Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

THE FOUR LANTERNS - HAPPY NEW GIGGLE



Είναι το πρώτο εορταστικό ρεβεγιόν στο ξενοδοχείο «Four Lanterns» μετά την ανακαίνισή του. Όλοι βρίσκονται επί ποδός. Γυαλίζουν ασημικά, πολυελαίους, πόμολα, μαχαιροπίρουνα. Οι κρατήσεις έχουν πάρει φωτιά, όχι μόνο από τους ενοίκους του ξενοδοχείου αλλά και από κατοίκους της Μπρενανσόν που θέλουν να αλλάξουν τη χρονιά στη μεγάλη αίθουσα του χορού. Ο Ζενεβιέ είναι πίσω από τα τηλέφωνα και συνέχεια προσθέτει ονόματα στη λίστα των κρατήσεων. Όλο το προσωπικό τρέχει, ανεβοκατεβαίνει σκάλες, στολίζει με φώτα τους θάμνους και τα δέντρα του κήπου. ‘Ολα πρέπει να είναι έτοιμα για την παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Και η μεγάλη μέρα έφτασε. Ο Ζενεβιέ είναι συνεχώς μέσα στην κουζίνα. Έχει επιμεληθεί το εορταστικό μενού και επιβλέπει τις τελευταίες λεπτομέρειες. Η σούπα βελουτέ από μέδουσες του ανοιχτού ωκεανού είναι τόσο αφρισμένη όσο πρέπει, τα καραμελωμένα πέταλα ανεμώνης είναι εξαιρετικά ντελικάτα για να γαρνίρουν το αγριογούρουνο, τα εξωτικά φρούτα έφτασαν το πρωί και διατηρούνται σε ειδικές θερμοκρασίες για να σερβιριστούν όταν έρθει η ώρα σε καλάθια φτιαγμένα από τροπικά φύλλα. Συνομιλεί με τον Ροζά για την επάρκεια της κάβας. Το κελάρι είναι γεμάτο από τοπικές ποικιλίες κρασιών αλλά και εξαιρετικά παλαιωμένα που τα φύλαγαν για την περίσταση. Κοιτάει το ρολόι του ανήσυχα. 
«Θα έπρεπε να είναι εδώ από ώρα» σκέφτηκε. «Λίγο ακόμα και δε θα προλάβουμε, οι καλεσμένοι θα αρχίσουν να έρχονται σε λίγο.»
Και όντως. Οι ένοικοι του ξενοδοχείου αρχίζουν και κατεβαίνουν ντυμένοι γιορτινά και λαμπερά. Καταφθάνουν σιγά σιγά και οι κάτοικοι ενθουσιασμένοι που θα δουν το ξενοδοχείο από κοντά. Ο Ζενεβιέ τους υποδέχεται στην πόρτα χαμογελαστός. Έχει να πει έναν καλό λόγο στον καθένα τους. Σημειώνει τα ονόματά τους στη λίστα με τις κρατήσεις. Ξέρει ότι η αίθουσα θα είναι γεμάτη. Με την άκρη του ματιού του βλέπει τον Αλφρέδο να μπαίνει τρέχοντας, σχεδόν λαχανιασμένος, κρατώντας προσεκτικά ένα μεγάλο γυάλινο βάζο. Ο Ζενεβιέ του γνέφει να τον πλησιάσει. Ο Αλφρέδος του ψιθυρίζει: «Όλα είναι υπό έλεγχο. Δυσκολεύτηκα λίγο αλλά είμαι σίγουρος ότι θα φτάσει για απόψε», και κατευθύνεται γρήγορα προς την κουζίνα. Ο Ζενεβιέ ανακουφισμένος συνεχίζει να υποδέχεται κόσμο.
 Όλοι είναι ενθουσιασμένοι από το μενού και το κρασί και φυσικά τις εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου. Οι πόρτες της αίθουσας ανοίγουν και κλείνουν συνέχεια και οι σερβιτόροι έρχονται με γεμάτα πιάτα, φεύγουν με άδεια, γεμίζουν ποτήρια συνέχεια. Οι κουβέντες έχουν ανάψει και τα πηγαδάκια δίνουν και παίρνουν. Τα θέματα συζήτησης γυρνάνε γύρω από την πολιτική, τον  πολιτισμό και, όταν το κρασί έχει κοκκινίσει και τα τελευταία μάγουλα των συνδαιτυμόνων, φυσικά γύρω από τον έρωτα και τις γυναίκες. Στην κορύφωση της νύχτας τα φώτα στους πολυελαίους χαμηλώνουν. Ο Ζενεβιέ μπαίνει στην αίθουσα κρατώντας ένα ποτήρι ψηλά με ένα αχνιστό διάφανο υγρό. Οι σερβιτόροι τον ακολουθούν γεμίζοντας τα ποτήρια των καλεσμένων από το ίδιο αχνιστό υγρό. 
«Φίλοι μου, σε λίγο τελειώνει η χρονιά και θα έρθει μια ελπιδοφόρα καινούργια. Απόψε έχουμε ετοιμάσει για σας μια έκπληξη, η καλύτερη υποδοχή όσων είναι να έρθουν. Ας μετρήσουμε αντίστροφα. 10  9  8  7  6  5  4  3  2  1 .... Καλή χρονιά!» φωνάζει και πίνει μια γενναία γουλιά. Το ίδιο κάνουν  και όλοι οι καλεσμένοι και το προσωπικό και ανταλλάζουν χειραψίες, φιλιά και αγκαλιές. Και μετά επικρατεί μια σιωπή περίεργη, αμήχανη. Όλοι κοιτάζονται μεταξύ τους ερευνητικά. Και σαν να είναι συντονισμένοι, ξεσπούν σε ένα μειδίαμα που σε κλάσματα δευτερολέπτου γίνεται γέλιο που γίνεται χάχανo δυνατό. Το δυνατό χάχανο γίνεται ακόμα πιο δυνατό, τόσο δυνατά που φέρνει δάκρυα σε κάποιους ή άλλους τους κάνει να κρατάνε την κοιλιά τους. Όλη η αίθουσα τραντάζεται από γέλια ανεξήγητα που δε λένε να σταματήσουν. Είναι μια πράξη που φέρνει μια λύτρωση και μια απελευθέρωση πρωτόγνωρη. Ο Ζενεβιέ είναι απόλυτα ευχαριστημένος με το θέαμα. Η έκπληξη λειτούργησε θαυμάσια. Πάντα τα παιδικά χαχανητά σε σφηνάκι κάνουν τέτοιες αλυσιδωτές αντιδράσεις θετικής εκτόνωσης. Είναι τόσο μεταδοτικό το γέλιο που φέρνουν που δύσκολα μπορεί να  σταματήσει. 
«Πολύ καλή δουλειά Αλφρέδο για άλλη μια φορά, αν και ομολογώ ότι αγχώθηκα όσο πέρναγε η ώρα και δεν είχες γυρίσει» εκμυστηρεύεται στον πιστό του καμαρότο που γελάνε ακόμα και τα πλοκάμια στις τιράντες του.
«Ήταν λίγο δύσκολο να βρω συγκεντρωμένα παιδάκια τέτοια ώρα έξω με τόσο κρύο αλλά κράτησα λίγα χάχανα από μια παρέα που έφτιαχναν χιονάνθρωπους»
Ο Ζενεβιέ τον χτυπάει φιλικά στον ώμο.
«Καλή χρονιά να έχουμε!»  

