Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

ΙΣIΑΛΛΑ


      Την είχε κόψει από ένα περιοδικό όταν είχε πάει στον οδοντίατρο την τελευταία φορά. Τον περίμενε στο σαλονάκι για εκείνο το σφράγισμα που το είχε καθυστερήσει κάμποσους μήνες. Ήταν μόνος και χάζευε ένα περιοδικό με ταξίδια. Έπεσε το μάτι του πάνω σε αυτή την εικόνα από ένα εξωτικό δάσος που πλέον δε θυμόταν σε ποιο σημείο του χάρτη βρίσκεται αλλά εκείνη την ώρα  τον εντυπωσίασε. 
«Κοίτα βρε παιδί μου, τι ομορφιά υπάρχει εκεί έξω. Τι γαλήνη» .
Όλο κι όλο ήταν ένα μονοπάτι στη μέση μιας ζούγκλας αλλά η βλάστηση ήταν τόσο πυκνή που δημιουργούσε ένα πράσινο στεφάνι για να το διασχίσεις. Έμεινε να το χαζεύει για ώρα και ένιωθε σαν να ήταν εκεί, να προσπαθεί να το περάσει, τα ρούχα του να κολλάνε πάνω του από τη ζέστη και την υγρασία, να είναι κουρασμένος και μόνο το τραγούδι των εξωτικών πουλιών, το σφύριγμα των εντόμων και η λαχανιασμένη του αναπνοή να φτάνει στα αυτιά του. Μόνος του στο σαλονάκι και του ήρθε η επιθυμία να κόψει τη σελίδα και να την παραχώσει στην τσέπη του τζην του. Με το δόντι σφραγισμένο γυρνώντας το απόγευμα στο σπίτι, έβγαλε τη σελίδα από την τσέπη του, την έκοψε ίσια με το ψαλίδι και την κόλλησε στο πλάι του ψυγείου με ένα μαγνήτη διαφημιστικό από το σουβλατζίδικο της γειτονιάς στην παρακάτω γωνία. 
«Ας βλέπω τη ζούγκλα με τον καφέ μου και όταν το βαρεθώ το πετάω, έτσι να το ταξιδεύουμε το πρωί το μυαλό.»
      Από τότε είχαν περάσει δύο χρόνια και η εικόνα ήταν ακόμα εκεί, όπως και η ζωή του που είχε κολλήσει στο ίδιο σημείο με το ίδιο μαγνητάκι στο ψυγείο του. Εξακολουθούσε να δουλεύει στο ξυλουργείο αλλά οι δουλειές είχαν πέσει φυσικά και τα μεροκάματα που του χρωστούσαν είχαν μαζευτεί πολλά. Καμιά φορά δούλευε γκαρσόνι  τα σαββατοκύριακα στην ταβέρνα του ξάδερφου του όταν είχε κλεισμένους γάμους και ήθελε επιπλέον βοήθεια. Μια φορά το μήνα θα έβλεπε τη μάνα του και θα έτρωγαν παρέα. Σε αυτές τις κυριακάτικες συναντήσεις ερχόταν κάποιες φορές και η αδερφή του με τα παιδιά. Ο γαμπρός του θα έμενε σπίτι γιατί ήταν κουρασμένος αλλά όλοι ήξεραν ότι δεν είχαν τι να πουν και είχαν περάσει στο επόμενο στάδιο όπου δε χρειάζεται να κρατάς πια τα προσχήματα. Μεταξύ μας, ούτε και εκείνος είχε να πει και πολλά με τους δικούς του. Όσο μεγάλωνε ο ίδιος, μεγάλωνε και το κενό ανάμεσά τους. Η αδερφή του ήταν πάνω από τα παιδιά και τα άγχη τους, η μάνα του με τα θέματα υγείας της και τον καημό της .
 « Εσύ βρε Γιάννη μου, πότε θα νοικοκυρευτείς να κάνεις κανένα παιδάκι; Άντε περνάνε τα χρόνια, δεν είσαι παλικαράκι πια.»
 Στην αρχή θύμωνε μαζί της και αρπάζονταν. Λόγια του αέρα αλλά πόσες φορές δεν ακούστηκαν και πικρές αλήθειες.
 «Είδαμε και εσένα που πήρες το πρώτο κελεπούρι ή τη Λίνα που πήρε τον πρώτο αριθμό του λαχείου.» Τώρα πια σώπαινε και απλά μουρμούραγε:
 «Αυτά είναι τυχερά» και σταματούσε εκεί την κουβέντα.
