπλατα και, κοιτάζοντας την πόλη στα μάτια, έβγαλε μια κραυγή που είχε όλα τα παράπονα του κόσμου. Δε θύμιζε κραυγή ανθρώπου αλλά αγριεμένου αρπακτικού στο δάσος που ψάχνει τη λεία του. Θύμιζε την κραυγή της επιβίωσης των πρώτων ανθρώπων. Θύμιζε κάτι απόκοσμο που το πήραν μαζί τους οι λίγες κόρνες των αυτοκινήτων και σκορπίστηκε στον αέρα. 

THE VOICE UNDER THE LEAF - III/III - THE ONLY VOICE


Fevronia was still gazing at the city from her balcony. It was the closing time for the shops and traffic was getting heavy. The car horns sounded crystal clear even though she was on the thirteenth floor. The red brake lights flashing simultaneously made her stick her eyes to the street. She could almost feel the drivers’ nerves that desperately wanted to go home. Mafka used to climb on the wide rail and enjoy her strolls. She either did it because she truly enjoyed it to watch all this havoc from above or she wanted to draw Fevronia’s attention. She would slowly traverse the balcony meowing holding her tail proudly up in the air. She would end this flirtation with danger the moment she touched with her wet nose Fevronia’s fingers longing for her hug.
She wore the scarf around her neck. There was no mirror nearby so she could not see how it looked on her but she felt it gently on her skin. Traffic in the central road was still heavy. Her mind was on fire. Everything was different now. Her daily routine up to now that had her going had no meaning without Mafka. She was disoriented. Everything looked more threatening and hostile than ever. She was silent for so long that had scared her so much. Her new self had scared her. Loss was the strongest punch she had ever felt. How things were going to turn up from now on? Those innumerable words stuck in her throat were going to stay there forever?
The sky was getting dusky. She had no idea how time had flown. Cars were evidently less in the street. You could scarcely hear the horns now. She didn’t have to think it over. She was not to restrain that impulse. And how could she stop a ranging river or words that was going up her throat, tickling her tongue, was about to break down the teeth’s fort and cause floods?
Even though Mafka was absent, every single word that was not spoken all those years were about to come out and set her free. She did not resist. She opened her mouth and, looking the city straight in the eyes, screamed filling the air with all the complaints of the world. It did not resemble a human scream but a wild beast in the forest looking out for its prey. It resembled the first man’s survival scream. It was something eerie that the horns of the few passing cars took with them and smashed it in the air. 


Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

Η ΦΩΝΗ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ - II/III - ΑΒΕΒΑΙΗ ΘΕΑ



Η Φεβρωνία έβγαλε το μαντήλι από την γυαλιστερή του τσάντα και το χάζεψε. Σαν να είχε μια άλλη απόχρωση τώρα, χωρίς τους πολυελαίους  του καταστήματος. Ναι, ήταν σίγουρα πιο γήινο, πιο αληθινό. Στεκόταν όρθια στην ανοιχτή πόρτα του σαλονιού. Ήταν το πιο φωτεινό σημείο του σπιτιού, ειδικά αυτήν την ώρα που ο ήλιος αγκάλιαζε το δωμάτιο. Το απαλό αεράκι του απογεύματος ανέμιζε την μπεζ κουρτίνα. Έφτιαξε μια δροσερή λεμονάδα, έβαλε μπόλικο πάγο, φόρεσε ένα φόρεμα με φαρδιές τιράντες, που χαιρόταν που της έκανε ακόμα, και βγήκε στη βεράντα. Ήπιε μια γενναία γουλιά και χάζεψε έξω την πόλη. Της έμοιαζε ασυντόνιστη, σαν να μην είχαν συγχρονιστεί όλα τα όργανα σε ένα κονσέρτο, σαν να ακουγόταν ένα φάλτσο από μια χορωδία. Τώρα που το καλοσκεφτόταν, κάπως έτσι ένιωθε κι η ίδια τον τελευταίο καιρό.
Το σπίτι ήταν στον τελευταίο όροφο μια πολυκατοικίας με άλλους δώδεκα. Ήταν μικρό και παλιό, με σκουριασμένους σωλήνες και συχνά βραχυκυκλώματα, αλλά δεν την πείραζε καθόλου.  To χαμηλό νοίκι και η τεράστια βεράντα ήταν αρκετά για να την κάνουν να το αγαπήσει. Το μαντήλι το είχε ακόμα στα χέρια της. Την έπειθε ότι, αν το κοίταζε και συγκεντρωνόταν στο μεγάλο πράσινο φύλλο στο κέντρο, θα μπορούσε να νιώσει εκείνο το φωτεινό κέντρο βάρους της, τότε που η Μαύκα της είχε δώσει την αυτοκυριαρχία μέσα από τη φωνή της. 

Η Φεβρωνία δεν καταλάβαινε γιατί ήταν τόσο δύσκολο για τους άλλους να ακούσουν τη φωνή της γάτας. Η ίδια την άκουγε πεντακάθαρα. Κι όσο περνούσε ο καιρός δεν ήταν μόνο η φωνή της επικοινωνίας της  αλλά και η φωνή της συνείδησής της. Θα τη συμβούλευε τι να κάνει, πώς να χειριστεί την ενήλικη ζωή, που διαγραφόταν ιδιαίτερα πολύπλοκη. Οι μεγάλοι δεν την πίστευαν. Τα πρώτα τεστ και εξετάσεις πολλαπλασιάστηκαν μαζί με τις αγωγές χαπιών και θεραπείες. Η Φεβρωνία άκουγε τη γάτα που της ψιθύριζε να μην παίρνει τίποτα από όλα αυτά. Οι δυο τους είχαν γίνει ένα εναντίον όλων όσων κοιτούσαν τη Μαύκα επιφυλακτικά. Στο πανεπιστήμιο δυσκολευόταν να παρακολουθήσει τα μαθήματα και τα παράτησε στο δεύτερο έτος. Η Μαύκα δεν την είχε πιέσει ιδιαίτερα να το προσπαθήσει έτσι κι αλλιώς. Τα τεστ σταμάτησαν ξαφνικά με τους γονείς της αποκαρδιωμένους. Νοίκιασε με το επίδομα που της έδινε η πρόνοια το μικρό σπίτι αυτό και ξεκίνησε να δουλεύει για λίγες ώρες σε ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε ομπρέλες λίγο έξω από το κέντρο. Η Μαύκα ήταν πάντα μαζί της, παρά τα σχόλια και τα περίεργα βλέμματα. Τη βοηθούσε όσο μπορούσε να μη νιώθει αφόρητη μοναξιά ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους. Έλιωσε ο πάγος στη λεμονάδα. Έσφιξε το μαντήλι στα χέρια της.

THE VOICE UNDER THE LEAF - II/III - UNCERTAIN VIEW


Fevronia took the scarf out of its shiny bag and stared at it. It looked as if it had another hue now, far away from the store’s chandeliers. It was definitely more natural, more real. She stood still by the open living room’s door. It was the most sun lit spot of the house, especially at this hour when the sun embraced the room. The afternoon breeze moved gently the off- white curtain. She made a cold lemonade with extra ice, she put on a dress with wide straps that still fitted her and walked out to the balcony. She took a long sip and gazed at the city. It looked a bit out of tune, as if the musical instruments had not been synchronized in a concert, as if someone was out of tune in a choir. Now that she thought about it, she was feeling the same more or less.
The flat was at the last floor of a block with twelve more. It was small and old, with rusty pipes and it often had blackouts, but she didn’t mind at all. The low rent and the big balcony were enough for her to love it. She still held the scarf. It convinced her that, if she focused on the big green leaf in the center, she could be able to feel her center of gravity back when Mafka had given her self-control through her voice.

