Σάββατο 16 Μαρτίου 2013


He felt a bright light burning his eyes. It was as if it challenged him to open them. A rhythmic, repeating sound gave him an inner beat on his breathings. It felt like water, a small wave that approached him and then was drawn away. At a distance he heard something that sounded like a frog. Or maybe not. He had nearly forgotten all the colors, all the sounds and somewhere there he had forgotten himself. In page 34 of his old notebook.
He lived there for the past two months. He was trapped while solving a very difficult astrophysical problem. He was trying for days and nights. He was having nightmares about it and during daytime he kept notes and wrote down all the possible combinations of math types that could solve it. He was awake at his office that night. He was so much into that problem and his thoughts that he got mixed up in his own scribbles, in his own handwriting and numbers, in his own symbols. It was like slipping into his own way of thinking at top speed. There was no point in shouting or pushing his scribbles to climb up to an invisible exit. There was no point in following the lines he had been drawing reaching the edge of the page or trying to find a small hole at the four corners of the page. So he stopped trying to escape. He got used to the total paper whiteness, the absolute silence, the absolute fear that he would be hidden in his own thoughts and into himself for ever.
 Since the exams had just finished everyone thought that he was off on a trip. No one was worried. One day a student of his found his notebook when he entered his office and took it. He always carried it in his backpack and he would open it and have a look every now and then. He would frequently be on page 34 but he couldn’t detect the familiar human figure screaming and waving his hands for help.
He went on a lake trip with his friends on that morning. They opened it and had a look at their professor’s notes for a while. They left it by the lakeshore and had a swim.
The slight wave made its edges wet. That was his chance. When the pages became a bit soft he managed to escape. He fell unconscious on the damp soil not knowing for how long lingering in time and place. He opened his eyes. They got used to the landscape. A picturesque lake that looked like an ocean, tree trunks that looked like cold skyscrapers, rocks on the ground like scattered meteorites.  Light, colors, stimulations back on track. Everything seemed to be in place though they didn’t seem to fit anywhere. He managed to escape from a claustrophobic environment only to feel misfit again in the greatness of his own world. His body was still small, in the dimensions of page 34. There was nothing in his size, only the fear of this new reality and the need for immediate adjustment.
He gathered all his strength and courage and he dragged his notebook until the first stake. Nearly gasping he set it up like a tent. It would be his home again, his shelter, his nest. He didn’t know if he was either trapped or free. He didn’t know if he should either laugh out loud or let himself cry tears of despair. He had to solve an even greater astrophysical problem and not only by taking notes on math types and scribbles this time. He was now well hidden within himself in total clarity. He greedily gazed at the scenery. He took off his jacket and headed carefully for a swim. All new. All  clear. All ready to be learned from scratch.

