Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΒΡΟΧΗ...



      Είχαν πέσει στα γόνατα κι έκλαιγαν. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού είχαν μαζευτεί στην πλατεία. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που είχε ξεκινήσει σαν ένα σφύριγμα, σαν αδέξιο χτύπημα από παιδικό χέρι στα παράθυρα και στις ταράτσες, σαν κάτι που ήθελε να τρυπώσει  από τις γρίλιες  στο εσωτερικό των σπιτιών και να μείνει εκεί. Είχε έρθει όταν οι περισσότεροι είχαν ξεχάσει την εικόνα της και τη φωνή της. Κι όμως, μετά από ενάμιση χρόνο περίπου η βροχή είχε έρθει. Οι κάτοικοι βγήκαν με τις πιζάμες και τα νυχτικά τους και συγκεντρώθηκαν στην πλατεία του χωριού, λες και, αν μαζεύονταν όλοι μαζί, θα ήταν επίσημο και σίγουρα δε θα το μετάνιωνε να φύγει και να κάνει πάλι τόσο καιρό να έρθει να τους επισκεφτεί. Οι καμπάνες και η σειρήνα του πυροσβεστικού σταθμού χτυπούσαν φρενιασμένα. Όλοι με τα μαλλιά τους αχτένιστα και τα μάτια πρησμένα από τις τσίμπλες και τα δάκρυα είχαν γονατίσει και έκλαιγαν σαν κάτι να είχε σκιρτήσει μέσα τους και να μην το πίστευαν.
    Οι σταγόνες έπεφταν τώρα με δύναμη και η μπόρα έσκιζε τον ουρανό με μπουμπουνητά και αστραπές. Έπεφταν με τόση δύναμη που σχημάτιζαν μικρές λιμνούλες και αυλάκια που τα ρουφούσε αχόρταγα το στεγνό χώμα. Τα παιδιά χόρευαν ξυπόλητα και άνοιγαν το στόμα τους να καταπιούν τις σταγόνες. Το μικρό χωριό, όπου είχαν καταστραφεί οι σοδειές και οι καλλιέργειές του, βίωνε ένα μεταμεσονύκτιο παγανιστικό γλέντι. Οι δυνάμεις της φύσης τους είχαν λυπηθεί επιτέλους. Το έδαφος  θα έδινε σιγά σιγά τους καρπούς του που τώρα μόνο πληγές από τη δίψα του μετρούσε. 
     Ο πρώτος που το παρατήρησε ήταν ο μικρός Μάριο που έτρεξε να το πει στον παππού του. Καθώς χόρευε με τα άλλα παιδιά, παρασυρμένα και από τη συγκίνηση των μεγάλων, κοντοστάθηκε απλώνοντας τα μικρά του χέρια και παρατήρησε τις σταγόνες, κάτι που είχαν κάνει και οι άλλοι αλλά κανείς τους δεν είχε δει αυτό που έκαναν τα μάτια του να γουρλώσουν. 
«Παππού, παππού, κοίτα», ούρλιαξε και έπεσε στην αγκαλιά του ηλικιωμένου ξερακιανού άντρα που παραλίγο να σωριαστεί στις πλάκες έξω από το καφενείο. 
«Παππού, κοίτα, ο Φελίπε, γύρισε, τον βλέπω!», του φώναζε και τα μάτια του έλαμπαν από τον ενθουσιασμό. 
     Ο Φελίπε ήταν το άσπρο κουνελάκι που του είχαν χαρίσει πρόπερσι τέτοια εποχή και ο μικρός έπαιζε συνέχεια μαζί του στον κήπο και στο χωράφι όταν ακολουθούσε τον παππού και τον πατέρα του στις δουλειές. Είχε ζήσει μόνο ένα τρίμηνο και πέθανε ξαφνικά. Είπαν στον μικρό ότι έφυγε στο δάσος για να μην τον στενοχωρήσουν. Και τώρα έβλεπε το κουνελάκι του στις σταγόνες της βροχής που όσο και αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να συγκρατήσει στα μικρά του χέρια. Ο παππούς του φόρεσε τα γυαλιά του, που είχε πάντα στην τσέπη του, και προσπάθησε να δει τι εννοούσε ο μικρός. Μάταια. Όσο κι αν προσπαθούσε, δεν έβλεπε τίποτα, δε διέκρινε τη γνωστή φιγούρα του μικρόσωμου ζώου. Όμως κι οι υπόλοιποι θαμώνες του καφενείου, που σίγουρα κάποιοι είχαν ζωηρότερη όραση, δεν είδαν τίποτα. Ο μικρός απογοητευμένος πήγε πάλι πίσω στα υπόλοιπα παιδιά και το έδειξε σε αυτά. Κι αυτά είδαν. Το καθένα είδε όχι τον Φελίπε, αλλά κάποιον που είχε χάσει. Τον παππού, τη γιαγιά, τη μαμά ή τον μπαμπά τους, ακόμα και ένα σκυλάκι ή ένα γατάκι ή κάποιο αγαπημένο τους παιχνίδι. Το κάθε παιδί διέκρινε στις σταγόνες της βροχής που έπεφταν την εικόνα κάποιου που τους είχε λείψει πολύ, που είχαν να δουν καιρό και που αγαπούσαν δυνατά. Η απώλεια και η έλλειψη είχε γράψει διαφορετικά σε κάθε παιδί και οι αντιδράσεις ήταν διαφορετικές. Οι μεγάλοι είδαν ξαφνικά τα παιδιά από εκεί που έπαιζαν και χόρευαν τραγουδώντας να αντιδρούν ξαφνικά και να ξεκινήσουν άλλα τα κλάματα , άλλα τα χαμόγελα, άλλα να πέφτουν σε βαθιά σιωπή, άλλα να φωνάζουν ονόματα που δεν υπήρχαν πια ανάμεσα τους. Ένα μικρό πανδαιμόνιο ξέσπασε κι όσο και αν προσπάθησαν να τα καταλάβουν , δεν είδαν τίποτα όσο κι αν τα παιδιά με αγανάκτηση ούρλιαζαν ότι έβλεπαν μορφές. Η συναισθηματική ένταση κορυφωνόταν και αποφάσισαν το αυτονόητο. Τα πήραν βιαστικά στα σπίτια τους και τα άφησαν να ηρεμήσουν. Η βροχή συνέχιζε να πέφτει για τρία μερόνυχτα. Μια βροχή δροσερή, μυρωδάτη και άκρως ανακουφιστική. Οι σοδειές θα καρποφορούσαν, τα χώματα θα ξεδιψούσαν και τα πηγάδια θα γέμιζαν πάλι. Α, ναι, και η ζωή θα επέστρεφε στην κανονικότητα, όποια και αν ήταν αυτή. 
     Και όντως, τέσσερις μήνες πέρασαν ήσυχα με άφθονα χαμόγελα στα χείλια και κουβέντες να κυκλοφορούν με θέμα τι άλλο, τη βροχή και το πόσο καλό έκανε. Παντού. Τα παιδιά γύρισαν στο σχολείο και στα διαβάσματα και στα παιχνίδια τους στην πλατεία του χωριού. Οι γονείς στις δουλειές τους στα χωράφια οι περισσότεροι και στα ζώα τους. Όλα ήταν όπως πριν και η αίσθηση της γαλήνης φώλιαζε και πάλι ανενόχλητη στις καρδιές των απλών ανθρώπων. Ή σχεδόν.
    Ξεκίνησε ταυτόχρονα. Τα παιδιά άρχισαν να εκδηλώνουν μια περίεργη συμπεριφορά. Ήταν αφηρημένα, κοιμόντουσαν πολύ και είχαν αρχίσει να κλείνονται στον εαυτό τους. Είχαν αρχίσει να παραμελούν τα μαθήματά τους, ακόμα και οι καλοί μαθητές και μαθήτριες απλά κουβαλούσαν το σώμα τους και τα βιβλία τους στο σχολείο, χωρίς κανένα ενδιαφέρον. Οι δάσκαλοι κάλεσαν τους γονείς σε συνελεύσεις με την υπόνοια ότι κάτι γίνεται στο σπίτι. Οι γονείς πάλι πίστευαν ότι κάτι γίνεται στο σχολείο γιατί είχαν παρατηρήσει ότι δεν έτρωγαν πολύ, δε διάβαζαν, δεν έπαιζαν, κλείνονταν στο δωμάτιό τους με τις ώρες και το μυαλό τους ταξίδευε πάντα αλλού. Μετά από καμιά βδομάδα, ξεκίνησαν οι διάλογοι. Τα παιδιά όταν κλείνονταν στο δωμάτιό τους μίλαγαν με κάποιον δυνατά. Ολόκληροι διάλογοι πλέκονταν και, όταν έμπαιναν μέσα να δουν τι γίνεται, εκείνα σταματούσαν. Αυτό γινόταν και στα διαλείμματα αλλά και στην ώρα της γυμναστικής. Με το ίδιο αφηρημένο ύφος που είχαν όλο αυτό το διάστημα συνομιλούσαν με φανταστικούς και αόρατους ανθρώπους και ήταν άκρως απορροφημένα σε αυτή τη διαδικασία. Αρχικά δεν αποκάλυπταν τους συνομιλητές τους αλλά όταν το έπραξαν γονείς και δάσκαλοι σοκαρίστηκαν. Μιλούσαν με τον Φελίπε το κουνελάκι, τον παππού ή τη γιαγιά που είχαν φύγει από τη ζωή, γονείς αλλά και τα αγαπημένα τους παιχνίδια. 
      Η βραδιά της βροχής έμοιαζε να επαναλαμβάνεται με τρομακτικές διαστάσεις. Εκείνη τη νύχτα απλά έβλεπαν στις σταγόνες τους αγαπημένους τους. Τώρα πλέον τους μιλούσαν και από ότι φαίνεται υπήρχαν και αποκρίσεις στα λεγόμενά τους αυτά. Τρομοκρατημένοι οι μεγάλοι φώναξαν το γιατρό ο οποίος μετά από λεπτομερή εξέταση των παιδιών τηλεφώνησε στο φίλο του και νευρολόγο Σμιτς που έμενε τρία χωριά πιο κάτω. Εκείνος με τη σειρά του ήρθε με τον ψυχίατρο του νοσοκομείου όπου δούλευε. Οι τρεις τους εξέτασαν ενδελεχώς τα παιδιά και δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε κάποια καθαρή διάγνωση. Όλες οι εξετάσεις τους ήταν φυσιολογικές. Αδυνατούσαν να κάνουν τη σύνδεση. Οι εξετάσεις πολλαπλασιάζονταν, ο χειμώνας συνέχιζε με τα κρύα, τις βροχές και το βαρύ κλίμα στο χωριό. Τα παιδιά συνέχιζαν να μιλάνε με τους αγαπημένους τους νεκρούς αλλά τώρα πια είχαν αποκτήσει και ένα είδους εσωτερικής ισορροπίας. Ενώ αρχικά τα ένιωθες να κλείνονται στον εαυτό τους και να θέλουν να το κρατήσουν μυστικό όλο αυτό, τώρα πλέον ήταν κάτι που γινόταν ελεύθερα και ανοιχτά. Σταδιακά είχαν επιστρέψει στους παλιούς τους εαυτούς και ασχολίες. Συγκεντρώνονταν περισσότερο στο σχολείο και στα μαθήματά τους. Το χαμόγελο είχε επιστρέψει στα χείλια τους και μιλούσαν ανοιχτά για τις κουβέντες που είχαν. Στο οικογενειακό τραπέζι θα ακούγονταν φράσεις, όπως : «Ο παππούς το ξέρει ότι δεν έφταιγες εσύ μπαμπά που έφυγε. Ήθελε να το ξέρεις», ή « ο Φελίπε δεν έφυγε αλλά δεν πειράζει που δε μου το είπατε» ή ακόμα «Μαμά, ο μπαμπάς σε έβρισκε πάντα όμορφη αλλά δεν έβρισκε τα λόγια να στο πει». Τέτοιες κουβέντες που έβγαιναν ξαφνικά , έκαναν τα πιρούνια να πέσουν κάτω απότομα, τα δάκρυα να κυλήσουν και να πέσει σιωπή. Όσο απόκοσμο κι αν ήταν στην αρχή ,  πέρασε στη δίνη της συνήθειας, έγινε ένα κομμάτι της καθημερινότητας και μάλιστα κάτι που σχεδόν το λαχταρούσαν οι μεγάλοι. «Δε σου είπε τίποτα ο παππούς σήμερα ;» ή « Τι είπατε σήμερα με τον μπαμπά; Είπε κάτι για μένα;» 
     Εκείνη η πρώτη η βροχή είχε φέρει μια τόσο μεγάλη αναστάτωση αλλά και μια αφύσικη ηρεμία στις σχέσεις των ανθρώπων. Πλέον, μπορούσαν να δουλέψουν το παρελθόν μέσα τους και να μαλακώσουν τα σκληρά συναισθήματα της απώλειας και των εκκρεμοτήτων. Τα παιδιά ένιωθαν καλά με τον καινούργιο τους ρόλο και φυσικά για αυτά είχε εξελιχθεί σε κάτι το απόλυτα φυσιολογικό. Οι γονείς, βλέποντας αυτήν την τροπή, ζήτησαν από τους γιατρούς να αποχωρήσουν. Το είχαν αποδεχθεί  και δε ζητούσαν να ταλαιπωρούνται περισσότερο με εξετάσεις τα παιδιά, αν και το κυριότερο ήταν ότι δεν ήθελαν να αλλάξει κάτι. Ήθελαν να παραμείνουν τα πράγματα ως έχουν, με  πρόσβαση  στη γέφυρα της ζωής και του θανάτου. Ένιωθαν γαλήνη και εξιλέωση. 