Fevronia could not understand why it was so hard for the others to hear the cat’s voice. She herself could hear it crystal clear. And as time went by, it was not only the voice of her communication but also the voice of her consciousness. It would advise her what to do, how to handle the adult life that seemed so complicated. The grown- ups did not believe her. They multiplied the tests and the check- ups and so did the medication and the remedies. Fevronia listened to the cat who told her not to take any of these. The two of them were one against everyone who saw Mafka with suspicion. She found it hard to keep up at the university and she dropped out on the second year. Mafka was not so eager to give it a try anyway. The tests suddenly stopped, leaving her parents broken hearted. She rented this flat with the money that the welfare gave her and she started working part time in an umbrella factory just outside the city center. Mafka was always with her despite the gossip and the funny looks. The cat helped her, as much as it could, not to feel that lonely among so many people. The ice melted. She held the scarf really tight in her fist. 

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2018

Η ΦΩΝΗ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ - I/III - ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΜΑΝΤΗΛΙ


«Μα, φυσικά, το μαντήλι είναι το μόνο αξεσουάρ που χρειάζεται μια γυναίκα» έλεγε με μπλαζέ ύφος η πωλήτρια και η Φεβρωνία ένιωθε τουλάχιστον αγράμματη που δεν ήξερε τα προστάγματα της μόδας.
Το είχε δει στη βιτρίνα. Ήταν ένα βαθύ κίτρινο μαντήλι με τυπωμένο ένα μεγάλο φύλλο φοινικιάς στο κέντρο. Της φάνηκε τόσο ρεαλιστικά ζωγραφισμένο που το χάζευε για ώρα και δε δίστασε να μπει στο κατάστημα για να το δει από κοντά. Το χάιδευε με τρυφερότητα και κάθε λέξη της πωλήτριας κατάφερνε να μπει όλο και πιο βαθιά στην τσάντα της Φεβρωνίας, να βρει επιτέλους το πορτοφόλι της, να το ανοίξει και να της ακουμπήσει τα χρήματα στο ταμείο. Ήξερε κατά βάθος ότι οι πιθανότητες να το φορέσει ήταν μηδαμινές.
Βγήκε από το κατάστημα κι έβαλε τα γυαλιά ηλίου. Πρώτες μέρες του φθινοπώρου κι ο ήλιος έκαιγε, μια υπενθύμιση ότι το καλοκαίρι ήταν ακόμα εδώ με ό,τι είχε φέρει μαζί του. Αυτό το καλοκαίρι είχε φέρει για τη Φεβρωνία το θάνατο της γάτας της. Είχε γεράσει και πια δεν έβλεπε αλλά μέχρι τις τελευταίες της ημέρες μπορούσε να της μιλάει. Την είχε βρει ένα παρόμοιο καυτό μεσημέρι κάτω από ένα μεγάλο φύλλο φοινικιάς σε ένα οικόπεδο στη γειτονιά. Όταν οι μεγάλοι κοιμούνταν, εκείνη έβγαινε για να εξερευνήσει τον τότε κόσμο της που έφτανε μέχρι την άκρη του τετραγώνου. Η γάτα νιαούριζε σπαρακτικά κάτω από το φύλλο, ήταν πεινασμένη και φοβισμένη και το ίδιο μικρή όσο κι η Φεβρωνία. Την πήρε μαζί της θέλοντας να την προστατέψει. Οι γονείς της είδαν με καλό μάτι το δέσιμο της μικρής τους κόρης με το γατάκι, ίσως γιατί η μικρή Φεβρωνία είχε πάει εφτά ετών και δε μιλούσε. Οι γιατροί δεν είχαν βρει τίποτα παθολογικό και το είχαν αποδώσει σε ψυχολογικά αίτια. Τους είχαν συστήσει υπομονή και ψυχραιμία. 

Kαι περίμεναν. Θεωρούσαν ότι στο σχολείο που θα έκανε φίλους θα λυνόταν η γλώσσα της. Κι έτσι δεν έφεραν αντίρρηση όταν πήγε πρώτη μέρα στο σχολείο με τη Μαύκα αγκαλιά. Ήταν άσπρη με μαύρο κεφάλι και το «μαυροκέφαλη» ήταν μεγάλη λέξη. Κι από την πρώτη μέρα μέχρι το πανεπιστήμιο δεν έφυγε από εκεί. Ήταν κομμάτι του εαυτού της και όλοι έπρεπε να το αποδεχτούν. Δε μίλησε ποτέ σε κανέναν η Φεβρωνία, αλλά δε χρειάστηκε να το κάνει. Η αλήθεια είναι ότι τη βρήκε τη μιλιά της αλλά μέσα από τη γάτα της. Πάντα απαντούσε η γάτα της αντί για αυτήν. Αυτή ήταν η φωνή της, η μεταμόρφωση της σκέψης της σε πυγμή και θάρρος. Η Μαύκα απαντούσε στα παιδιά που την κορόιδευαν, στους καθηγητές όταν τη σήκωναν στον πίνακα για το μάθημα, στους γονείς της όταν της ζητούσαν να μαζέψει τα παιχνίδια της. Απαντούσε με λέξεις και φράσεις που υπήρχαν στο μυαλό της Φεβρωνίας. Έμοιαζε με εγγαστρίμυθο που, αντί για ξύλινη κούκλα, είχε μια γάτα στα γόνατά του. Αυτή ήταν η φωνή που έβγαινε από τα δικά της σωθικά. Η μόνη φωνή.

THE VOICE UNDER THE LEAF - I/III - THE YELLOW SCARF


“The scarf is definitely the only accessory a woman will ever need” the saleswoman said arrogantly and Fevronia felt ashamed at least since she was not aware of such fashion rules.
She had seen it in the shop window. It was a dark yellow scarf with a large palm leaf printed in the center. It seemed so realistically painted that she looked at it for long and she did not hesitate to enter the shop just to have a closer look at it. She tenderly caressed it and every word coming out of the saleswoman’s mouth got deeper in Fevronia’s bag, finally found her wallet, got to open it, took out the money and left it on the counter. She knew deep down that she would never wear it.
She came out of the store and put her sunglasses on. Even though those were the first days of September, the sun still burned, a reminder that the summer was still here with everything that has brought along with it. That summer had brought for Fevronia her cat’s death. She was old and she could no longer see but she could talk to her until her last days. She had found the cat on a similar hot afternoon under a large palm leaf in a plot in the neighborhood. When the grown-ups were asleep she would go outside to explore the world that, back then, covered the block. The cat meowed in agony under the leaf, she was hungry and scared and small like Fevronia. She took her with her wanting to protect her. Her parents liked the idea of their daughter’s bond with the kitten, perhaps because Fevronia was already seven years old and had not spoken yet. The doctors had not found any pathological causes and they had attributed it to psychological ones. They had recommended patience and composure. 