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013


Ένιωσε το έντονο φως να πονάει τα βλέφαρά του. Σαν να τον προκαλούσε να ανοίξει τα μάτια του. Ένας ρυθμικός, επαναλαμβανόμενος ήχος του έδινε έναν εσωτερικό παλμό στις αναπνοές του. Θύμιζε νερό, ένα μικρό κύμα που τον πλησίαζε και μετά απομακρυνόταν. Από μακριά άκουγε κάτι που έμοιαζε με βατράχι. Ή μπορεί και όχι. Είχε ξεχάσει σχεδόν όλα τα χρώματα, όλους τους ήχους και κάπου εκεί είχε ξεχάσει και τον εαυτό του. Στη σελίδα 34 του παλιού του σημειωματάριου.
Ζούσε εκεί τους τελευταίους δύο μήνες. Είχε εγκλωβιστεί στην προσπάθειά του να λύσει ένα πολύ δύσκολο πρόβλημα αστροφυσικής. Το πάλευε μέρες και νύχτες. Τον βασάνιζε στον ύπνο του και όλη την ημέρα κρατούσε άπειρες σημειώσεις και συνδυασμούς όλων τον πιθανών τύπων που μπορεί να έφερναν τη λύση. Εκείνο το βράδυ είχε ξενυχτήσει στο γραφείο του. Είχε μπει τόσο πολύ μέσα σε αυτό και τις σκέψεις του που απλά μπλέχτηκε στις ίδιες του τις μουντζούρες, στα ίδια του τα γράμματα και τους αριθμούς, στα ίδια του τα σύμβολα. Σαν να γλίστρησε στον ίδιο του το συλλογισμό με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Όσο κι αν φώναξε, όσο κι αν έσπρωξε τις μουντζούρες του για να σκαρφαλώσει προς μια αόρατη έξοδο, όσο και αν ακολούθησε τις γραμμές  που έφταναν μέχρι την άκρη της σελίδας, όσο και αν προσπάθησε να βρει μια σχισμή στις τέσσερεις γωνίες, μάταιο. Κι έτσι το πήρε απόφαση. Συνήθισε στο απόλυτο λευκό του χαρτιού, στην απόλυτη ησυχία, στην απόλυτη μοναξιά, στον απόλυτο φόβο ότι θα μείνει για πάντα κρυμμένος μέσα στις ίδιες του τις σκέψεις, στον ίδιο του τον εαυτό.
Όλοι θεώρησαν ότι είχε φύγει ταξίδι μιας και μόλις είχε τελειώσει και η εξεταστική περίοδος. Κανείς δεν είχε ανησυχήσει. Το σημειωματάριό του το είχε βρει ένας μαθητής του μπαίνοντας στο γραφείο του μια μέρα και το πήρε. Το είχε πάντα στην τσάντα του και πού και πού το άνοιγε και του έριχνε μια ματιά. Πολλές φορές είχε σταθεί στη σελίδα 34 αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει τη γνώριμη ανθρώπινη φιγούρα που ούρλιαζε και κουνούσε τα χέρια του σε βοήθεια.
Εκείνο το πρωί είχε πάει με τους φίλους του εκδρομή στη λίμνη. Το είχαν ανοίξει και χάζεψαν τις σημειώσεις του καθηγητή τους για λίγο. Το άφησαν στην όχθη και βούτηξαν στα νερά. Το ανεπαίσθητο κυματάκι έβρεξε τις άκρες του. Αυτήν την ευκαιρία περίμενε . Όταν μαλάκωσαν οι σελίδες λιγάκι κατάφερε να δραπετεύσει. Έπεσε λιπόθυμος στο νωπό χώμα και δεν ήξερε για πόσο χρόνο έμεινε έτσι, μετέωρος στο χώρο και στο χρόνο.
Άνοιξε τα μάτια του. Συνήθισαν στην εικόνα. Ειδυλλιακή λίμνη που όμως φάνταζε ωκεανός, κορμοί δέντρων που έμοιαζαν με ψυχρούς  ουρανοξύστες ,πέτρες στο έδαφος που θύμιζαν διάσπαρτους μετεωρίτες. Φως, χρώματα, ερεθίσματα ξανά στο προσκήνιο. Όλα έμοιαζαν να είναι στη θέση τους αλλά έδιναν την εντύπωση ότι δε χώραγαν πουθενά. Είχε καταφέρει να δραπετεύσει από ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον για να νιώθει πάλι αταίριαστος  ξαφνικά στην απεραντοσύνη του δικού του κόσμου. Το σώμα του  μικρό ακόμα, στις διαστάσεις της σελίδας 34. Τίποτα δεν ήταν στα μέτρα του, μόνο ο φόβος της καινούργιας πραγματικότητας  και η ανάγκη για άμεση προσαρμογή.
Μάζεψε όλη του τη δύναμη και το κουράγιο και έσυρε το σημειωματάριο μέχρι τον πρώτο κοντινό πάσσαλο. Σχεδόν αγκομαχώντας  το έστησε σα σκηνή. Για άλλη μια φορά θα γινόταν το σπίτι του, το καταφύγιό του, η φωλιά του. Χωρίς να ξέρει πλέον αν έχει παγιδευτεί ή αν έχει απελευθερωθεί Χωρίς να ξέρει αν πρέπει να γελάσει δυνατά ή αν πρέπει να αφεθεί σε δάκρυα απόγνωσης. Έχοντας να λύσει ένα ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα αστροφυσικής και όχι μόνο κρατώντας σημειώσεις με μαθηματικούς τύπους και μουντζούρες. Καλά κρυμμένος στον εαυτό του με μια διαύγεια πρωτοφανή. Χάζεψε αχόρταγα το τοπίο. Έβγαλε το σακάκι του και πήγε να βουτήξει προσεκτικά στα νερά της λίμνης. Όλα καινούργια. Όλα καθαρά. Όλα έτοιμα να τα μάθει από την αρχή.