    Κι έτσι οι γιατροί έφυγαν με την υπόσχεση ότι θα επιστρέφουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα για να επιβλέπουν την κατάσταση. Κατά βάθος, ήθελαν να δώσουν λίγο περισσότερο χρόνο για να κλείσουν οι πληγές και να επουλωθούν τα όποια τραύματα. Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν ήξερε αν το μυστήριο φαινόμενο αυτό θα είχε διάρκεια.

WAITING FOR THAT RAIN...

     

 Everyone was down on their knees and they were crying. All the villagers were gathered in the square. They could not believe in what has started out as a whistle, like a careless knock out of a child’s hand on the windows and the terraces, as if something was eager to get in from the drapes to the rest of the house and stay there.  It had come when most of them had already forgotten about its image and sound. Still, the rain had come after a year and a half. The villagers in their nightgowns were at the square just as if it made it more official for them and it wouldn’t change its mind and go away. The church bells and the siren of the fire station banged frantically. Everyone with their hair uncombed and their eyes swollen from the sleep and the tears were down on their knees as if something deep inside them had been awakened and it was difficult to believe. 

The raindrops were fiercefully falling and they tore the sky in two with the lightings and the thunders. They fell with such force that they formed small ponds and ditches that the dry soil greedily sipped. The children danced barefoot and opened their mouths to swallow the drops. The small village, whose crops and cultivations had been destroyed, experienced an after midnight pagan feast. The forces of nature had finally shown some mercy on them. The ground would gradually give back its fruit that now only counted its wounds from thirst. 
The first one to notice was small Mario who immediately ran to tell his grandfather.  While dancing with the other kids, carried away by the excitement of the grownups, he stopped, spread his  little hands and got a closer look at the drops, something that the others had done but none of them had seen what made his eyes roll. 
“Grandpa, grandpa, look” he screamed and fell in the elderly skinny man’s arms, who almost fell on the plates of the café. “Grandpa, look. Felipe is back, I see him”, he shouted and his eyes sparkled in excitement. Felipe was the small white rabbit that they gave him the year before and the boy played with it all the time in the garden and in the field when he followed his father and grandfather to work. It only lived for three months and suddenly died. They told the boy that it ran to the forest in order not to upset him. And now he saw the rabbit in the raindrops which, no matter how hard he tried, he could not hold in his tiny hands. His grandfather put on his glasses that always kept in his pocket, and tried to figure out what the kid was saying. But it was in vain. As much as he tried, he could not see a thing, he could not make out the familiar figure of the small animal. But even the rest of the people at the café, who some had more vivid vision, did not see a thing. The boy got disappointed and returned to the other children and showed them. And then, they saw it. Each one saw not Felipe but someone or something   they had lost, grandpa, grandma, their mother or father, even a small dog or cat or a favorite toy. Each child saw in the raindrops that fell the image of someone they had missed, someone dear that they had not seen in a long time. The lack and loss had left their mark differently in each kid and their reactions varied. The grownups saw the children  stop playing and dancing  suddenly and reacting by crying or smiling or falling into deep silence or shouting out names that no longer existed. A small pandemonium broke out and as much as they wanted to understand them, they did not see the figures that the children were indignantly screaming about. The emotional tension was reaching its peak and they decided to act logically. They hastily took the children home and let them calm down. The rain kept on falling for three days and nights. A rain that was refreshing, fragrant and extremely soothing. Their crops would give fruits, the soils would forget their thirst and the wells would be full of water again. Oh yes, life would return to normality, whatever that might be.
      And so, four months passed by peacefully with smiles and conversations about the rain and its benefits on everything. The kids went back to school and their homework and games at the village’s square. Their parents returned to their works in the fields and most of them to their cattle. Everything returned to normal and that sense of calmness nested again undisturbed in the hearts of simple men, or at least it seemed so. 
     It started simultaneously. The children started behaving in a strange way. They were abstracted, slept much more and began to become introvert. They had begun to neglect their schoolwork, even the good students just carried their bodies and books to school with no interest at all. The teachers called the parents for a talk under the suspicion that something was going on at home. The parents, on the other hand, believed that something was going on at school because they had lost their appetite and the mood for playing, they were locked in their rooms for hours and they were absentminded. After a week, the dialogues started. The children when they were locked in their rooms, they were talking to someone loudly. Entire dialogues were taking place and when the parents entered to check them out, the children stopped. The same happened in the school breaks and the training time. The children, with the same abstract look they had all this time, were talking to imaginary and invisible people and were highly absorbed in this process. At first, they would not reveal these people but when they did their parents and teachers were shocked. They talked to Felipe, the bunny, the grandpa or grandma who had passed away, parents and beloved toys. 
    The night of the rain seemed to be repeated in terrifying dimensions. On that night they just saw their beloved ones. Now they talked to them and it seemed that there were responses to their sayings. The grownups got terrified and called the doctor who, after he examined the children in great detail, phoned his friend and neurologist Smits who lived three villages away. He came with the psychiatrist of the hospital where we worked. The three of them examined thoroughly each one of the children and were not able to reach a conclusion. All their tests were normal. They were not able to see the connection. The tests multiplied, the cold winter continued with the rains and the dark mood in the village. The children kept talking with their beloved deceased but now they had a kind of inner balance. While at first you could see them shut down in themselves and want to keep it a secret, now it was something that was freely and openly done. They had gradually returned to their old selves and habits. They concentrated more on their schoolwork. The smile was back on their faces and they talked openly about the conversations they had. At the family table, you could hear phrases like: “Dad, grandpa knows that his death was not your fault. He wanted you to know that”, or “Felipe didn’t go away but it is all right that you didn’t tell me”, or even “Mum, Dad always thought that you are beautiful but he could not find the words to say so”. Phrases like that that came out suddenly, made the forks fall down and the tears roll down and the silence spread around. At first it felt so eerie but as time went by, it became a habit, a part of everyday life and in fact something that the grownups longed for. “Didn’t grandpa say anything today?”, or “What did you talk about with Dad today? Did he say anything about me?” 
    That first rain had brought such a fuss but also an unnatural serenity in relations.  Now, they could work on their past inside them and soften the harsh feelings of loss and unfinished businesses. The children felt comfortable with their new role and it was now something completely normal. The parents, witnessing this fact, asked the doctors to leave. They had accepted it and they didn’t want the children to suffer with more tests, but deep inside they didn’t want anything to change. They wanted the things to keep exactly the same, with an access to the bridge of life and death. They felt peace and atonement. 