And they waited. They assumed that school would be a breakthrough since she would make friends. So they never objected to her carrying Mafka on her lap on her first day at school. She was white with a black head and “black headed” was a big word. From that first day until the university the cat never left her lap. She was a part of her and everyone had to accept it. Fevronia never spoke to anyone but she didn’t have to. The truth is that she had found her voice through the cat. The cat always answered instead of her. This was her voice, the transformation of her thought into strength and courage. Mafka answered to the children’s bullying at school, to the teachers when they wanted to examine her, to her parents when they asked of her to pick up her toys. Fevronia looked like a ventriloquist who, instead of a wooden puppet, had a cat in her lap. That was the voice that came out of her insides. The only voice. 

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

THE FOUR LANTERNS - NOT IN THE MAP

O Ζενεβιέ είχε μια ανησυχία από την ώρα που ξύπνησε. Έβαλε το εκρού κοστούμι από σουά σοβάζ και χτένισε με επιμέλεια τα γκρίζα μαλλιά του. Ήπιε στο πόδι έναν καφέ από αγριόρυζο και έβαλε λίγες σταγόνες άρωμα στο λαιμό του. Άφησε τη φωσφορίζουσα γάτα του, Μαντλέν, να κοιμάται στον καναπέ και πήρε μια βαθιά ανάσα. Φόρεσε τα γυαλιά ηλίου και κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Βγήκε στον κεντρικό δρόμο της Μπρενανσόν και άρχισε να μουρμουράει το πρόγραμμα της ημέρας.
«Σήμερα είναι Κυριακή, κατά τις δέκα αναμένεται η οικογένεια Ζεράρ για το γάμο της κόρης τους, όλα είναι έτοιμα για την τελετή στους κήπους και τη δεξίωση στην κεντρική σάλα, οι ανθοδέσμες για το στολισμό θα σταλούν στις τρεις και πέντε από τους πορτοκαλεώνες στα σύνορα. Ο κυριακάτικος τύπος με τα ολογράμματα θα έχει ήδη φτάσει και θα έχει μοιραστεί στα δωμάτια και εκκρεμεί μόνο η εφημερίδα του νεαρού Κλοντ στο δωμάτιο 333 με τους ήχους των πουλιών που τον βοηθούν στις αυπνίες του. Αναχωρεί το μεσημέρι το ζεύγος Ντεμπριζέ και θα πρέπει να έχω ετοιμάσει το λογαριασμό τους και ένα μικρό μπουκάλι με τα ιριδίζοντα φύλλα του κήπου, που τόσο συγκίνησαν την ηλικιωμένη σύζυγο.»
Περπατούσε και μονολογούσε μηχανικά με όλες τις εκκρεμότητες που του έφτιαχναν το κέφι. Ήταν άνθρωπος της συνήθειας και των αυστηρών προγραμμάτων. Η μέρα του γέμιζε με το να καλύπτει τις ανάγκες άλλων ανθρώπων. Έβρισκε νόημα σε όλο αυτό. Στην προσπάθειά του να ικανοποιεί τους άλλους και να θεωρείται αναντικατάστατος για τη λειτουργία του ξενοδοχείου, είχε πιστέψει ότι δεν έχει χρόνο και ενέργεια για τη δική του ζωή μετά το σχόλασμα. Το ξενοδοχείο είχε γίνει η ζωή του και έτσι κέρδιζε τη δικαιολογία για τις δικές του εκκρεμότητες. Τη λιγοστή ενέργεια που του περίσσευε τη χάριζε απλόχερα στη γατούλα του, που είχε γεράσει κι αυτή μαζί του, και ήταν η τέλεια ολιγαρκής και ανεξάρτητη σύντροφος.
Έστριψε στην οδό Ντρισελιέ και κοντοστάθηκε. Μα πώς και δεν είχαν ανοίξει ακόμα τα μαγαζιά τους; Είχε περάσει η ώρα. Συνήθως τέτοια ώρα γινόταν συνωστισμός έξω από το φούρνο, το κρεοπωλείο και το γαλακτοπωλείο. Έσπαγε η μύτη από τις γαργαλιστικές μυρωδιές του ψωμιού και της φρέσκιας κρέμας με βούτυρο. Ποδηλάτες, μαμάδες και ξεχασμένοι δύτες της προηγούμενης νύχτας κρατούσαν τις μπαγκέτες τους και δημιουργούσαν ένα ζωηρό μελίσσι κίνησης. «Μυστήρια πράγματα», σκέφτηκε και έφτασε στο τέρμα του δρόμου. Κοίταξε κάτω. Το καπάκι του υπονόμου που σήκωνε για να πάει στο ξενοδοχείο απλά δεν υπήρχε. Κοίταξε πάλι το δρόμο. Κι όμως, ήταν στο σωστό σημείο. Μα δεν είναι δυνατόν, τη διαδρομή αυτή την έκανε κάθε μέρα. Και με κλειστά τα μάτια θα σήκωνε το σωστό καπάκι για να κατέβει τα δεκατρία σκαλιά και να βρεθεί στην όαση της ταράτσας του ξενοδοχείου που τόσο πολύ τον καθησύχαζε κάθε μέρα. 
Εκτός κι αν ήταν μια κακόγουστη φάρσα, που δεν πήγαινε ο νους του από ποιον θα μπορούσε να είχε ξεκινήσει, πραγματικά δεν έβρισκε τι είχε κάνει λάθος, τι είχε πάει στραβά. Σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε τριγύρω. Μα ναι, βρισκόταν στη διασταύρωση της  οδού Ντρισελιέ, του πιο κεντρικού δρόμου της Μπρενανσόν. Ήταν στο σωστό σημείο, στη σωστή στιγμή κι όμως όλα φαίνονταν λάθος. Δεν υπήρχε άνθρωπος στο δρόμο έστω να ρωτήσει τι έχει συμβεί αν και στο υποβρύχιο ράδιο που έβαζε λίγο το πρωί πριν φύγει για το ξενοδοχείο, δεν είχε ακούσει κάτι στα νέα. Πήγε πάλι στην αρχή της οδού και κοίταξε την επιγραφή στο γωνιακό κτίριο. Ναι, με καλλιγραφικά γράμματα έγραφε « Οδός Ντρισελιέ». Ξαναπήγε μέχρι το σημείο που βρισκόταν το καπάκι του υπονόμου. Τίποτα. Ξανά. Τίποτα. Ξανά. Ο Ζενεβιέ κοίταξε το ρολόι του. Είχε περάσει ήδη μισή ώρα. Μισή ώρα προσπαθούσε να λύσει ένα γρίφο που είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει και βρισκόταν πάλι στο σημείο μηδέν. Κάθισε κουρασμένος στην άκρη του πεζοδρομίου.
 «Τι περίεργο!» είπε δυνατά και πήρε βαθιά ανάσα. Κοίταξε ψηλά τον ουρανό που ήδη είχε συγκεντρώσει τα πρώτα γκρίζα σύννεφα. Μια μαύρη γάτα νωχελικά τον πλησίασε. Τρίφτηκε στα πόδια του αποζητώντας τα χάδια του. 

« Είμαι κι εγώ ο πρώτος που συναντάς σήμερα μικρή μου ; Πού πήγαν όλοι ;» τη ρώτησε καθώς της χάιδευε το απαλό της σώμα. Σήκωσε την ουρά της και έφυγε νιαουρίζοντας.