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013


Κι όμως γεννήθηκε με αυτό. Ένα τόσο δα μωρό που έκλαιγε συνέχεια και το μόνο που πρόσεχε κανείς ήταν το μπροστινό πράσινο δόντι του. Εκεί πάνω δεξιά . Ένα καταπράσινο δόντι που θύμιζε γλίτσα υπονόμου και σωλήνες παλιού σπιτιού γεμάτους υγρασία . Ένα πράσινο δόντι που σε άφηνε άναυδο και γεμάτο τρόμο. Τον πρώτο καιρό όλοι έρχονταν να χαζέψουν το μωρό για αυτό το λόγο. 

Και το σαλόνι γέμιζε από ανθρώπους περίεργους που ήθελαν να το δουν με τα μάτια τους για να  σιγουρευτούν ότι δεν είναι κάποιο κακόγουστο αστείο. Οι γονείς του ντρέπονταν τόσο αλλά σιγά-σιγά έμαθαν να σιωπούν στα αδιάκριτα βλέμματα τρόμου και απέχθειας. Προσπάθησαν έστω να χαμογελάνε απρόθυμα στις ευχές που τους έδιναν. Ο χρόνος κυλούσε και πανικόβλητοι προσπαθούσαν να διαπραγματευτούν μαζί τουΡωτούσαν με αγωνία το γιατρό αν ήταν φυσιολογικό αυτό που συνέβαινε στο μωρό τους. Δεν το είχε συναντήσει ξανά στη σταδιοδρομία του. Ρωτούσαν τι μπορεί να γίνει.  Να περάσει λίγος καιρός και βλέπουμε. Οι εξετάσεις του έδειχναν φυσιολογικές. Πήραν την κατάσταση στα χέρια τους. Προσπάθησαν προσεκτικά να το καθαρίσουν. Μάταιο. Οι γιατροί δεν ήξεραν τι να κάνουν ούτε όταν διαπίστωσαν ότι δεν έβγαινε κανένα άλλο δόντι. Και έτσι έμεινε με αυτό. Μεταμορφώθηκε σε αυτό. Το παιδί με το πράσινο δόντι. Που όλοι κορόιδευαν στο σχολείο. Που όλοι φοβούνταν. Που όλοι σιχαίνονταν για αυτήν την απόκοσμη ανάσα του. Για αυτό που ήταν και για όλα όσα δεν ήταν. Για αυτό μετά από λίγο καιρό σταμάτησε να πηγαίνει στο σχολείο. Και κανείς δεν πρόσεξε την απουσία του. Ούτε καν οι γονείς του αφού τώρα είχαν αφοσιωθεί στο καινούργιο μωρό τους πουδεν τους προκαλούσε αμηχανία και αγωνία και τους χαμογελούσε όλη την ώρα αθώα. 

Και έτσι αποφάσισε να πάει μόνο του στο γιατρό. Μάζεψε όλη του τη δύναμη για να μην κλάψει μπροστά στον αυστηρό άντρα με την άσπρη ρόμπαΤου ζητούσε βοήθεια ανοίγοντας διάπλατα το στόμα του. Και τα δάκρυα έπεφταν ασυγκράτητα στο ψυχρό πλακάκι. Ο γιατρός έβγαλε τα γυαλιά του, απελπισμένος σχεδόν για αυτό το αβοήθητο πλάσμα μπροστά του. Μηχανικά πήρε την ειδική του τανάλια. Τον ξάπλωσε στην ιατρική του πολυθρόνα και τον προειδοποίησε ότι θα πονέσει πολύ. Και εκείνο σταμάτησε να κλαίει . Και άντεξε τον πόνο. Σχεδόν δε διαμαρτυρήθηκε καθόλου. Ο γιατρός είχε ιδρώσει από την αγωνία. Προσπαθούσε με λύσσα να το βγάλει. Του αντιστεκόταν για λίγα λεπτά και μετά ένας συριστικός ήχος που τον έκανε να ανατριχιάσει. Πάγωσε όταν διέκρινε ένα ζευγάρι φτερά εντόμου να βγαίνουν σιγά – σιγά από τη ρίζα του δοντιού που ήταν έτοιμο να πέσει.  Άνοιξε διάπλατα το δικό του στόμα σαστισμένα όταν το δόντι τελικά βγήκε αλλά μαζί με αυτόβουτηγμένο στο αίμα της πληγής, μια καταπράσινη ακρίδα που τινάχτηκε ζαλισμένη.