      So the doctors left with the promise that they would return on a regular basis to monitor the situation. Basically, they wanted more time for the wounds to heal. Anyway, nobody knew if that mysterious phenomenon would last. 

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

TO ΧΑΡΤΙΝΟ ΜΩΡΟ


  Η κωμόπολη του Σάσλαντ φημιζόταν για την τάξη της και την απόλυτα οργανωμένη ζωή της. Η φήμη αυτή είχε σπάσει τα στενά σύνορά  της και είχε γίνει παροιμιώδης. Οι κάτοικοι της περνούσαν τα στάδια της ζωής τους φιλήσυχα και άχρωμα. Αθόρυβα. Άγευστα. Άνευρα. Τα  χρόνια περνούσαν  με πολλά στερητικά άλφα και έφταναν με μεγάλη ταχύτητα μέχρι και τα τελευταία γράμματα της αλφαβήτας. Το σκάνδαλο που ξέσπασε  στη δημοτική βιβλιοθήκη ήταν ένα γεγονός μνημειώδες και έσκασε σα βόμβα μεγατόνων στα αυτιά των πολιτών. Ο νεοφερμένος βιβλιοθηκάριος Γουστάβος, από τη γειτονική πόλη Τοκελότλαντ, δεν μπορούσε να τιθασεύσει τα υπερβολικά ήσυχα βράδια της βάρδιας του λόγω της γενικότερης ανησυχίας της ηλικίας του και της προσωπικότητάς του. Για να σκοτώσει την πλήξη του έκανε το ανείπωτο επί δώδεκα συναπτά βράδια. Τοποθετούσε την «Άννα Καρένινα»  δίπλα στον “Δον Κιχώτη”. Η απόλυτη αλφαβητική ταξινόμηση είχε διαταραχθεί και μάλιστα με τον πλέον προκλητικό τρόπο. Όμως η απόσταση του αλφάβητου γρήγορα γεφυρώθηκε. Η έλξη και το πάθος κάθε βράδυ για το μπλέξιμο των σελίδων τους στο ημίφως, τον αναγραμματισμό και τον ανύπαρκτο σταδιακά τονισμό έφεραν το μοιραίο. Το σκάνδαλο αποκαλύφθηκε όταν  η «Άννα Καρένινα» ζητήθηκε από την κ. Νταρμαλά, χήρα ναυάρχου. Η πρωινή βιβλιοθηκάριος φτάνοντας στο ράφι άφησε μια διακριτική κραυγή, που ευτυχώς έφτασε μόνο μέχρι το ράφι της φιλοσοφίας, δείγμα της καλής της ανατροφής. Ανάμεσα στα δύο βιβλία υπήρχε ένα τόσο δα τομίδιο που δεν είχε τίτλο στη ράχη του. Από μέσα πετάχτηκε ένα μικροσκοπικό χάρτινο μωρό και πήδησε γρήγορα στις αναστατωμένες σελίδες της μαμάς του. Το χάρτινο μωρό έγινε πρωτοσέλιδο σε όλον τον κόσμο. Κανείς δεν το βρήκε σε κανένα από τα δύο βιβλία, όσα χρόνια και αν πέρασαν, προφανώς  γιατί οι γονείς του είχαν φροντίσει να το οχυρώσουν πίσω από τις δεύτερες και τρίτες αναγνώσεις  τους. Ο νεαρός βιβλιοθηκάριος Γουστάβος φυσικά εκδιώχθηκε από τη βιβλιοθήκη αλλά και από την πόλη με αφορμή τον παγκόσμιο διασυρμό των συμπολιτών του. Τα ίχνη του αγνοούνται μέχρι και σήμερα. Έντονη φημολογία υπάρχει αυτήν την εποχή για μεταφορά της ανήκουστης ιστορίας στον κινηματογράφο.

THE PAPER BABY


  The city of Sushland was famous for its order and its perfectly organized life. This reputation had broken its narrow borders and was now proverbial. Its residents passed the stages of their lives in a peaceful and colorless way. Silently. Tastelessly. Unemotionally. Τhe years passed with many adverbs ending in -less ways reaching the depths of the alphabet. The scandal that broke down in the city library was a monumental event and exploded like a megaton bomb onto people. The newcomer librarian Gustav, from the nearby city Talkalotland, could not tame his extremely quiet night shifts because of his general unease of his age and his personality. In order to kill his boredom he actually did the unspeakable for twelve consecutive nights. He placed “Anna Karenina” next to “Don Quixote”. The ultimate alphabetical classification was disturbed in the most provocative way. But soon the alphabetical distance was bridged. The attraction and the passion for the twilight shuffling of their pages, the anagram and the gradually absent intonation brought the inevitable.  The scandal was revealed when “Anna Karenina” was requested by Mrs. Darmala, the admiral widow. When the morning shift librarian reached the shelf, she left a distinctive cry, which unfortunately was only heard until the philosophy section, a sign of her fine manners. Between the two books there was a small tome without a title on its spine. A tiny paper baby popped out of it and quickly jumped into the upset pages of its mother. The paper baby became the front page all over the world. Nobody ever found it in any of the two books despite the years that passed, apparently because its parents had taken care of its fortification under their second and third level of readings. Gustav, the young librarian, was of course expelled from the library and also the city, on the excuse of the global vilification of his fellow citizens. His whereabouts are still missing until this very day. Lately, there is intense speculation of bringing this unspeakable story on the silver screen. 