THE FOUR LANTERNS - NOT IN THE MAP

Jenevier had a worry since he woke up. He put on his soua schovaz off white suit and combed his grey hair. He drank his coffee from wild rice in a hurry and put a few drops of perfume on his neck. Ηe left his phosphorescent cat, Madlen, sleeping on the couch and took a deep breath. He wore his sunglasses and locked the door. He walked to Brenanson’s main road and started mumbling the schedule of the day. 
“Today is Sunday, at ten o clock the Gerard family is expected for their daughter’s wedding, everything is ready for the ceremony at the gardens and the reception in the central hall, the bouquets for the decoration will be sent at five past three from the orange trees at the borders. The Sunday press will be already distributed to the rooms except for young Claude’s newspaper with the birds’ sounds that help him with his insomnia at room 333. The Debrizes are leaving at noon and I must have their bill ready with a small bottle of iridescent garden leaves for which the elderly wife was so fond of.”
He walked and mumbled with all the tasks of the day that made him cheerful. He was a man of habit and of strict deadlines. His day was full by meeting other people’s needs. He found meaning in all this. In his effort to satisfy others and to be considered irreplaceable in the hotel’s operation, he believed that he had no time or energy left for his own life after work. The hotel had become his life and in this way he had the excuse for his own unfinished personal business. He generously gave his remaining energy to his kitty who had grown old with him as well and was the perfect frugal and independent companion.
He turned down Driselier Street and stood still. The shops were still closed. How could that be? Usually at this time of the day there were crowds outside the baker’s, the butcher and the dairy shop. The smell of the bread and the fresh cream with butter was stimulating. Cyclists, mums and forgotten divers of the previous night held their baguettes and created a busy hive. “Strange” he thought and reached the end of the road. He looked down. The manhole that he lifted to get to the hotel simply was not there. He looked down at the street again. He was at the right spot. But it was not possible. He took the same road every single day. Even with his eyes closed he would raise the right manhole to go down the thirteen steps and get to the hotel’s rooftop oasis that comforted him every day. 
Unless it was a joke of bad taste, and he could not think who could have started it, he was unable to figure out what had gone wrong. He looked around. Yes, he was at the Driselier street intersection, the most central street in Brenanson. He was at the right spot, at the right time and yet everything looked so wrong. There was not a single man to ask what was going on, even though he had not heard anything on the news on the underwater radio he used to listen to for a while before he left for the hotel. He went back to the beginning of the street and he looked at the sign of the building at the corner. The sign said “Driselier Street” in calligraphy. He went back to where the manhole was. Nothing. Again. Nothing. Again. Jenevier looked at his watch. Half an hour had passed. He was trying to solve a puzzle for half an hour that had begun to get on his nerves and he was still at zero point. Tired as he was, he sat at the edge of the pavement.
“How strange” he said and took a deep breath. He looked at the sky that had already gathered the first grey clouds. A black cat slowly moved towards him. She rubbed on his feet looking for his caresses.

“Am I the first you meet as well, my little one? Where did they all go?” he asked her as he caressed her soft body. She lifted her tail up and left meowing. 