     Με την Ελένη το είχαν διαλύσει εδώ και κανένα εξάμηνο. Τι τα σκαλίζεις, δεν έχει σημασία τι έγινε, ποιος φταίει και δε φταίει. Του έλειπε, όσο κι αν δεν το παραδεχόταν ούτε στον εαυτό του. Του έλειπε το ζεστό της σώμα στο κρεβάτι του και εκείνη η φροντίδα για τα καθημερινά. Το σπίτι ήταν πιο ζωντανό όταν ήταν κι εκείνη εκεί, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι ήταν πιο ζωντανό και από τους καυγάδες τους. Ένα πρωινό πίνανε τον καφέ τους στο τραπέζι της κουζίνας και τον ρώτησε για την εικόνα στο ψυγείο. «Εδώ πού είναι; Είσαι σε κάποια εκδρομή;»
«Μπα, όχι, είναι σε ένα μέρος που δε θυμάμαι πού πέφτει στο χάρτη αλλά μ αρέσει να το χαζεύω.»
«Πού ξέρεις, ίσως θυμηθείς πού είναι και με πας κάποια μέρα», του είχε πει και τον είχε χαϊδέψει στο σβέρκο με τρυφερότητα.
Είχε περάσει καιρός από τότε. Ενώ το ψυγείο ήταν απέναντι από το τραπέζι της κουζίνας και τη μεριά που καθόταν εκείνος συνήθως, τα περισσότερα πρωινά τώρα ούτε που θα της έριχνε μια ματιά ή μπορεί να την κοίταζε αλλά τελείως αφηρημένα. Έβλεπε το χωμάτινο μονοπάτι και τα δέντρα και το φως που τα έσκιζε στη μέση περνώντας ανάμεσά τους αλλά δεν τα κοίταζε. Μπροστά στα μάτια περνούσε άλλη μια μέρα στη δουλειά με γκρίνια, ένταση και παρακάλια για τα μεροκάματα, έβλεπε νούμερα να αθροίζονται από τους απλήρωτους λογαριασμούς, την ασφάλεια για τη σακαράκα του που δεν είχε τακτοποιήσει ακόμα ή έβλεπε πού και πού το πρόσωπο της Ελένης άλλοτε πυρ και μανία μαζί του κι άλλοτε να σκάει στα γέλια με καμιά σαχλαμάρα που θα της είχε πει. Τα περισσότερα πρωινά ένιωθε απλά βαρύς. Δεν ήταν μόνο τα τελευταία δύο χρόνια που σαν να τον είχαν ρίξει, ήταν και τα προηγούμενα που είχαν φύγει και του άφηναν ένα κενό. Δεν ήξερε πού είχε κάνει το λάθος, τι δεν είχε δει, ποια ευκαιρία είχε αφήσει να του γλιστρήσει από τα χέρια για να νιώθει γεμάτος μέσα του, να νιώθει καλά με το ρούχο του εαυτού του που φορούσε κάθε πρωί. 

       Και σήμερα πίνοντας την πρώτη γουλιά από τον ελληνικό του και καίγοντας τη γλώσσα του σιχτιρίζοντας, το βλέμμα του πάλι στάθηκε στην εικόνα απέναντί του αλλά την «κοίταξε» μετά από καιρό. Την κοίταξε τόσο έντονα που ένιωσε σχεδόν το  αεράκι στο μέτωπό του και τις ακτίνες του ήλιου να του καίνε τα μάτια. Και ήταν τόσο ζωντανή αυτή η εικόνα εκείνο το πρωινό που τον πήρε μαζί του. Χαμογέλασε αδιόρατα με το ξεμυάλισμά του και ρούφηξε όχι τόσο αχόρταγα και τη δεύτερη γουλιά. Ένα σφύριγμα ακούστηκε και παραλίγο να του χυθεί ο καφές. Μα από πού ερχόταν; Μέχρι να συνειδητοποιήσει την προέλευση του ήχου κι ένα δεύτερο σφύριγμα με κάτι μεταλλικό μαζί ακούστηκε πάλι και αυτή τη φορά δε σταμάτησε.