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

OXALÁ

   
 He had torn it from a magazine the last time he visited the dentist. He was waiting for him in the foyer for that filling that he had postponed for a couple of months. He was alone and had a look at a travelling magazine. His gaze was caught in this picture of an exotic forest whose exact spot on the map could not remember now but was impressed back then. 
“Oh boy, so much beauty out there! So peaceful!”
It was just a path in the middle of a jungle but the greenery was so dense that it created a garland for you to cross. He kept gazing at it for long and it felt as if he was there trying to travel through it, with his clothes sticking on his skin from the heat and the humidity, with him being tired and the songs of the exotic birds, the whistling of the insects and his panting breath being the only things that could reach his ears. He got the urge to cut the page and put it in the pocket of his jeans as he was all alone. When he returned home that afternoon with his tooth filled, he took the page off his pocket, cut it straight with the scissors and stuck it at the side of the fridge with an advertising magnet from the grill house of his neighborhood around the corner. 
“Let me see the jungle with my coffee and as soon as I get bored of it, I will throw it away. Let us have the mind travel a bit in the morning.” 
      Two years had passed since then and the picture was still there, just like his life was stuck in the exact same place on his fridge with the magnet. He still worked at the carpentry but the work of course had been reduced and the wages they owned him were far too many. He sometimes worked as a waiter in his cousin’s tavern when they were weddings scheduled and extra help was needed. Once a month, he visited his mother and had lunch together. On those Sunday gatherings his sister with her children would sometimes join in. His brother-in-law would stay home because he was tired but everyone knew that they had nothing to say to each other and they had passed to the next level where you are not supposed to keep up appearances. Between you and me, neither did he have much to say with his family. The older he got, the larger the distance grew between them. His sister was over her children and their anxieties, his mother had her health issues and her concerns.
“John, when are you going to settle down and have a kid? My goodness, time flies, you are not a little boy anymore.”
At first, he got angry at her and got himself in an argument. Just words, some might say, but so many times the bitter truth was heard. 
“Like yourself who won the lottery or Lina who hit the jackpot.” He would now remain silent and only say:
“These things just happen” and end the conversation. 
      He had broken up with Helen about six months ago. Oh gosh, it doesn’t really matters what happened or who’s to blame. He missed her, even though he didn’t admit it to himself. He missed her warm body on his bed and that sense of caring for the everyday life. The house was alive when she was in it, even if that meant it was alive from all their fights. 
One morning, while they had their coffee at the kitchen table, she asked him about the picture on the fridge. “Where is that? Are you on a trip?”
“Nah, no, I don’t remember where it is but I like to look at it.”
“Who knows, you might remember and take me there one day”, she told him and tenderly caressed the back of his neck. 
A long time had passed since then. Even though the fridge was opposite the kitchen table and the side he usually sat, most of the mornings he would not have a look at it or when he did, it was in a totally abstract way. He saw the path, the trees and the light that tore them in half as it passed through them but didn’t actually look at them. Before his eyes another day at work with moaning, tension and begging for his money passed by, numbers being summed up by unpaid bills, the insurance policy for his old car that hadn’t been settled yet and occasionally Helen’s face , sometimes full of anger at him and sometimes ready to burst out laughing at some silly joke of his. Most of the mornings he only felt a burden in him. It wasn’t just the last two years that had crushed him, it was the previous as well that had gone by and left an emptiness in him. He didn’t know what he had done wrong, what kind of chance he let slip out of his hands in order to feel a sort of fulfillment, to feel nice with his everyday garment of himself. 

      And today, as he had his first sip of his Greek coffee and burnt his tongue swearing, his glance got caught up in this image opposite him but he actually looked at it after a long time. He looked at it so intensely that he almost felt the breeze on his forehead and the sun rays burning his eyes. The image was so vivid that morning that took him away. He smiled at his daydream and had his, not so voracious, second sip. A whistle was heard that almost spilled his coffee. Where did it come from? By the time he realized the origin of the sound, a second whistle along with something metallic was heard but it didn’t stop this time.
He turned towards the sink and that was where his cup fell off his hands and broke on the floor. Hot drops stained his work pants and burned his feet a bit. He stood up from the daze. He could not believe his eyes. From the marble sink beside him, plants literally grew in tremendous speed. They came out through the holes in the middle of the sink in that weird, organic sound whom the more he heard, the more it reminded him of his dog while it gave birth to its puppies at their old house when he was still a kid and his father was still alive. The sound of the baby as it came out of its mother’s body had strongly impressed him. It was a wet, metallic, hissing sound. He couldn’t name the grasses coming out of the sink and it was the last thing that mattered to him but he was certain that he had seen them before. When they filled the sink and started coming out of it and pouring themselves with their foliage on the floor, he realized it. They were the plants that he saw for the last two years in the picture on his fridge. He could not be certain whether that late October morning in his kitchen was reality or a hallucination but in a momentary burst of courage, he touched the plants that had already started occupying the floor and spreading behind the washing machine and climbing towards the cupboards. Yes, he felt them real on his fingers. Panic came over him and he tried to cut them with the knife he kept in the drawer. It was his first thought against their expansion. The green leaves started wrapping around his fingers and passed undisturbed to the rest of his hand. He started screaming but nothing more than a roar came out of his terror that had already been covered by the branches climbing up the ceiling and their stronger sound.
His heart was about to burst, being trapped in a room with the greenery having occupied every vital part of the space and his body. Τhe branches rose and tightened his torso. His breath became sharp and the colors had already began to fade away. Just before he became unconscious, he struggled to turn towards the picture on the fridge and forced himself not to laugh despite his tragic situation. In the picture that he had for the last couple of years on the fridge saw himself with the same clothes he wore today in the familiar setting of his kitchen drinking his coffee and looking straight to the camera. Someone would say that the picture itself was staring at him for a long time too and wanted to pay him a visit in its own way. It wanted to enter his world for a while just as he wanted to do the same. His last thought was: “How strange our wishes can be”, or something of the sort. 

ΙΣIΑΛΛΑ


      Την είχε κόψει από ένα περιοδικό όταν είχε πάει στον οδοντίατρο την τελευταία φορά. Τον περίμενε στο σαλονάκι για εκείνο το σφράγισμα που το είχε καθυστερήσει κάμποσους μήνες. Ήταν μόνος και χάζευε ένα περιοδικό με ταξίδια. Έπεσε το μάτι του πάνω σε αυτή την εικόνα από ένα εξωτικό δάσος που πλέον δε θυμόταν σε ποιο σημείο του χάρτη βρίσκεται αλλά εκείνη την ώρα  τον εντυπωσίασε. 
«Κοίτα βρε παιδί μου, τι ομορφιά υπάρχει εκεί έξω. Τι γαλήνη» .
Όλο κι όλο ήταν ένα μονοπάτι στη μέση μιας ζούγκλας αλλά η βλάστηση ήταν τόσο πυκνή που δημιουργούσε ένα πράσινο στεφάνι για να το διασχίσεις. Έμεινε να το χαζεύει για ώρα και ένιωθε σαν να ήταν εκεί, να προσπαθεί να το περάσει, τα ρούχα του να κολλάνε πάνω του από τη ζέστη και την υγρασία, να είναι κουρασμένος και μόνο το τραγούδι των εξωτικών πουλιών, το σφύριγμα των εντόμων και η λαχανιασμένη του αναπνοή να φτάνει στα αυτιά του. Μόνος του στο σαλονάκι και του ήρθε η επιθυμία να κόψει τη σελίδα και να την παραχώσει στην τσέπη του τζην του. Με το δόντι σφραγισμένο γυρνώντας το απόγευμα στο σπίτι, έβγαλε τη σελίδα από την τσέπη του, την έκοψε ίσια με το ψαλίδι και την κόλλησε στο πλάι του ψυγείου με ένα μαγνήτη διαφημιστικό από το σουβλατζίδικο της γειτονιάς στην παρακάτω γωνία. 
«Ας βλέπω τη ζούγκλα με τον καφέ μου και όταν το βαρεθώ το πετάω, έτσι να το ταξιδεύουμε το πρωί το μυαλό.»
      Από τότε είχαν περάσει δύο χρόνια και η εικόνα ήταν ακόμα εκεί, όπως και η ζωή του που είχε κολλήσει στο ίδιο σημείο με το ίδιο μαγνητάκι στο ψυγείο του. Εξακολουθούσε να δουλεύει στο ξυλουργείο αλλά οι δουλειές είχαν πέσει φυσικά και τα μεροκάματα που του χρωστούσαν είχαν μαζευτεί πολλά. Καμιά φορά δούλευε γκαρσόνι  τα σαββατοκύριακα στην ταβέρνα του ξάδερφου του όταν είχε κλεισμένους γάμους και ήθελε επιπλέον βοήθεια. Μια φορά το μήνα θα έβλεπε τη μάνα του και θα έτρωγαν παρέα. Σε αυτές τις κυριακάτικες συναντήσεις ερχόταν κάποιες φορές και η αδερφή του με τα παιδιά. Ο γαμπρός του θα έμενε σπίτι γιατί ήταν κουρασμένος αλλά όλοι ήξεραν ότι δεν είχαν τι να πουν και είχαν περάσει στο επόμενο στάδιο όπου δε χρειάζεται να κρατάς πια τα προσχήματα. Μεταξύ μας, ούτε και εκείνος είχε να πει και πολλά με τους δικούς του. Όσο μεγάλωνε ο ίδιος, μεγάλωνε και το κενό ανάμεσά τους. Η αδερφή του ήταν πάνω από τα παιδιά και τα άγχη τους, η μάνα του με τα θέματα υγείας της και τον καημό της .
 « Εσύ βρε Γιάννη μου, πότε θα νοικοκυρευτείς να κάνεις κανένα παιδάκι; Άντε περνάνε τα χρόνια, δεν είσαι παλικαράκι πια.»
 Στην αρχή θύμωνε μαζί της και αρπάζονταν. Λόγια του αέρα αλλά πόσες φορές δεν ακούστηκαν και πικρές αλήθειες.
 «Είδαμε και εσένα που πήρες το πρώτο κελεπούρι ή τη Λίνα που πήρε τον πρώτο αριθμό του λαχείου.» Τώρα πια σώπαινε και απλά μουρμούραγε:
 «Αυτά είναι τυχερά» και σταματούσε εκεί την κουβέντα.
     Με την Ελένη το είχαν διαλύσει εδώ και κανένα εξάμηνο. Τι τα σκαλίζεις, δεν έχει σημασία τι έγινε, ποιος φταίει και δε φταίει. Του έλειπε, όσο κι αν δεν το παραδεχόταν ούτε στον εαυτό του. Του έλειπε το ζεστό της σώμα στο κρεβάτι του και εκείνη η φροντίδα για τα καθημερινά. Το σπίτι ήταν πιο ζωντανό όταν ήταν κι εκείνη εκεί, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι ήταν πιο ζωντανό και από τους καυγάδες τους. Ένα πρωινό πίνανε τον καφέ τους στο τραπέζι της κουζίνας και τον ρώτησε για την εικόνα στο ψυγείο. «Εδώ πού είναι; Είσαι σε κάποια εκδρομή;»
«Μπα, όχι, είναι σε ένα μέρος που δε θυμάμαι πού πέφτει στο χάρτη αλλά μ αρέσει να το χαζεύω.»
«Πού ξέρεις, ίσως θυμηθείς πού είναι και με πας κάποια μέρα», του είχε πει και τον είχε χαϊδέψει στο σβέρκο με τρυφερότητα.
Είχε περάσει καιρός από τότε. Ενώ το ψυγείο ήταν απέναντι από το τραπέζι της κουζίνας και τη μεριά που καθόταν εκείνος συνήθως, τα περισσότερα πρωινά τώρα ούτε που θα της έριχνε μια ματιά ή μπορεί να την κοίταζε αλλά τελείως αφηρημένα. Έβλεπε το χωμάτινο μονοπάτι και τα δέντρα και το φως που τα έσκιζε στη μέση περνώντας ανάμεσά τους αλλά δεν τα κοίταζε. Μπροστά στα μάτια περνούσε άλλη μια μέρα στη δουλειά με γκρίνια, ένταση και παρακάλια για τα μεροκάματα, έβλεπε νούμερα να αθροίζονται από τους απλήρωτους λογαριασμούς, την ασφάλεια για τη σακαράκα του που δεν είχε τακτοποιήσει ακόμα ή έβλεπε πού και πού το πρόσωπο της Ελένης άλλοτε πυρ και μανία μαζί του κι άλλοτε να σκάει στα γέλια με καμιά σαχλαμάρα που θα της είχε πει. Τα περισσότερα πρωινά ένιωθε απλά βαρύς. Δεν ήταν μόνο τα τελευταία δύο χρόνια που σαν να τον είχαν ρίξει, ήταν και τα προηγούμενα που είχαν φύγει και του άφηναν ένα κενό. Δεν ήξερε πού είχε κάνει το λάθος, τι δεν είχε δει, ποια ευκαιρία είχε αφήσει να του γλιστρήσει από τα χέρια για να νιώθει γεμάτος μέσα του, να νιώθει καλά με το ρούχο του εαυτού του που φορούσε κάθε πρωί. 