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

THE FOUR LANTERNS - DEAD MAN’S HAND

«Ξέρετε, δεν είμαι και τόσο καλός στο πόκερ» απολογήθηκε ο Άστορ χαμηλόφωνα. 
«Ω, μην ανησυχείτε, αγαπητέ μου, κανείς μας δεν είναι. Η ουσία του παιχνιδιού βρίσκεται αλλού. Θα μας τιμήσει ιδιαίτερα η συμμετοχή σας» είπε ο Λουσιέ χαϊδεύοντας το μουστάκι του. 
O Άστορ είχε μία από τις γνωστές αυπνίες του εκείνο το βράδυ κι έκανε βόλτες στους χώρους του ξενοδοχείου. Βρέθηκε στην «αίθουσα της τύχης», όπως την περιέγραφε η κομψή επιγραφή στην πόρτα. Μπήκε και βρήκε μια παρέα τριών ηλικιωμένων στο τελευταίο τραπέζι ντυμένο με τσόχα στο βάθος. Τον χαιρέτησαν εγκάρδια και τον ρώτησαν με  τι ασχολείται. 
«Είμαι φυσιοδίφης και μελετάω τις μπλε πεταλούδες του Περού. Μόλις γύρισα από την τελευταία μου αποστολή κι ήρθα να ξεκουραστώ λίγες μέρες στο ξενοδοχείο.»
« Έκτακτα, σίγουρα θα έχετε να ποντάρετε πολλά στο ποτ. Θα είναι μόνο για μια παρτίδα έτσι κι αλλιώς» μίλησε με ενθουσιασμό ο Λουσιέ. Είχαν στήσει τις μάρκες τους και μιλούσαν χαλαρά μεταξύ τους. Φορούσαν σκούρα κοστούμια, καπέλα και αστραφτερά μανικετόκουμπα. Του συστήθηκαν και προσπάθησε να συγκρατήσει τα ονόματά τους. Ο πιο ξερακιανός κι ομιλητικός ήταν ο Λουσιέ, με το μουστάκι. Ο Κρετινέ φορούσε γυαλιά και ο Ζιστέν μιλούσε φωναχτά. 
«Το θέμα δεν είναι καθόλου οι κανόνες. Είμαστε σε μια ηλικία που μας διαφεύγουν και πιο σημαντικά από τους κανόνες του πόκερ. Δεν παίζουμε με χρήματα εδώ. Παίζουμε με εμπειρίες και αναμνήσεις, ανώτερα των χρημάτων. Ο Λουσιέ είναι έμπορος υφασμάτων, ο Κρετινέ ταριχευτής κι εγώ τσελίστας. Όλοι έχουμε τις ιστορίες μας.»
Ο Άστορ ένιωθε ήδη την περιέργειά του να έχει κεντριστεί και δε χρειάστηκε να το σκεφτεί και πολύ.
« Μετά χαράς θα σας συντροφεύσω απόψε» είπε και κάθισε στο τραπέζι. 
Όσους ενδοιασμούς κι αν είχε ως προς το παίξιμό του εξαφανίστηκαν στο πρώτο πεντάλεπτο. Οι συμπαίκτες του έπαιζαν νωχελικά και δε δίσταζαν να ρωτήσουν ακόμα και για συνδυασμό καρτών. Ο Κρετινέ ρώτησε, αποκαλύπτοντας δύο από τις κάρτες που κρατούσε στα χέρια του με παιδική αφέλεια, αν είχε νόημα να προσπαθήσει να φτιάξει μια σειρά με ίδια νούμερα άλλου χρώματος, προκαλώντας τα γέλια των υπολοίπων.
«Κι εγώ δεν ήμουν σίγουρος για αυτό» είπε χαχανίζοντας κι ο Ζιστέν.
Μιλούσαν για τα ταξίδια τους στο μεταξύ και μοιράστηκαν πολλές παράξενες ιστορίες που τους είχαν συμβεί. Αίσθηση έκανε ένα περιστατικό που αφηγήθηκε ο Ζιστέν. Τους μίλησε για εκείνη την μυστηριώδη γυναίκα στη Βιέννη. Είχε έρθει να τον ακούσει σε ένα κονσέρτο που έπαιζε με τη φιλαρμονική της πόλης και μόλις τελείωσε τον βρήκε δακρυσμένη. Δεν του είπε τίποτα αλλά του έσφιξε το χέρι και του έδωσε ένα σημείωμα που έγραφε ότι την είχε συγκινήσει πολύ η μουσική του, αν και κωφάλαλη. Τρεις άντρες χωρίς ίχνος υπεροψίας και ανταγωνισμού που γελούσαν με την άνεση τους και απολάμβαναν την αμοιβαία συμπάθεια που είχε δημιουργηθεί. Έμοιαζαν με αγόρια κατά τη διάρκεια μιας σκανταλιάς. Μετά το δεύτερο κονιάκ στην τραπεζαρία, όπου και γνωρίστηκαν λίγες ώρες πριν, ο Κρετινέ έριξε την ιδέα για μια παρτίδα πόκερ. Μα κανείς τους δεν ήξερε να παίζει καλά. «Δεν πειράζει αγαπητοί, ας πούμε ότι ο νικητής θα μοιραστεί την πιο ωραία του περιπέτεια που έχει ζήσει μέχρι τώρα.»
Προς το τέλος της παρτίδας, που δεν κράτησε πολύ, οι παίκτες είχαν αφοσιωθεί στα χαρτιά τους και έδειχναν συγκεντρωμένοι. Ο Ζιστέν κι ο Λουσιέ άνοιξαν από ένα ζευγάρι, ο Κρετινέ τίποτα κι ο Άστορ κέρδισε με άσους και οχτάρια. 
«Ω, τελικά αποδειχτήκατε δεινός παίκτης Άστορ! Συγχαρητήρια! Ελπίζω να έχετε καταλήξει σε μια εξαιρετική ιστορία» είπε ο Ζιστέν. 
 Ο Άστορ έβαλε το χέρι στην τσέπη του κι έβγαλε ένα μικρό κουτί. 
«Νομίζω ότι είναι καλύτερα να σας τη συστήσω» είπε και άνοιξε το κουτί. Μέσα ήταν μια τεράστια ολόλευκη πεταλούδα με τα φτερά της διπλωμένα. Έμοιαζε να κοιμάται πάνω σε ένα σύννεφο από βαμβάκι. Οι ηλικιωμένοι άντρες τη θαύμασαν.
« Αυτή είναι η πεταλούδα για την οποία ταξίδεψα στο Περού και έμεινα άγρυπνος αρκετά βράδια  στο δάσος. Οι περισσότερες του είδους της έχουν γαλάζια και μαύρα φτερά. Βραδινός τύπος, όπως εμείς τώρα, πετάει  νωχελικά στην περιοχή της, σαν να κάνει περιπολία. Την περίμενα ακίνητος. Είχαν ήδη περάσει τρεις νύχτες και δεν είχα καταφέρει να την πιάσω γιατί έκανε περίεργους ελιγμούς λες και το έκανε για να μας εντυπωσιάσει, να δούμε τι μπορούμε να κάνει. Λες και το ήξερε ότι είχα έρθει για εκείνη και προσπαθούσε να με αποφύγει, να κερδίσει λίγο χρόνο ακόμα.» 
«Μοιάζει λίγο με το παιχνίδι με το Χάρο» είπε γελώντας δυνατά ο Ζιστέν. « Όλοι το ξέρουν ότι έχει έρθει για αυτούς και προσπαθούν μάταια να του ξεφύγουν.»
«Περίεργο αυτό που είπες, φίλε μου» του είπε ο Άστορ και τον κοίταξε ερευνητικά. «Έχεις απόλυτο δίκιο, γιατί στο τέλος την έπιασα και με τη σειρά σας μπορείτε να τη θαυμάσετε απόψε. Ένα πλάσμα απόκοσμα γοητευτικό και σπάνιο.»
Οι τρεις άντρες περιεργάστηκαν την πεταλούδα για αρκετή ώρα. Τους είχε μαγνητίσει και όλοι αναφώνησαν ότι ναι άξιζε αυτή η ιστορία και ο νικητής είχε κερδίσει την εκτίμηση και το θαυμασμό τους. «Αυτή η βραδιά στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Θα έλεγα ότι ήρθε η ώρα να το διαλύσουμε και να καληνυχτιστούμε» είπε ο Λουσιέ.
«Νομίζω ότι τελικά δεν καταλάβατε και πολλά από την ιστορία με την πεταλούδα. Όσο κι αν προσπαθήσετε, είναι μάταιο να ξεφύγετε φίλοι μου» είπε ο Άστορ χωρίς να κουνηθεί καθόλου από τη θέση του σε αντίθεση με τους συμπαίκτες του που έτρεξαν προς την πόρτα που όμως βρήκαν μυστηριωδώς κλειδωμένη.
Οι καθαρίστριες το πρωί βρήκαν τους τρεις άντρες πεσμένους στο πάτωμα. Ο γιατρός ανακοίνωσε ότι ο θάνατός τους είχε έρθει αργά τη νύχτα. Η καρδιά τους πρόδωσε. Κανείς δεν είδε τον Άστορ να φεύγει από το ξενοδοχείο με τη λευκή του πεταλούδα.


THE FOUR LANTERNS - DEAD MAN’S HAND

“You see, I am not that good at poker” Astor apologized.
“Oh, do not worry about that, my dear, none of us is. The essence of the game lies somewhere else. It will be an honor if you participate” Lucier said caressing his moustache. 
Astor had one of his usual insomnias that night and he walked around the hotel. He reached the “fortune room” as it was described in the elegant inscription on the door. He got in and found three elderly men sitting on the last felt table at the back. They cordially welcomed him and asked him what he did for a living. 
“I am a naturalist and I study the blue butterflies in Peru. I just got back from my last expedition and I came to rest for a few days at the hotel.”
“Splendid, you will definitely have a lot to bet the pot. It will be just one deal” Lucier said enthusiastically. They had stacked the chips and spoke casually. They wore dark suits, hats and shiny cufflinks. They introduced themselves and he tried to remember their names. The most skinny and talkative was Lucier, with the moustache. Cretine wore glasses and Jisten talked loudly. 
“The rules are not the issue at all. We have reached an age where things far more important than poker rules are slipping away. We don’t bet money. We use experiences and memories, superior to money. Lucier is a textiles trader, Cretine is a taxidermist and I am a cellist. We all have our stories.”
Astor already felt his curiosity piqued and didn’t need to think a lot about it. 
«Ι will gladly join you tonight” he said and sat by the table.
If he had any doubts about his playing they disappeared within the first five minutes.  His poker co-players were lazy and did not hesitate to even ask the others about card combinations. Cretine asked, revealing two of the cards he held in his hand with childish naiveté if it made any sense to try to make a sequence but not all in the same suit, making the others laugh.  
“I was not sure of that either, my friends” Jisten giggled too.
In between the game they talked about their journeys and shared many weird stories that had happened to them. Jisten told a story that made an impact. He talked to them about that mysterious woman in Vienna. She had come to listen to him in a concert with the city’s philharmonic orchestra and when he finished she found him with tears in her ears. She didn’t say a word but she shook his hand and gave him a note saying that his music had moved her very much even though she was deaf-mute. Three men without any trace of arrogance and competition who laughed with their ease and enjoyed the mutual sympathy that had been developed. They looked like boys in the middle of a mischief. After the second cognac in the dining room, where they had met a few hours ago, Cretine proposed a poker game. But none of them was a good player. “It doesn’t matter gentlemen, let’s just say that the winner will get to share his greatest adventure he has experienced so far.” 
Towards the end of the game, which didn’t last long, the players were concentrated on their cards and seemed focused. Jisten and Lucien had one pair, Cretine had nothing and Astor won the game with a two- pair of aces and eights. 
“Oh, you proved yourself a great player, Astor! Congratulations! I hope you have decided which great story to share” Jisten said.
Astor put his hand in his pocket and pulled out a small box. 
“I think I’d better introduce it” he said and opened the box. Inside there was a huge white butterfly with its wings folded. It looked as if it was sleeping upon a cloud of cotton. The elderly men admired it. 
«Τhis is the butterfly for which I travelled to Peru and stayed awake for several nights in the forest. Most of this species have blue and black wings. Evening types, just like us, they fly lazily within their area, as if patrolling. I was waiting still. Three nights had passed and I still hadn’t caught it because it made strange maneuvers as if was trying to impress me, let me see what it can do. It was as if the butterfly knew that I had come for it and tried to avoid me, to save some time. 
“Ιt is like the Death game” Jisten said laughing loudly. Everyone knows that he has come for them and they try to escape in vain.”
“That is a strange thing to say, my friend” Astor told him and stared at him. “You are absolutely right because in the end I managed to catch it and now you get to admire it yourselves. A creature so rare and eerily charming.”
The three men looked at the butterfly for long. It had magnetized them and they said that this story was a fine one and the winner had gained their appreciation and admiration. “This evening was a total success. I think we should call it a night” Lucier said.
“I think you didn’t understand a thing from the story with the butterfly. No matter how hard you try, there is no way of escaping my friends” Astor said without moving while his co- players ran to the door which they found mysteriously locked. 
In the morning the cleaning ladies found the three men down on the floor. The doctor announced that their death had come late at night. Their heart had betrayed them. No one saw Astor with his white butterfly leaving the hotel. 



Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

THE FOUR LANTERNS - LOST VOICE

Ο Ντίσταντ Ταβηνός δεν κυκλοφορούσε στους κοινόχρηστους χώρους του ξενοδοχείου. Τα γεύματά του τα έπαιρνε στο δωμάτιό του. Ο γραμματέας του είχε πάρει το διπλανό δωμάτιο και κανόνιζε τα πάντα. Τις σπάνιες φορές που θα κατέβαινε στο μπαρ για ένα ποτό ή για μια βόλτα στους κήπους πάντα θα φορούσε γυαλιά ηλίου. Το ήξερε ότι τον είχαν αναγνωρίσει αλλά δεν άντεχε τα βλέμματα των ενοίκων πάνω του. Ένιωθε ότι ήταν πια βλέμματα λύπησης και περιέργειας παρά βλέμματα θαυμασμού όπως στο παρελθόν. Και δεν ήταν τόσο μακρινό το παρελθόν αυτό. Ο Ντίσταντ Ταβηνός ήταν ο πιο διάσημος τενόρος στον κόσμο. Είχε όλη τη φήμη, την αναγνώριση, τον πλούτο που θα μπορούσε να έχει ένας κοινός θνητός. Ήταν αφοσιωμένος μόνο στη μουσική του, στη μελέτη και στη σκληρή του δουλειά. Είχε πετύχει να γεμίζει τις όπερες όλων των πόλεων και να εξαντλούνται τα εισιτήρια για τις παραστάσεις του σε λιγότερο από μια ώρα. Είχε κάνει το κοινό να αγαπήσει τις άριες και τις ιστορίες της όπερας γιατί έβλεπαν όλοι το πάθος του για αυτό που έκανε. 
Τα τελευταία δεκαέξι χρόνια ήταν αφοσιωμένος και στον Περιοδεία, το σκύλο του. Τον είχε βρει όταν ήταν κουτάβι σε ένα πάρκο, όντας πραγματικά σε περιοδεία. Τον πήρε μαζί του και έγινε αχώριστος σύντροφός του. Τον είχε μαζί του όπου κι αν πήγαινε και το κοινό εκτός από λουλούδια στο τέλος των παραστάσεων θα άφηνε κάτι και για τον Περιοδεία στα καμαρίνια, από μπισκοτάκια σκύλων μέχρι κολάρα και μάλλινα μπλουζάκια που είχαν πλέξει με τα χέρια τους. Μεγάλωναν μαζί κι ο χρόνος περνούσε αφήνοντας τα σημάδια του πάνω τους. Ο Περιοδείας πέθανε από βαθιά γερατειά στο τέλος του δέκατου έκτου χρόνου της ζωής του. Το σοκ της απώλειας ήταν τεράστιο. Ο Ντίσταντ Ταβηνός αποτραβήχτηκε από τη μουσική γιατί δεν έβρισκε πια καμία χαρά στο τραγούδι. Γύρισε την πλάτη του σε όλες τις πόλεις του κόσμου που τον ζήτησαν με πείσμα. Εγκατέλειψε όλα όσα αγαπούσε γιατί είχε χάσει αυτόν που τον αγαπούσε πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο. Οι εφημερίδες και τα μέσα ενημέρωσης πήραν φωτιά. Πρωτοσέλιδα και ρεπορτάζ ήταν αφιερωμένα σε αυτόν για μεγάλο διάστημα και το μεγάλο ερώτημα ήταν πότε θα εμφανιστεί πάλι στη σκηνή ο Ντίσταντ Ταβηνός.
Όταν κόπασε αυτή η τρικυμία ήρθε μια άλλη πιο δυνατή. Ο τενόρος είχε χάσει τη φωνή του. Δεν εμφανιζόταν πια γιατί δεν είχε φωνή να τραγουδήσει μοναδικά αυτές τις άριες που έφερναν δάκρυα στα μάτια τόσων ανθρώπων ανά τον κόσμο. Καινούργιοι, μεγάλοι τίτλοι ακόμα και ντοκιμαντέρ επικεντρώθηκαν στο δράμα του διάσημου τενόρου που πια δεν είχε φωνή μετά το χαμό του αγαπημένου του φίλου. Ο Ντίσταντ Ταβηνός όλο αυτό το διάστημα είχε κλειστεί στο σπίτι του που ήταν πολιορκημένο από δημοσιογράφους κάθε λογής. Καμία δήλωση σε όλο αυτό το ανθρώπινο μελίσσι που τον περίμενε νύχτα μέρα έξω από τα κλειστά παράθυρα.  Ο ίδιος περίμενε να κοπάσει. Κι όταν κόπασε και έφυγε και ο τελευταίος ανταποκριτής, έφυγε κι ο ίδιος  με μια μικρή βαλίτσα και τον πιστό του γραμματέα, νύχτα, για το άγνωστο. 
Στο ξενοδοχείο «The Four Lanterns” έκλεισαν δύο διπλανά δωμάτια με ανοιχτή τη μέρα αναχώρησης. Ήδη είχε περάσει ένα δίμηνο και ήταν απόλυτα ευχαριστημένοι από την εχεμύθεια του προσωπικού και τη διακριτικότητα των πελατών. Ήταν κοινό μυστικό πια ότι όχι μόνο δεν τραγουδούσε αλλά ούτε μιλούσε. Με τον γραμματέα του αντάλλασσε γραπτά σημειώματα. Είχε πάντα πάνω του ένα μικρό μπλοκ και μια μαύρη πένα και με αυτό επικοινωνούσε τις επιθυμίες του ως προς το γεύμα ή το δείπνο ή κάποιες επαγγελματικές εκκρεμότητες. Με αυτόν τον τρόπο θα αρνιόταν την οποιαδήποτε πρόταση για συνέντευξη ή  να γίνει η ζωή του ταινία ή να γράψει την αυτοβιογραφία του. Δεν τον ενδιέφερε τίποτα από όλα αυτά. Είχε παραιτηθεί. 
Ένα μεσημέρι εμφανίστηκε στη ρεσεψιόν με τον γραμματέα του κρατώντας τις βαλίτσες τους. Άφησε ένα σημείωμα στο γκισέ. Ο Ζενεβιέ το διάβασε και είπε: «Αμέσως, κατεβαίνει σε ένα λεπτό. Μέχρι να κλείσουμε λογαριασμό θα είναι εδώ.»
Όντως, μετά από λίγο, ο Αλφρέδος κατέβηκε τα σκαλιά και τους χαμογέλασε.
«Αλφρέδο, ο κύριος Ταβηνός θέλει να σου κάνει ένα μικρό δώρο. Σε παρακαλεί να το δεχτείς» μίλησε ο γραμματέας βγάζοντας ένα πακέτο από τη βαλίτσα του.
«Ω, ευχαριστώ πολύ» είπε αμήχανα ο Αλφρέδος, κοιτάζοντας μία το πακέτο και μία τον Ταβηνό.
O γραμματέας έκοψε μια επιταγή για να εξοφλήσει το λογαριασμό της διαμονής τους.
Ο Αλφρέδος άνοιξε το μικρό πακέτο και διάβασε το σημείωμα. Ευχαρίστησε θερμά και τους είδε να βγαίνουν από το ξενοδοχείο. 
«Βλέπω σε συμπάθησε ο τενόρος, Αλφρέδο. Χαίρομαι ιδιαίτερα» είπε ο Ζενεβιέ.

Ο Αλφρέδος δεν είπε τίποτα και βγήκε στον κήπο. Άνοιξε πάλι το πακέτο και χαμογέλασε στη θέα του δώρου του. Ήταν το σημειωματάριο με τα λίγα λευκά φύλλα που είχαν απομείνει και χρησιμοποιούσε ο τενόρος για να επικοινωνήσει. Ο Αλφρέδος τον είχε ακούσει να τραγουδάει σχεδόν ψιθυριστά τις αγαπημένες του άριες όταν έκανε το πρωινό του ντους και του άφηνε  την πορτοκαλάδα στο κομοδίνο του. Ήταν ο μόνος που ήξερε ότι ο Ντίσταντ Ταβηνός είχε απλά επιλέξει τον κόσμο της σιωπής και της απομόνωσης και όχι το ανάποδο. 

THE FOUR LANTERNS - LOST VOICE

Distant Tavinos did not walk around in the public areas of the hotel. He had his meals in his room. His secretary had taken the next-door room and arranged everything. When he rarely went downstairs for a drink at the bar or a walk in the garden he always wore sunglasses. He knew that the tenants had recognized him but he couldn’t stand their stare. He felt that they now gave him stares of pity and curiosity rather than admiration like it was before. And the past was not that long ago. Distant Tavinos was the most famous tenor in the world. He had all the fame, recognition, wealth that a mortal could have. He was devoted only to his music, his study and his hard work. He had succeeded in filling the operas of all the cities in the world and having the concert tickets sold in less than an hour. He had made the audience love the arias and opera stories because they all saw his passion for what he did. 
For the last sixteen years he was also devoted to Ontour, his dog. He had found him when he was a puppy in a park being actually on tour. He took him and they became inseparable. Ontour was with him wherever he went and the audience, besides flowers at the end of his performance, would also leave something for the dog backstage from biscuits to collars and hand knitted t-shirts. They grew old together and time left its marks on them. Ontour died of old age at the end of his sixteenth year. The shock loss was enormous. Distant Tavinos withdrew from music because he found no joy in singing anymore. He turned his back to all the cities of the world that stubbornly wanted him. He gave up everything he loved because he had lost the one that loved him the most. The press and the media were on fire. Front pages and reports were all about him for a long time and the big question was when Distant Tavinos would appear on stage again.
And when that storm was over a stronger one came. The tenor had lost his voice. He didn’t appear because he had no longer the voice to sing the arias in such a way to bring tears in people’s eyes all over the world. New big headlines even documentaries focused on the drama of the famous tenor who had lost his voice after the death of his beloved friend. Distant Tavinos was locked in his house that was surrounded by reporters. He made no statement to this human hive that waited for him behind closed windows. He waited for the cooling –off period. And when it did cool off and the last reporter left, he himself did the same with a small suitcase and his loyal secretary heading into the unknown. 
They booked two adjoining rooms at the “Four Lanterns Hotel” leaving the departure date open. Two months had already passed and they were totally satisfied with the discretion of the stuff and the tenants. It was a common secret that not only he didn’t sing but also he didn’t talk. He exchanged written notes with his secretary. He always carried a small notebook and a black pen and he communicated his wishes concerning lunch, dinner or business tasks. He would deny any proposal for interviews, turn his life into a movie or write his autobiography. He had no interest in any of these things. He had quit. 
He appeared one afternoon at the reception desk with his secretary holding their suitcases. He left a note on the counter. Jenevier read it and said: “He will be down in a second. While the bill is taken care of he will be here.”
Indeed, after a while, Alfred went down the stairs and smiled at them. 
“Alfred, Mr. Tavinos wants to offer you a small present. He would really like you to accept it” the secretary said taking a parcel out of his suitcase. 
“Oh, thank you very much” Alfred said awkwardly looking at the parcel and Tavinos.
The secretary wrote a check to pay for the stay. 
Alfred opened the parcel. He thanked them warmly and saw them off. 
“The tenor liked you, Alfred. I am really glad” Jenevier said.

Alfred said nothing and went to the garden. He opened the parcel again and smiled at the view of his gift. It was the notebook with the few remaining white sheets which the tenor used to communicate. Alfred had heard him sing, almost whispering, his favorite arias when he took his morning shower and he left his orange juice on the bedside table. He was the only one who knew that Distant Tavinos had chosen the world of silence and not the other way round.  

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

THE FOUR LANTERNS - ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΝΤΟΛΜΑΔΑΚΙΑ