THE FOUR LANTERNS - HAPPY NEW GIGGLE



It is the first New Year’s Eve at the “The Four Lanterns” hotel after its renovation. Everyone is working hard. They polish the silverware, the chandeliers, the knobs and the cutlery. The reservations are so many not only by the hotel tenants but also from Brenanson’s residents who want to experience that night in the ballroom. Jenevier is constantly on the phone and he keeps on adding names to the reservation list. All the stuff is running, going up and down the stairs, decorating with lights the bushes and the trees of the garden. Everything must be ready for New Year’s Eve.
And the big day is here. Jenevier is constantly in the kitchen. He has taken care of the festive menu and he oversees the last details. The creamy soup from jellyfish of the open seas is as foaming as it should be, the caramelized anemone petals are far too delicate to garnish the wild boar, the exotic fruits arrived this morning and they are kept under special temperature and they will be served in baskets made out of tropical leaves. He talks to Roza about the sufficiency of the cellar. It is full of local wine varieties but also exceptionally aged well-kept for the occasion. He stares at his watch. 
“He should have been here by now” he thought. “We won’t be able to make it, the guests will be arriving soon.”
Indeed the hotel tenants are going down the stairs all dressed up in their festive shiny clothes. The residents of the city gradually arrive excited to see the hotel. Jenevier welcomes them at the door smiling. He has a kind word for everyone. He is checking their names on his reservation list. He knows that the ballroom will be full tonight. From the corner of his eye he sees Alfred rushing in, almost panting, and carefully holding a big glass jar. Jenevier nods at him to approach. Alfred whispers: “Everything is under control. It was a bit difficult to get it but I think it will be enough for tonight” and he is quickly heading towards the kitchen. Jenevier, now relieved, continues to welcome the guests. 
Everyone is excited with the menu and the wine and, of course, the hotel facilities. The doors of the room are constantly opening and closing and the waiters come in with full plates, go out with empty plates, and refill the wine glasses. There are vivid conversations in small groups. The topics are about politics, culture and, when the wine has turned red the chicks of the last banqueter, of course about love and women. At the peak of the night, the lights dim down. Jenevier enters the room holding a glass with a steamy, transparent liquid. The waiters follow him filling the guests’ glasses with the same steamy liquid.
“My friends, this year will be over soon and a new promising one will come. Tonight we have a surprise for you, the best reception for the things to come. Let’s count backwards. 10   9  8  7  6  5  4  3  2  1 ... Happy New Year!” he shouts and drinks a big sip and so do all the guests and the stuff and they share handshakes, kisses and hugs. And then there is a strange, awkward silence. Everyone stares at each other inquiringly. And as if they were tuned, they burst into a smile that instantly becomes laughter that is transformed into strong giggle. The strong giggle becomes even stronger, so strong that brings tears to some or make others hold their bellies. The entire room is shaken by unstoppable unexplainable laughter. It is an act that brings redemption and unprecedented freedom. Jenevier is totally satisfied with the result. The surprise was a success. Children’s giggles in a shot always produce such positive relief chain- reactions. The laughter that they bring is so contagious that can hardly be stopped. 
“Once again, Alfred, you did a fine job, although I confess that I was a bit anxious with your delay” confesses to his loyal groom, whose tentacles on his suspenders still laughed.
“I had some difficulty in finding a group of children that late at such a cold night but I kept a few giggles from a company that made snowmen.”
Jenevier tapped him on the shoulder.
“Happy New Year!”
.