       Και σήμερα πίνοντας την πρώτη γουλιά από τον ελληνικό του και καίγοντας τη γλώσσα του σιχτιρίζοντας, το βλέμμα του πάλι στάθηκε στην εικόνα απέναντί του αλλά την «κοίταξε» μετά από καιρό. Την κοίταξε τόσο έντονα που ένιωσε σχεδόν το  αεράκι στο μέτωπό του και τις ακτίνες του ήλιου να του καίνε τα μάτια. Και ήταν τόσο ζωντανή αυτή η εικόνα εκείνο το πρωινό που τον πήρε μαζί του. Χαμογέλασε αδιόρατα με το ξεμυάλισμά του και ρούφηξε όχι τόσο αχόρταγα και τη δεύτερη γουλιά. Ένα σφύριγμα ακούστηκε και παραλίγο να του χυθεί ο καφές. Μα από πού ερχόταν; Μέχρι να συνειδητοποιήσει την προέλευση του ήχου κι ένα δεύτερο σφύριγμα με κάτι μεταλλικό μαζί ακούστηκε πάλι και αυτή τη φορά δε σταμάτησε.
Γύρισε προς το νεροχύτη και εκεί του έπεσε το φλυτζάνι από τα χέρια και έσπασε στο μωσαϊκό. Καυτές σταγόνες λέρωσαν το παντελόνι της δουλειάς και του έκαψαν λίγο τα πόδια. Σηκώθηκε όρθιος από το σάστισμα. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Από το μαρμάρινο νεροχύτη δίπλα του, φυτά φύτρωναν στην κυριολεξία και αναρριχόνταν με τρομερή ταχύτητα. Έβγαιναν από τις τρυπούλες στο σιφόνι στο κέντρο του νεροχύτη με αυτόν τον περίεργο , οργανικό ήχο που όσο τον άκουγε τόσο του θύμιζε το σκυλί του όταν γεννούσε τα κουτάβια του όταν ήταν πιτσιρίκι στο παλιό τους σπίτι όταν ζούσε ακόμα ο πατέρας τους. Του είχε κάνει τόση εντύπωση ο ήχος που έκανε όταν το μωρό έβγαινε από το σώμα της μάνας. Υγρός, μεταλλικός, συριστικός ήχος. Δεν ήξερε να ονοματίσει τις πρασινάδες και ήταν το τελευταίο πράγμα που τον ένοιαζε αλλά ναι, ήταν σίγουρος ότι τις είχε ξαναδεί κάπου. Όταν ο νεροχύτης του γέμισε και άρχισαν να βγαίνουν από έξω και να χύνονται με τα φυλλώματά τους στο μωσαϊκό, το συνειδητοποίησε. Ήταν οι πρασινάδες που έβλεπε τα τελευταία δύο χρόνια στην εικόνα στο ψυγείο του. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος αν ήταν η πραγματικότητα ή μια παραίσθηση αυτό που ζούσε εκείνο το πρωινό προς τα τέλη του Οκτώβρη στην κουζίνα του αλλά σε μια  στιγμιαία έκρηξη θάρρους,  άγγιξε τα φυτά αυτά που πλέον είχαν αρχίσει και καταλάμβαναν το πάτωμα και απλώνονταν πίσω από το πλυντήριο και ανέβαιναν προς τα ντουλάπια και τους τοίχους του δωματίου. Ναι , τα ένιωσε αληθινά στα δάχτυλά του. Τον έπιασε πανικός και προσπάθησε να τα κόψει με το μεγάλο μαχαίρι που είχε στο συρτάρι. Ήταν το πρώτο που σκέφτηκε για να τα αναχαιτίσει. Τα πράσινα φύλλα άρχισαν να τυλίγονται στα δάχτυλά του με το πρώτο κόψιμο και πέρασαν ανενόχλητα στο υπόλοιπο χέρι. Έβαλε τις φωνές αλλά από τον τρόμο του δεν κατάφερε να βγει τίποτα άλλο από ένα μουγκρητό που το είχαν ήδη καλύψει τα κλαδιά που με το δικό τους πιο δυνατό ήχο καθώς  μπλέκονταν στο ταβάνι πια.

Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει, καθώς ήταν εγκλωβισμένος σε ένα κατάφυτο δωμάτιο με τις περικοκλάδες να καταλαμβάνουν κάθε ζωτικό κομμάτι του χώρου αλλά και του κορμιού του. Τα κλαδιά ανέβαιναν και έσφιγγαν όλο και πιο σφιχτά τον κορμό του. Η ανάσα του γινόταν όλο και πιο κοφτή και τα χρώματα  είχαν άρχισαν ήδη να αλλοιώνονται και να ξεθωριάζουν. Λίγο πριν χάσει τελείως τις αισθήσεις του, γύρισε με δυσκολία στην εικόνα του ψυγείου και κρατήθηκε να μη βάλει τα γέλια, παρά την τραγικότητα της κατάστασής του. Στην εικόνα που είχε τα δύο τελευταία χρόνια στο ψυγείο του έβλεπε καθαρά τον εαυτό του με τα ρούχα που φορούσε σήμερα στο γνώριμο σκηνικό της κουζίνας του να πίνει τον καφέ του και να κοιτάζει έντονα την κάμερα. Θα έλεγε κανείς ότι κι εκείνη τόσο καιρό χάζευε τον ίδιο και ήθελε να τον επισκεφτεί με τον τρόπο της. Ήθελε να έρθει στο δικό του κόσμο για λίγο, όπως κι εκείνος ήθελε το αντίθετο. Η τελευταία του σκέψη ήταν «Τι περίεργες που είναι οι επιθυμίες  μας», ή κάτι σχετικό. 

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

EVERY SUMMER


           Johan put the map, the notebook with his lucky pencil, an older Mickey Mouse issue and a thermos with coffee in a backpack. He estimated that the route wouldn’t take him more than three hours. He tightened his shoelaces, put on his hat, since the first September days were still very hot and locked the door of his house. The forest began where the big road ended. They had placed signs for security reasons that had faded away with time and now they looked like paintings. Even though it was very close to the small city of Easynoise, very few people visited it. Children, who still went to school, entered with their bikes and explored it for many hours. The grownups though would not get in but still they wouldn’t forbid their children to do so. Everyone knew that the forest was there but none of his friends or his post office colleagues had gone there for a walk or a picnic for many years. It was as if it lost its existence as soon as the adulthood came. 
      Lately, the forest came to his dreams in the form of images of his own explanatory travels when he was still a kid with his friends. So many years had passed since he last remembered this period of his life and now that he saw it again, the carefree feeling that he had then also came along. They would take fruits and their water bottles and disappear all day long with his buddies, Axel with the red hair, chubby Bertel, tall Eric, Hendrik with the crooked teeth and Larsson who would say the most hilarious jokes. They were trying to build a tree house that was never finished, they would climb up the trees, play war and football and when the sun went down they would tell each other ghost stories. Now, half of these friends from school had left town or they were family men with bellies and grey hair. They say that the age of forty is a peculiar state of awareness and maturity for most of the people, when some life goals have been achieved and some new ones have been decided. Or, none of these is true and it is when you only remember what you haven’t done yet. He had no lost touch with some of his childhood friends and he was really pleased to bump into others in the street but now topics such as work, money, family, parents’ health would monopolize such conversations. 
      But he was also in the same situation more or less. He worked in the post office overtime, he had taken a loan to buy a small flat in the city, his father’s health had deteriorated and he spent several hours in the hospital in order to take care of him as much as he could. That is why, when these dreams came, Johan would welcome them and go back to the childhood of his own generation. These dreams were like escape from the difficult daily life, a sort of parallel universe and he really enjoyed the fact that they got more and more frequent. He often saw a building in a part of the forest that he had never visited as a child. It must have been after the glade and after the small bridge. He wondered if that part really existed or it was just a game of the mind. The more he thought of that, the more he wanted to find out in person. And today, on his forty- third birthday, he took a day off and escaped with his old issue of Mickey Mouse that he found in his father’s house, while arranging the cupboards.
  
      The route was harder than he thought. His physical condition was not at its best. He made several stops and he swore that he always promised to quit smoking but never did. He drank his coffee under the old plane tree by the river. The forest covered him, hid him with its thoughts and took away all his inhibitions. He became nine years old again close to it, a sweaty boy full of dirt and scratches on his knees. And then, surrendered in his past that almost ached him like an old scar on the body that you see and the memory of the trauma is awakened, he noticed it standing there over the bridge, the huge stone building that he had seen in his dreams. He shivered when he realized that they walked through this path when they were kids, but they had never noticed it. With his Mickey Mouse in hand, he rolled up his sleeves and took the onward path that led to the stone strict building with the small half-ruined, square windows and the imposing arched door. As he approached it, something pumped inside him, like the relief that you feel when you get home after a long day. It was as if he returned to an old piece of himself, forgotten in the route of his life.
     
      He opened the wooden door which resisted with a hissing squeak. The place was a huge high-ceilinged room with several openings where there used to be doors many years ago. He took a breath and stood still. The thick smell of humidity got him dizzy for a second but he got used to it immediately. Light footsteps and synchronized giggling were heard from the back. By the time he realized who was with him and where they came from, he saw a group of children sticking out of the closest opening in the wall to him. Mickey Mouse fell off his hands and he grabbed the wall in order not to faint. The group of six children with the dirty pants, the scratched knees and the sweaty, flushed cheeks approached him, whispering words that Johan could not make out. His gaze met the child’s who was ahead of the group and his blood froze inside him. The boy with the loose shoe laces and the protruding ears which could not be hidden then behind his long hair like now looked him in the eyes and approached him decisively. When he reached a distance where he could touch the man, the boy leaned over and grabbed the comic. The other kids were behind him and were giggling. It was not possible. It could not be true. It was Axel. Bertel, Eric, Hendrik and Larsson, his best friends from school and the kid in front of him was his nine year-old self!
    The boy examined the comic and then rolled it in his pant’s pocket. “I thought that I had lost it. This is mine and you know it”, he said and it was so eerie to hear his own voice from the past. The man was not able to say a word but in his mind the case unraveled. If he was not mad, he had reached the house where his childhood lived, and apparently not only his own. And if that was the case and this paranoid thought was correct, then he had reached a point in his life where he secretly, without even admitting it to himself, longed for that childhood. But now, seeing himself as a kid grabbing the comic and the rest of the gang giggling with the heroism of their buddy, he couldn’t do anything else but smile. A smile that, without his will, became a gargling laughter that echoed in the cool, stone room. A weight that had stayed for too many years deep inside him got lifted. When he stopped laughing, he looked at his young self who stared at him in a baffling way.  
“So, what do you say, shall we go home now?” he asked him. 
“Yea, sure.” the kid replied enthusiastically. “But how about my friends?” 
“They will take them when time comes.”

He took his hand and went of to the forest together. 

ΚΑΘΕ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ



      Ο Τζόχαν έβαλε σε ένα σακίδιο το χάρτη, το σημειωματάριο με το τυχερό του μολύβι, ένα παλιό τεύχος Μίκυ Μάους και ένα θερμός με καφέ. Είχε υπολογίσει ότι η διαδρομή δε θα του έπαιρνε περισσότερο από τρεις ώρες. Έσφιξε τα κορδόνια των αθλητικών του παπουτσιών, φόρεσε το καπέλο του, μιας και οι πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη ήταν ακόμα πολύ ζεστές, και κλείδωσε την πόρτα του σπιτιού του. Το δάσος ξεκινούσε εκεί που τελείωνε ο μεγάλος δρόμος. Για λόγους ασφαλείας είχαν τοποθετήσει σήματα που είχαν ξεθωριάσει με το χρόνο και έμοιαζαν με ζωγραφιές πλέον. Ενώ ήταν πολύ κοντά στη μικρή πόλη της Ιζινόης, πολλοί λίγοι το επισκέπτονταν. Τα παιδιά, που πήγαιναν σχολείο ακόμα, έμπαιναν με τα ποδήλατά τους και το εξερευνούσαν με τις ώρες. Οι μεγάλοι όμως δεν έμπαιναν, αλλά ούτε και απαγόρευαν στα παιδιά τους να πάνε. Όλοι ήξεραν ότι υπήρχε εκεί αλλά κανένας από τους φίλους του ή τους συναδέλφους του στο ταχυδρομείο δεν είχε πάει για βόλτα ή για πικ νικ εδώ και πολλά χρόνια. Σαν να έχανε την ύπαρξη του, μόλις ερχόταν η ενηλικίωση.  
     Τον τελευταίο καιρό, το δάσος ερχόταν στον ύπνο του με τη μορφή εικόνων από τα δικά του εξερευνητικά ταξίδια όταν ήταν ακόμα παιδί με τους φίλους του. Είχε τόσα χρόνια να θυμηθεί αυτά την περίοδο της ζωής του και τώρα που την ξανάβλεπε, ερχόταν κι αυτή η ανεμελιά που είχε τότε. Έπαιρναν φρούτα και το παγούρι τους με το νερό κι εξαφανίζονταν όλη μέρα με τους κολλητούς του, τον Άξελ με τα κόκκινα μαλλιά, τον χοντρούλη Μπέρτελ, τον πανύψηλο Έρικ, τον Χέντρικ με τα στραβά δόντια και τον Λάρσον που έλεγε τα πιο ωραία ανέκδοτα. Προσπαθούσαν να κατασκευάσουν ένα δεντρόσπιτο που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, σκαρφάλωναν στα δέντρα, έπαιζαν πόλεμο και ποδόσφαιρο κι όταν έπεφτε ο ήλιος, άρχιζαν να λένε ιστορίες με φαντάσματα. Τώρα, οι μισοί από τους φίλους εκείνους του σχολείου είχαν φύγει από την πόλη ή είχαν κάνει οικογένειες, κοιλίτσα και γκρίζους κροτάφους. Τα σαράντα λένε ότι είναι μια περίεργη ηλικία για τους περισσότερους, μια ηλικία συνειδητοποίησης και ωριμότητας, μια ηλικία που έχουν επιτευχθεί κάποιοι στόχοι και μπαίνουν οι καινούργιοι. Ή μπορεί να μην ισχύει αυτό και να σου θυμίζει απλά όλα όσα δεν έχεις κάνει ακόμη. Είχε κρατήσει επαφή με κάποιους από τους παιδικούς του φίλους και πραγματικά χαιρόταν όταν πετύχαινε και άλλους στο δρόμο τυχαία αλλά τώρα πια θέματα συζήτησης όπως η δουλειά, τα λεφτά, η οικογένεια, η υγεία των γονιών θα μονοπωλούσαν εκείνες τις συναντήσεις. 
       Κι εκείνος όμως δεν πήγαινε πίσω. Δούλευε αρκετές ώρες στο ταχυδρομείο, είχε πάρει ένα δάνειο για να αγοράσει ένα μικρό σπίτι στο κέντρο της πόλης, η υγεία του πατέρα του είχε χειροτερέψει και περνούσε αρκετές ώρες στο νοσοκομείο για να τον φροντίζει όσο μπορούσε. Για αυτό και όταν έρχονταν τώρα  τελευταία αυτά τα όνειρα, ο Τζόχαν τα καλοδεχόταν και γύριζε πίσω στην παιδικότητα της δικής του γενιάς. Τα όνειρα αυτά ήταν μια φυγή για τη δύσκολη καθημερινότητα, ένα είδος παράλληλου σύμπαντος και τον τελευταίο καιρό το χαιρόταν που όλο και πλήθαιναν. Έβλεπε όλο και πιο συχνά ένα κτίριο σε ένα σημείο του δάσους που δεν είχε επισκεφτεί ποτέ όσο ήταν παιδί. Μετά το ξέφωτο πρέπει να ήταν και μετά το γεφυράκι. Άραγε να ήταν υπαρκτό το σημείο ή ήταν ένα παιχνίδι του μυαλού; Όσο περισσότερο το σκεφτόταν, τόσο περισσότερο ήθελε να το δει κι από κοντά. Και σήμερα, ανήμερα των τεσσαρακοστών τρίτων γενεθλίων του, πήρε άδεια από τη δουλειά και δραπέτευσε με το παλιό του Μίκυ Μάους που είχε βρει πρόσφατα στο σπίτι του πατέρα του, τακτοποιώντας τα ντουλάπια. 
    

Η διαδρομή ήταν πιο δύσκολη από όσο περίμενε. Η φυσική του κατάσταση δεν ήταν κι η καλύτερη. Έκανε αρκετές στάσεις και βλαστήμησε που όλο έλεγε να κόψει το τσιγάρο και δεν το έκανε. Ήπιε τον καφέ του κάτω από τον πανάρχαιο πλάτανο κοντά στο ποτάμι. Το δάσος τον σκέπαζε, τον έκρυβε με τις σκέψεις του και έδιωχνε όλες του τις αναστολές. Κοντά του γινόταν πάλι εννέα ετών, ένα αγόρι ιδρωμένο, γεμάτο χώματα και γρατζουνιές στα γόνατά του. Και τότε, παραδομένος όπως ήταν στο παρελθόν που σχεδόν τον πονούσε σαν ένα παλιό σημάδι στο σώμα που το βλέπεις και σου ξυπνάει την ανάμνηση του τραύματος, το πρόσεξε να αχνοφαίνεται πέρα από τη γέφυρα. Το τεράστιο πέτρινο κτίριο που είχε δει και στα όνειρά του. Ανατρίχιασε καθώς αυτό το μονοπάτι το περνούσαν όταν ήταν πιτσιρίκια και δεν το είχαν δει ποτέ τότε. Με το Μίκυ Μάους στο χέρι, ανασκουμπώθηκε και πήρε την ανηφόρα για να φτάσει στο πέτρινο, αυστηρό κτίριο με τα μικρά, μισογκρεμισμένα, τετράγωνα παράθυρα και την επιβλητική, αψιδωτή πόρτα. Όσο το πλησίαζε, τόσο κάτι σκιρτούσε μέσα του, σαν την ανακούφιση που νιώθεις όταν γυρίζεις σπίτι μετά από μια κουραστική μέρα. Ήταν σαν να γυρνούσε σε ένα δικό του παλιό κομμάτι που είχε ξεχάσει στη διαδρομή της ζωής του. 
    

Άνοιξε την ξύλινη πόρτα που του αντιστάθηκε με ένα συριστικό τρίξιμο. Ο χώρος ήταν ένα τεράστιο, ψηλοτάβανο δωμάτιο με διάφορα ανοίγματα όπου πριν πολλά χρόνια θα υπήρχαν πόρτες. Πήρε μια ανάσα και κοντοστάθηκε. Η πνιγερή μυρωδιά της υγρασίας τον ζάλισε για λίγο αλλά το συνήθισε σχεδόν αμέσως. Μικρά ποδοβολητά ακούστηκαν από το βάθος και συγχρονισμένα χάχανα. Μέχρι να συνειδητοποιήσει από πού έρχονται και ποιοι βρίσκονται μαζί του στο δωμάτιο, είδε μια παρέα παιδιών να ξεπροβάλλει από το πιο κοντινό σε αυτόν άνοιγμα του τοίχου. Το Μίκυ Μάους του έπεσε από τα χέρια και πιάστηκε από την πόρτα για να μη λιποθυμήσει. Η παρέα των έξι παιδιών με τα βρώμικα παντελονάκια και τα γρατζουνισμένα γόνατα και τα ιδρωμένα, αναψοκοκκινισμένα μάγουλα τον πλησίαζαν, ψιθυρίζοντας λόγια που ο Τζόχαν δεν μπορούσε να διακρίνει.  Το βλέμμα του συναντήθηκε με του παιδιού που προπορευόταν και ένιωσε το αίμα του να παγώνει μέσα του. Το παιδί με τα λυμένα  κορδόνια στα φθαρμένα του αθλητικά παπούτσια και τα πεταχτά αυτιά, που τότε δεν μπορούσε να κρύψει κάτω από μακριά μαλλιά όπως τώρα, τον κοιτούσε στα μάτια και τον πλησίαζε αποφασιστικά. Όταν έφτασε σε απόσταση που θα μπορούσε να τον αγγίξει , το παιδί έσκυψε και έπιασε το Μίκυ Μάους. Τα υπόλοιπα πιτσιρίκια ήταν πίσω του και χασκογελούσαν. Δεν ήταν δυνατόν. Δεν μπορούσε να το χωρέσει ο νους του. Ήταν ο Άξελ, ο Μπέρτελ, ο Έρικ, ο Χέντρικ και ο Λάρσον, οι καλύτεροι του φίλοι από το σχολείο και το παιδάκι μπροστά του ήταν ο εννιάχρονος εαυτός του!
      Το παιδί επεξεργάστηκε το κόμικ και το έβαλε κυλινδρικά στην τσέπη του παντελονιού του. «Νόμιζα ότι το είχα χάσει. Αυτό είναι δικό μου και το ξέρεις», του είπε και ήταν τόσο απόκοσμο να ακούει την ίδια του τη φωνή από το παρελθόν. Δεν κατάφερε να αρθρώσει λέξη αλλά στο μυαλό του είχε ήδη αρχίσει να λύνεται το μυστήριο. Αν δεν ήταν τρελός, τότε απλά είχε φτάσει στο σπίτι όπου κατοικούσε η παιδικότητά του. Κι όχι μόνο η δική του, από ότι έδειχναν τα πράγματα. Κι αν ήταν έτσι, κι αν αυτή η παρανοϊκή σκέψη ήταν αληθινή, μάλλον είχε φτάσει σε ένα σημείο της ζωής του που την αναζητούσε έντονα, ενδόμυχα, χωρίς να το έχει ομολογήσει ούτε καν στο εαυτό του. Αλλά τώρα, βλέποντας τον ίδιο να αρπάζει το Μίκυ Μάους του και την υπόλοιπη αλητοπαρέα του να χασκογελάει με τον ηρωισμό του κολλητού τους, δεν μπόρεσε να μη σκάσει ένα χαμόγελο. Ένα χαμόγελο που άθελά του έγινε ένα γάργαρο γέλιο που αντήχησε στο δροσερό, πέτρινο δωμάτιο. Ένα βάρος έφυγε από μέσα του. Ένα βάρος πολλών ετών που είχε κουρνιάσει πολύ βαθιά. Κι όταν σταμάτησε να γελάει, κοίταξε το μικρό του εαυτό που είχε σαστίσει.



    " Τι λες, πάμε σπίτι τώρα;" τον ρώτησε.
    " Ναι, αμέ," του απάντησε ο μικρός με ενθουσιασμό. "Οι φίλοι μου όμως;"
    " Θα τους πάρουν όταν έρθει η ώρα".
    Τον έπιασε από το χέρι και βγήκαν στο δάσος μαζί.

    Σάββατο, 1 Αυγούστου 2015

    DEPARTURE

    He squeezed his things in the worn backpack in order to get it zipped. Another summer was here with the same mood of escaping and the same favorite map that fits all the routes. What’s the destination for this year? Getting away is the only thing that matters, running away from our inner self. Put the keys in your pocket and off we go…



    We’ll meet again on September 1

    ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

    Στρίμωξε τα πράγματά του στον ταλαιπωρημένο σάκο για να κλείσει το  φερμουάρ. Άλλο ένα καλοκαίρι είχε έρθει με την ίδια διάθεση απόδρασης και με τον αγαπημένο χάρτη που χωράει όλες τις διαδρομές . Ο προορισμός για φέτος; Η φυγή έχει σημασία και μόνο αυτή, εντός και εκτός μας. Κλειδιά στην τσέπη και φύγαμε …



    Ραντεβού πρώτη Σεπτέμβρη

    Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

    THE LIGHT BLUE BOY



       His name was Andrew. He lived with his parents in the village Miriandela, a small dot on the map, by the shore with no more than 63 inhabitants. They all worked in the sardine canning factory, “The silver sardine”. Everyone, but the elderly Mr. Zakastio, who usually spent the mornings with his walking stick strolling at the beach. Mr. Zakastio was a serious, seventy-five-year-old man, who always wore suspenders all year long. He was his unofficial guardian when his parents were at the factory. Andrew was six years old, he was the only child in the village and this was the summer that changed his life.
        They had moved about a year and a half ago. They had left their old neighborhood, where there were no jobs anymore and came to Miriandela for a while, until things got better and Andrew started school. They would then go back or follow the jobs in a bigger city. The factory sucked all of their energy. They left at dawn from home and they returned late in the afternoon. Mum would prepare the boy’s breakfast and would tenderly kiss him goodbye. His father would do the same, carefully in order not to wake him up, but their perfume and the caresses would always do. He ached for them more than anything else in his day. He would put on his clothes hastily and would follow them to the factory at the edge of the beach. There, he would meet Mr. Zakastio, who was out for the first walk of the day and he would watch out for him as he would play alone with the pebbles. There would be many more walks throughout the day for Mr. Zakastio. There would be a day that excruciatingly looked like the previous one or the one that was about to follow for Andrew. His parents always returned too tired from work. For Andrew, the factory looked like a strange, grey dinosaur that took away his parents each day and his friends from his old neighborhood. It would exhaust them and bring them headaches with the rhythmic hum of its mechanical respiration and the smoke coming out of its chimney. It would swallow the mood for games and the rage would start growing in his tiny heart. 
         Occasionally, small fish approached in various shapes that resembled a trembling vortex. He would have a quick look at them and then throw small pebbles at them and make them go away. It was one of his solitary games while Mr. Zakastio would sit a bit further back and read his newspaper. The fish that approached the shore today though, looked like no other he had seen before. He got scared when he caught a move in the dark water with the corner of his eye, a bulk was approaching almost shyly. As it got closer, Andrew remained speechless out of daze and fear. He had never seen such a large fish before and with such a vivid color. He stared at it without moving. The head, the body and the tail had a blinding light blue color that could hypnotize you. It was phosphorescent underwater and brighter than the blue sky after the storm. The strangest thing though, was its look. Its eyes that popped out from the rest of the body, were staring at him. Yes, he felt that glass eye on him, as if it weighed his strength, as if it penetrated him. He shivered and cold sweat ran into his spine. The huge fish, which was a bit smaller than his own height, blinked and with a sudden turn, disappeared into the open sea. Could it be his imagination? Did the grey sea create shadows and his mind gave birth to imaginary creatures? 
        
    His heart was about to explode. He turned around and looked at Mr. Zakastio. The man continued to browse the newspaper with the same indifferent feeling, without having understood the slightest thing. Still, it couldn’t be his imagination. As long as it lasted, everything inside him was upside down. It was the first time in a while that he felt being looked at, that he felt someone else’s gaze penetrate him and dissolve that thick layer of his solitude. 
         He spent the rest of the day thinking about it. This marine creature had haunted him. The boy participated in the worn out afternoon games with his parents and he saw it again in his dreams at night. He wanted to ask them if there were so big fish out there with such a bright color, but something kept him back. They probably wouldn’t believe him and a part of him still wasn’t sure. Lately, he felt isolated and most of the words were in his mind without finding their way out. He really wanted it to be true, a blue fish for company… 
        The next morning he was playing with pebbles by the sea filled with impatience and anxiety. The day was warm and sunny, Mr. Zakastio wiped the drops of sweat with the handkerchief he had in his pocket, browsing the newspaper, and young Andrew just waited to see it again, and no matter how impossible it seemed, it came. The big fish stood still and waved his tail. Andrew got up and approached. The fish didn’t get scared and didn’t move, on the contrary, it looked deep into the boy’s eyes in an almost human way. The boy took off his shoes and stepped into the sea. He made four slow steps not to scary it away and make it run away. No, the fish remained staring at him. Andrew put his hands in the water and stayed frozen still, breathless. The fish, glistering while the rays of light fell into water, swam a bit closer to him. The more it got closer to the boy, the more the boy’s mind got number. A strange feeling that he hadn’t experienced before, it was as if his emotional landscape had been deserted and space was being created for this creature only. No, he was not afraid of it. On the contrary a strange feeling of intimacy was born between them that could not be explained by any laws of logic. They looked each other deep in the eyes and after a while the fish gracefully turned and disappeared in the ocean. Andrew shivered as it left and almost did not believe this sense of promise he had received in his confused mind. He couldn’t explain it to Mr. Zakastio but yes, the big blue fish had spoken to him in a way. Naturally, neither his parents seemed to believe him at lunch when he shared his experience with them. They were condescending but he knew deep down that they hadn’t believed a word. For them, he was a small boy making up stories to kill the boredom he felt with the elderly man overlooking his lonesome games. 
         The following month was apocalyptic and the events from one point on started their canter leaving behind all the logical interpretations. Every day the light blue fish came near the shore and every day Andrew was eagerly waiting for it. He dived with his floaties and swam together. The fish never went deep into the ocean as if it felt how small the boy was. It sometimes let him touch its fins and tail. A strange relationship of mutual trust was born. Mr. Zakastio watched him and never expressed a comment on his new habits. The small boy often wondered: “oh well, doesn’t he see the fish?” He had asked him but the answers he got were not informative. “But yes, of course, I have seen it, but please don’t go any deeper, stay there where I can see you.” Andrew had found a friend, a companion in that creature that didn’t seem to ask anything from him. Their small stroll would last for a while but it was incredibly fulfilling for the boy and as time passed, the bond between them grew stronger. The first numbness of the contact was now transformed into a communication form. No, of course the fish could not speak but there were times when he felt words and saw scattered images in his mind. He had sensed that it was young like him, despite his big size. He had sensed that it lived deep into the ocean and he was almost hurt when he felt a big family behind it. It had a lot of brothers and its flock would soon begin its big journey. When he touched it, he strongly tried to transmit images of his own life. He thought of his mom and dad and how much he missed them during the day, how much he missed his friends and how angry he was with that big, grey factory behind him. He tried to say in his own way that it was the factory’s fault that his parents were always tired and his life had changed so much. He tried to say a lot of things but he wasn’t sure if the fish could sense any of these. 

      
      Everything happened in a day. He woke up that morning and his skin was rough. He saw small silver fish scales on his hands which could not be removed no matter how hard he rubbed them. The boy smiled. He was not afraid at all. He already knew what was about to happen. He wore a long-sleeved blouse for he didn’t want his parents to see. When they came to kiss him, they teased him that he smelled like the sea and that he probably didn’t have a proper shower the day before. At the beach, Mr. Zakastio was always with his newspaper. The boy awkwardly smiled and turned his back at him. He turned and saw the fish coming towards him. He took off his clothes and let his sight fill with the sea. Everything happened so fast. Mr. Zakastio was an old man and he couldn’t run when he saw the blindingly light blue color fill the boy’s body. His eyes, of course could not distinguish the iridescent fish scales that decorated his small body, nor could he understand that the strong smell, like the breath of the ocean, came out of every pore of his and not out of the rough waters that got forceful as if they were waiting for something like this to happen for so long. The small boy dived and followed the fish in the ocean. He had entered without his floaties, he no longer needed them. The sea had become a kind of womb that let his old self go and let the new one evolve. He had deeply craved for that new world of companionship in the depths of the ocean, he had imagined it for so many nights before falling asleep, he had envisioned it in so many of his dreams that now he knew that it was becoming reality. The ocean took his identity and his nature and gave him in return a brave new world to belong to, a large family for him. His eerie transformation happened really fast, he wasn’t sure if he had any second thoughts or questions about his new life but he had a tremendous faith in himself, not really knowing its origin. Maybe he was the first and the last or just another link in a chain of exchanges that had no beginning or ending. It was his last thought when he felt his breath coming out of his gills. He searched for his body but he saw it in the fish opposite him. It wore his clothes, its skin was smooth and its eyes looked at him intensely, like the first day. It had entered his old body and it seemed like it hadn’t got used to its new way of breathing. It skillfully reached the surface of the sea and he heard it take a long breath. Andrew waved his tail and disappeared into the deep, his new home that he had to discover and get ready for the big journey. They never saw him near the beach again. The small boy never spoke after that dive. His parents believed that the dive had caused some kind of damage. The doctors could not find what was wrong with him. They never accused Mr. Zakastio, who never made it on time to prevent the harm. They never understood what exactly happened that morning at the beach. Their son never got in the sea again but he went and gazed it for hours, with his eyes closed, for the rest of the summer. They let him listen to the ocean and communicate with it in a secret language which they could not share with him any more.