Το στοίχημα για φέτος είναι αν θα έρθει ο μεσιέ Ζερόμ στο μεταμεσονύκτιο πικνίκ. Ο Αλφρέδος και ο Ζενεβιέ είναι βαθύτατα προβληματισμένοι. Τι να κάνουν; Να ακυρώσουν μια παράδοση έξι ετών; Δεν τους πάει με τίποτα. Έχουν εμπιστοσύνη στον Ζερόμ αλλά φέτος με την ανακαίνιση του ξενοδοχείου και την επανατοποθέτησή του σε άλλο σημείο, θα τα καταφέρει να τους βρει; Έρχεται από πολύ μακριά, μην το ξεχνάμε. 
Οι δυο τους αποφασίζουν τελικά να τα μαγειρέψουν τα ντολμαδάκια. 
« Αν πετύχουν, θα βρει το δρόμο» λέει χαριτολογώντας ο Αλφρέδος. 
Έχει δίκιο. 
Το ραντεβού είναι όπως πάντα για τα μεσάνυχτα της πρωταπριλιάς στους κήπους του ξενοδοχείου, στο αγαπημένο σημείο του μεσιέ Ζερόμ. Εκεί συνήθιζε να λιάζεται μετά τη βουτιά του στην πισίνα και να παραγγέλνει το πιάτο με τα πρώτα ανοιξιάτικα ντολμαδάκια. Ο μεσιέ Ζερόμ βρέθηκε νεκρός ένα μεσημέρι στην πισίνα. Η καρδιά του τον πρόδωσε. Οι πρώτες βοήθειες δε στάθηκαν αρκετές για να τον επαναφέρουν στη ζωή. Υπήρξε μια αναστάτωση σε όλο το ξενοδοχείο. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητός και ανοιχτόκαρδος.. Όλοι είχαν να τον μνημονεύουν για καιρό μετά. Όλοι είχαν να διηγηθούν και μια αστεία ιστορία για αυτόν και για τους ωραίους του τρόπους. 
Ο ίδιος όμως ήθελε να ξαναγυρίσει πίσω και να γευτεί τα ωραία ανοιξιάτικα ντολμαδάκια. Δύσκολο από εκεί που ήταν. Πηγαινοερχόταν στα γνώριμα μέρη, βέβαια, αλλά δεν τον έβλεπε κανείς. Δεν μπορούσε να το κάνει και συχνά, άλλωστε. Βρήκε το τέχνασμα να τρυπώσει στο όνειρο του Ζενεβιέ και του Αλφρέδου και τα κατάφερε να τους επικοινωνήσει τη λαχτάρα του. 
« Δεν κάνουμε ένα ωραίο πικνίκ με τα ντολμαδάκια που τα έχω λαχταρήσει και με την ευκαιρία να δω κι εσάς και να μου πείτε τα νέα σας;»
Την πρώτη χρονιά το εγχείρημα στήθηκε με λίγο φόβο. Δεν είναι και λίγο πράγμα να έχεις συνδαιτημόνα στα γρασίδια έναν νεκρό. Είχαν στρώσει τα τραπεζομάντηλα και τα πιάτα, είχαν σερβίρει τα μοσχομυριστά ντολμαδάκια με μπόλικο δυόσμο, όπως του άρεσαν, και στο πλάι ζεστό ακόμα ζυμωτό ψωμί. Είχαν καθίσει και περίμεναν στη μεταμεσονύκτια δροσιά και υγρασία τον μεσιέ Ζερόμ να φανεί. Και ήρθε φυσικά. Εντυπωσιακή είσοδο θα την έλεγε κανείς μιας και διάλεξε να βγει από την πισίνα, αλλά το τεκμηρίωσε.
«Μην απορείτε φίλοι μου, από εδώ μπήκα, από εδώ και θα βγω.»
Τα έφαγε με τόση λαχτάρα όση τους είχε μεταδώσει στο όνειρο και τους ευχαρίστησε από καρδιάς. Δεν ειπώθηκαν κουβέντες για άλλους κόσμους, αλλά απλά καθημερινά νέα του προσωπικού και της πόλης. Μια διακριτικότητα και από τις δύο πλευρές. Το πικνίκ κράτησε μια ώρα περίπου και ανανεώθηκε το ραντεβού για την επόμενη χρονιά. Και για την επόμενη. Και για την επόμενη. Και πέρασαν ήδη έξι χρόνια. 
Ο Αλφρέδος  είναι σίγουρος ότι θα το βρει το σημείο και ειδικά φέτος που έχουν να του πουν τόσα νέα, τόσες ενδιαφέρουσες ιστορίες που έχουν ζήσει μέχρι τώρα. 
Το πικνίκ στήνεται στους καινούργιους κήπους του ξενοδοχείου και όπως πάντα τον περιμένουν στη μεταμεσονύκτια δροσιά της άνοιξης. 
«Σαν να άργησε λιγάκι φέτος», λέει ο Ζενεβιέ κοιτάζοντας το ρολόι του.
«Δώσε του λίγο χρόνο ακόμα, είναι λίγο διαφορετικά τα πράγματα αυτή τη φορά»
Το βλέμμα τους είναι καρφωμένο στην πισίνα. Τα εξωτικά πουλιά έχουν σωπάσει και ακούγεται μόνο το αεράκι που ξεσηκώνει τα φύλλα των δέντρων. Ο μεσιέ Ζερόμ αυτή τη φορά βγαίνει από μια συστάδα θάμνων και τους τρομάζει
«Καλώς τον, από αλλού σε περιμέναμε καλέ μου Ζερόμ» μίλησε σιγανά και λίγο τρομαγμένα ο Ζενεβιέ.

«Μου βγήκε η ψυχή μέχρι να σας βρω, αλλά τίποτα δε θα με χώριζε από τα αιώνια μου ντολμαδάκια.»


*Eυχαριστούμε θερμά τον Άγγελο Παπαδημητρίου για την εμπιστοσύνη.
Ήταν μια εξαιρετική συνεργασία.

THE FOUR LANTERNS - ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΝΤΟΛΜΑΔΑΚΙΑ


The bet for this year is whether or not Monsieur Jerοme is coming to the midnight picnic. Alfred and Jenevier are deeply concerned. What should they do? Cancel a six-year tradition? No way. They trust Jerome but this year with the hotel’s renovation and its relocation at another spot, will he manage to find them? Let’s not forget, he will come from afar. 
The two of them finally decide to cook the stuffed vine leaves.
“If they are a success, he will find his way” Alfred says wittily.
He is right.
The rendez -vous was set as always on April first’s midnight at the hotel’s gardens, Monsieur Jerome’s favorite spot. He used to sunbathe there after a swim in the pool and order the first spring stuffed vine leaves. Monsieur Jerome was found dead one afternoon by the pool. His heart betrayed him. . First aid was not enough to keep him alive. There was a big fuss all over the hotel. He was particularly loved and open hearted. Everyone had a kind word to say a long time after the incident. Everyone had a funny story to say about him and his good manners. 
But Monsieur Jerome wanted to return and taste the fine spring stuffed vine leaves. Very difficult from where he was, though. He went back and forth to familiar places, of course, but no one could see him and it was not something that he could often perform, anyway. He managed to sneak into Jenevier’s and Alfred’s dream and succeeded into communicating his craving. 
“Why don’t we have a nice picnic with the stuffed vine leaves which I craved for so long and, of course, tell me all about your news?”
The first year the venture was set with a little bit of fear. It is not a small thing to have a dead man as a banqueter sitting with you on the lawn. They had laid down the tablecloths and the dishes, they had served the good-smelling vine leaves with lots of mint, just as he liked it, and some fresh, still warm, bread on the side. They had sat down by the post moon dew and moisture waiting for Monsieur Jerome. 
And he came of course. An impressive entrance one would say, since he chose to come out of the pool, but he had a reason.
“No need to question it my friends, this was my way in and of course it will my way out.”
He ate them with the great appetite he had transmitted them in their dreams and thanked them from the heart. There was no small talk about the other world, just everyday news from the stuff and the city. A discretion from both sides. The picnic lasted about an hour and it was renewed for the following year. And the following. And the following. And six years had passed since then. 
Alfred is certain that he will find the spot and especially this year that they have so many news, so many interesting stories to tell him. The picnic is set at the hotel’s gardens and as always they wait for him in the midnights’ spring dew.
“I think he’s late this year” Jenevier said looking at his watch. 
“Give him more time. Things are a bit different this year.”
They stare at the pool. The exotic birds are silent and only the breeze rustling the tree leaves is heard. Monsieur Jerome is coming out of the bushes this year and scares them. 
“Welcome, we were expecting you from elsewhere, my dear Jerome” Jenevier talked quietly and a bit scared. 

“Oh my, it was so difficult to find you but there was nothing that could keep me apart from my eternal stuffed vine leaves.”


*We would like to warmly thank Aggelo Papadimitriou for his trust.
It was an excellent collaboration.