Οι δυο τους την κοίταξαν να κάνει δυο ημιτελείς περιστροφές στο ταβάνι. Αίμα έσταζε ακόμα από τα φτερά της. Βγήκε από το ανοιχτό παράθυρο του ιατρείου και χάθηκε από το βλέμμα τους. Το παιδί δεν έβγαλε ποτέ άλλα δόντια. Μεγαλώνοντας σταμάτησε να μιλάει στους ανθρώπους και μια μέρα έφυγε από την πόλη. Κανείς δεν έμαθε τίποτα για αυτόν.  Μπορεί  μερικές φορές να ξεχνούσαν το όνομά του και είναι φυσικό γιατί δεν τον φώναζαν ποτέ με αυτόαλλά θα το θυμόντουσαν πάντα ως το παιδί με το πράσινο δόντι. Για αυτούς ποτέ δεν είχε μεγαλώσει και ίσως για μερικούς ποτέ δεν είχε υπάρξει.


He was born with it. A tiny little baby crying all the time and the only thing you could see was the green front tooth. There, at the right upper corner of his mouth. A totally green tooth that looked like sewers sludge and old house's pipes full of humidity. A green tooth that left you speechless and fully terrified. At first everyone came to see the baby for that. 

The living room was full of curious people wanting to see it in person to be certain that it's not some kind of bad joke. His parents were very much ashamed but they gradually learned to stay silent at the indiscreet glances of terror and repulsion. They even tried to smile unwillingly at the wishes given. Time flied and they tried to negotiate with it in a state of panic. They asked the dentist in agony if what was happening to their baby was normal. He hadn’t faced it before in his entire career.They asked him what it could be doneLet some time pass and we will see. His medical tests looked ok. They took things into their own hands. They carefully tried to clean it. In vain. The doctors didn’t know what to do even when they realized that no other tooth was to grow. So he stuck with that. He turned into that. The boy with the green tooth. That everyone made fun of at school. That everyone was afraid of. That everyone detested for that spooky bad breath of his. For all the things that he was and all the things that he wasn’t. That’s why he quit school after a while and no one noticed his absence. Not even his parents who were now devoted to their new baby that didn’t make them feel neither uncomfortable nor stressful plus it gave them innocent smiles all the time. 

So he decided to go to the doctor on his own. He forced himself not to cry in front of the strict man in the white robe. He asked for his help by widely opening his mouth. He couldn’t keep his tears that fell without restrain on the bare floor. The doctor took off his glasses in almost despair for this helpless creature in front ofhim. He mechanically took his extraction forcepsHe laid the boy down to his dental chair and warned him that it would be very painful. The boy stopped crying. He bore the pain. He almost didn’t complain at all. The doctor, all sweaty from the effort, furiously tried to take it out. It resisted for a while and then a whistling sound made him shiver. He stood still when he detected a pair  of insect wings coming out slowly from the tooth’s root ready to fall out. He widely opened his own mouth in surprise. When the tooth finally came out a green grasshopper, soaked in the wounds’ blood popped out with it.

They both stared at it making two unfinished spins on the ceiling. Blood still dripped from its wings. It got out of the window and out of their sight. As he grew older he stopped talking to people and one day he left town. Nobody ever heard anything about him. They might sometimes forget his name which was obvious as they never called him by that but they would always remember him as the boy with the green tooth. To them he never grew old and to some others he never existed.