Γύρισε προς το νεροχύτη και εκεί του έπεσε το φλυτζάνι από τα χέρια και έσπασε στο μωσαϊκό. Καυτές σταγόνες λέρωσαν το παντελόνι της δουλειάς και του έκαψαν λίγο τα πόδια. Σηκώθηκε όρθιος από το σάστισμα. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Από το μαρμάρινο νεροχύτη δίπλα του, φυτά φύτρωναν στην κυριολεξία και αναρριχόνταν με τρομερή ταχύτητα. Έβγαιναν από τις τρυπούλες στο σιφόνι στο κέντρο του νεροχύτη με αυτόν τον περίεργο , οργανικό ήχο που όσο τον άκουγε τόσο του θύμιζε το σκυλί του όταν γεννούσε τα κουτάβια του όταν ήταν πιτσιρίκι στο παλιό τους σπίτι όταν ζούσε ακόμα ο πατέρας τους. Του είχε κάνει τόση εντύπωση ο ήχος που έκανε όταν το μωρό έβγαινε από το σώμα της μάνας. Υγρός, μεταλλικός, συριστικός ήχος. Δεν ήξερε να ονοματίσει τις πρασινάδες και ήταν το τελευταίο πράγμα που τον ένοιαζε αλλά ναι, ήταν σίγουρος ότι τις είχε ξαναδεί κάπου. Όταν ο νεροχύτης του γέμισε και άρχισαν να βγαίνουν από έξω και να χύνονται με τα φυλλώματά τους στο μωσαϊκό, το συνειδητοποίησε. Ήταν οι πρασινάδες που έβλεπε τα τελευταία δύο χρόνια στην εικόνα στο ψυγείο του. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος αν ήταν η πραγματικότητα ή μια παραίσθηση αυτό που ζούσε εκείνο το πρωινό προς τα τέλη του Οκτώβρη στην κουζίνα του αλλά σε μια  στιγμιαία έκρηξη θάρρους,  άγγιξε τα φυτά αυτά που πλέον είχαν αρχίσει και καταλάμβαναν το πάτωμα και απλώνονταν πίσω από το πλυντήριο και ανέβαιναν προς τα ντουλάπια και τους τοίχους του δωματίου. Ναι , τα ένιωσε αληθινά στα δάχτυλά του. Τον έπιασε πανικός και προσπάθησε να τα κόψει με το μεγάλο μαχαίρι που είχε στο συρτάρι. Ήταν το πρώτο που σκέφτηκε για να τα αναχαιτίσει. Τα πράσινα φύλλα άρχισαν να τυλίγονται στα δάχτυλά του με το πρώτο κόψιμο και πέρασαν ανενόχλητα στο υπόλοιπο χέρι. Έβαλε τις φωνές αλλά από τον τρόμο του δεν κατάφερε να βγει τίποτα άλλο από ένα μουγκρητό που το είχαν ήδη καλύψει τα κλαδιά που με το δικό τους πιο δυνατό ήχο καθώς  μπλέκονταν στο ταβάνι πια.

Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει, καθώς ήταν εγκλωβισμένος σε ένα κατάφυτο δωμάτιο με τις περικοκλάδες να καταλαμβάνουν κάθε ζωτικό κομμάτι του χώρου αλλά και του κορμιού του. Τα κλαδιά ανέβαιναν και έσφιγγαν όλο και πιο σφιχτά τον κορμό του. Η ανάσα του γινόταν όλο και πιο κοφτή και τα χρώματα  είχαν άρχισαν ήδη να αλλοιώνονται και να ξεθωριάζουν. Λίγο πριν χάσει τελείως τις αισθήσεις του, γύρισε με δυσκολία στην εικόνα του ψυγείου και κρατήθηκε να μη βάλει τα γέλια, παρά την τραγικότητα της κατάστασής του. Στην εικόνα που είχε τα δύο τελευταία χρόνια στο ψυγείο του έβλεπε καθαρά τον εαυτό του με τα ρούχα που φορούσε σήμερα στο γνώριμο σκηνικό της κουζίνας του να πίνει τον καφέ του και να κοιτάζει έντονα την κάμερα. Θα έλεγε κανείς ότι κι εκείνη τόσο καιρό χάζευε τον ίδιο και ήθελε να τον επισκεφτεί με τον τρόπο της. Ήθελε να έρθει στο δικό του κόσμο για λίγο, όπως κι εκείνος ήθελε το αντίθετο. Η τελευταία του σκέψη ήταν «Τι περίεργες που είναι οι επιθυμίες  μας», ή κάτι σχετικό. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου