Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 6: ΤΟ ΣΟΥΤΙΕΝ ΤΗΣ ΑΝΝΑΜΠΕΛ


«Βγήκε καλή;» ρώτησε η Σύλβια, κόβοντας ταυτόχρονα και το δικό της κομμάτι.
«Μη ρωτάς τα αυτονόητα. Πάντα βγαίνει καλή», της απάντησε ο Χάρης μπουκωμένος.
«Πρόσεχε βρε λαίμαργε, καίει ακόμα», του είπε η Σύλβια κολακευμένη.
«Αυτό είναι κάτι που δε με εμποδίζει και στο έχω αποδείξει», της είπε και σέρβιρε λίγο καφέ στα φλιτζάνια τους. 
Ήταν Κυριακή πρωί και το σπίτι ήταν ακόμα ήσυχο. Η μυρωδιά της μηλόπιτας θα έφερνε σε λίγο τα δίδυμα και τον Τζόναθαν που θα στριμώχνονταν να σερβιριστούν. Η Μπράνκα κοιμόταν πάντα βαριά και ούτε η πίτα της Σύλβια δεν ήταν ικανή να τη σηκώσει από το κρεβάτι.  Ήδη το κομμάτι της ήταν στο μικρό κίτρινο πιατάκι και θα της το πήγαινε ο Χάρης σε λίγο. Του άρεσε να κουβεντιάζει με τη Σύλβια τα πρωινά αυτά, όπου άκουγες και τον παραμικρό θόρυβο του σπιτιού. Ο ρυθμικός ήχος του ψυγείου, τα τριξίματα των παλιών σωληνώσεων, ο ήχος από τα μηχανάκια που περνούν στο δρόμο, το νερό που είναι έτοιμο στο βραστήρα, σαν να έπαιρναν μέρος στις, έτσι και αλλιώς σύντομες, συζητήσεις του Χάρη. Τη Σύλβια τη συμπαθούσε. Ήταν πάντα με μια ζεστή κουβέντα κι ένα τσιγάρο στο στόμα. Όλο έλεγε ότι θα το κόψει αλλά ποτέ δεν το προσπαθούσε. Ήταν πολύ προσεκτική στα λόγια της και είχε πολύ ωραίο χιούμορ.
« Πώς πάει η βάρκα; Τελειώνει η αναστήλωση; Με ζαλίζει τα βράδια για την ανοιξιάτικη περιοδεία σας», τον ρώτησε ανάβοντας ένα τσιγάρο.
«Είναι σχεδόν έτοιμη, από ότι καταλαβαίνω», της είπε καθώς μάζευε με το δάχτυλό του τα τελευταία ψίχουλα από την πίτα και τα έγλειφε.  
«Ούτε κι εκείνος καταλαβαίνει πολλά, μόνο τη φυγή θέλει, όπως κι εσύ κατά βάθος», του είπε συνωμοτικά και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια, φυσώντας δαχτυλίδια καπνού.
Ο Χάρης της χαμογέλασε αμήχανα και σηκώθηκε με το κομμάτι της Μπράνκα. Κυριακή σήμαινε χουζούρι. Οι σχέσεις τους είχαν αποκατασταθεί για άλλη μια φορά και απολάμβανε το ζεστό της κορμί και τα μεσογειακά της καπρίτσια, μέχρι τον επόμενο αντίστοιχο καυγά. Ευχαρίστησε τη Σύλβια για τη μηλόπιτα και την άφησε να κοιτάζει τα χαρτάκια  με τις γιαπωνέζικες φράσεις που της υπαγόρευαν οι φοιτητές. Τώρα πλέον τις έγραφε για να τις θυμάται αλλά και πάλι δυσκολευόταν να τις συγκρατήσει. 
Είχε περάσει περίπου ένας μήνας από το τελευταίο ταξίδι στο χρόνο. Ο Χάρης είχε δυσκολευτεί πολύ να δεχτεί το πώς χειρίστηκε το θέμα με τον πατέρα του. Τον έτρωγε που έφτασε η κατάσταση μέχρι εκεί και ένιωθε το ίδιο μετέωρος με πριν. Αυτή τη φορά και περισσότερο γιατί, από εδώ και πέρα, δεν μπορούσε να είναι σίγουρος για το παρελθόν του. Δεν ήξερε τι είχε συμβεί μετά, άρα δεν ήξερε πώς είχε κυλήσει η ζωή του μέχρι σήμερα. Από τη μια ανυπομονούσε για την επόμενη επιστροφή για να δει την εξέλιξη, αλλά από την άλλη ήταν τρομοκρατημένος για τις αντιδράσεις του πλέον. Ήταν σαν να συγκατοικούσε στο σώμα του με κάποιον που δε γνώριζε καθόλου πια και όλο αυτό του δημιουργούσε φοβερή ανασφάλεια. Φοβόταν τον εαυτό του για τα λάθη που είχε  κάνει σε όλες τι διαστάσεις του χρόνου. Συνέχιζε την καθημερινότητά του αλλά το μυαλό του ήταν αλλού τις περισσότερες φορές. Έβρισκε παρηγοριά στην επαφή με την Μπράνκα αλλά και πάλι δεν μπορούσε να μοιραστεί μαζί της τίποτα από όλα αυτά. 
Άνοιξε την πόρτα του δωματίου προσεκτικά για να μην την ξυπνήσει. Άκουγε τη ρυθμική της αναπνοή. Ξεντύθηκε, άφησε το πιάτο με τη μηλόπιτα στο κομοδίνο και ξάπλωσε δίπλα της. Της χάιδεψε απαλά την πλάτη και τότε εκείνη, σαν επιδέξια γάτα, γύρισε νωχελικά προς το μέρος του και άνοιξε τα μάτια της. Ο Χάρης σάστισε τόσο πολύ που παραλίγο να πέσει από το κρεβάτι. Όσο απίστευτο κι αν του φαινόταν, είχε γυρίσει πίσω στο χρόνο. Από τη μια στιγμή στην άλλη, το δωμάτιο αυτό δεν ήταν το δωμάτιό του. Από μέσα ακούγονταν τραγούδια δυνατά και φωνές αγοριών και κοριτσιών. Ο ίδιος ήταν δεκατεσσάρων χρονών και η γυναίκα στο κρεβάτι του δεν ήταν η Μπράνκα, αλλά η Άνναμπελ, ο παιδικός του έρωτας. Είναι στο πάρτι γενεθλίων της και είναι στο κρεβάτι της!
Πώς τη θυμόταν αυτή τη βραδιά! Μετρούσε τις μέρες στο σχολείο να έρθει το Σάββατο. Η Άνναμπελ, το πιο όμορφο κορίτσι της τάξης του, που το πολιορκούσαν όλοι αλλά εκείνη είχε μάτια μόνο για το Χάρη, με τα σπυράκια και τις ατελείωτες φαντασιώσεις ενός εφήβου. Μικροκαμωμένη, με ξανθά μαλλιά και λίγες φακίδες και, φυσικά, ένα υπέροχο κορμί που τον βασάνιζε τα βράδια. Είχε καλέσει όλη την τάξη στο σπίτι της. Θα έλειπαν οι γονείς της  και παρών θα ήταν μόνο ο μεγαλύτερος αδερφός της να επιβλέπει την κατάσταση. Θυμόταν ότι είχε δυσκολευτεί μπροστά στον καθρέπτη να στρώνει τα έτσι και αλλιώς ατίθασα μαλλιά του, να παρφουμαρίζεται και να διαλέγει το σωστό πουκάμισο. Ήθελε να της αρέσει , ήθελε να τη σφίξει όταν θα χορεύανε στα σκοτεινά, ήθελε να τη φιλήσει παραπάνω από τα φιλιά που δίνανε στο άδειο γυμναστήριο στο σχολείο, ήθελε να την αγγίξει, ήθελε να κάνει τόσα πολλά που φανταζόταν τα βράδια και τον κρατούσαν ξάγρυπνο και με καρδιοχτύπια. Και φυσικά οι ίδιες ακριβώς εικόνες ήταν και το πρώτο πράγμα που σκεφτόταν όταν άνοιγε τα μάτια του τα πρωινά. Το σώμα του είχε ξυπνήσει μαζί της και ήθελε να εκμεταλλευτεί αυτήν τη βραδιά, έστω και με το φόβο του μεγάλου της αδερφού. Ήθελε να πάει ένα βήμα παραπάνω αυτή τη φορά.
Και είχε φτάσει η μεγάλη στιγμή που χτύπησε το κουδούνι της και η Άνναμπελ, πιο όμορφη από ποτέ, άνοιξε την πόρτα και του είπε να περάσει. Φορούσε ένα σιέλ φόρεμα και ανατρίχιασε όταν είδε το λευκό της σουτιέν να διαγράφεται κάτω από το λεπτό ύφασμα. Τα εφηβικά της στηθάκια ήταν εκεί και τον προκαλούσαν. Πέρασε στο σαλόνι και ήδη είχαν φτάσει αρκετοί συμμαθητές του που χόρευαν κάτω από τα πολύχρωμα μπαλόνια που είχαν μείνει μετέωρα στο ταβάνι. Ο αδερφός της ήρθε να τον χαιρετήσει και η Άνναμπελ του σέρβιρε έναν μηλίτη, τον οποίο ο Χάρης βρήκε πολύ κοριτσίστικο αλλά υποκρίθηκε τον ενθουσιασμένο για να την κάνει να νιώσει όμορφα. Χόρεψε, γέλασε, έφαγε τυροπιτάκια και τραγούδησε το τραγουδάκι όταν έσβηνε τα κεράκια της στην ολόλευκη τούρτα. Ήταν πάλι πιτσιρίκος και απολάμβανε πραγματικά την έξαψη που ένιωθε, αυτή τη φλόγα που, αν καθυστερούσαν λίγο ακόμα τα μπλουζ, θα τον έκαιγε ειδικά εκεί ανάμεσα στα πόδια του. 
Την αγκάλιασε σφιχτά και άρχισαν να χορεύουν ένα τραγούδι της εποχής. Τα μαλλιά της μύριζαν άνοιξη και όσο την κρατούσε στο στέρνο του και ένιωθε το στήθος της να κολλάει πάνω του, τρελαινόταν από πόθο πρωτόγνωρο που δεν μπορούσε να διαχειριστεί. 
«Μπορούμε να μείνουμε μόνοι για λίγο να σου δώσω το δωράκι σου;” τη ρώτησε δειλά, έχοντας τον αδερφό της απέναντί τους.
«Μμμμ, ναι για λίγο, μπορούμε να ανέβουμε στο δωμάτιό μου», του ψιθύρισε συνωμοτικά στο αυτί.
Δεν κοίταξε καν το δωμάτιο γιατί επιτέλους ήταν μόνος μαζί της. Δεν πρόσεχε τίποτα άλλο παρά το λευκό της σουτιέν. Η καρδιά του ένιωθε ότι θα έσκιζε το πουκάμισό του. Τα χέρια του είχαν ιδρώσει, καθώς έβγαζε από την τσέπη του ένα ταλαιπωρημένο κουτάκι. Της φόρεσε στο λεπτό της καρπό ένα βραχιολάκι που χαιρόταν που ξαναέβλεπε τώρα γιατί το είχε ξεχάσει με τα χρόνια. Ήταν μια διακριτική αλυσίδα με μια κόκκινη πασχαλίτσα κοντά στο κούμπωμα. Θυμόταν ότι φύλαγε το χαρτζιλίκι του για να της το πάρει. Η Άνναμπελ ενθουσιάστηκε και τον φίλησε. Αχ, τι ωραία αίσθηση είχε αυτό το φιλί της! Τα χείλη της ήταν βελούδινα και η γλώσσα της γατίσια και λίγο αδέξια. Η αγκαλιά κράτησε παραπάνω από όσο συνήθιζαν και την οδήγησε στο κρεβάτι της. Παραμέρισε λίγο τα φουσκωτά της μαξιλάρια, τι περίεργο να έχει τόσα ενώ ο ίδιος είχε μόνο ένα στο κρεβάτι του, και την έσφιξε στην, έτοιμη να εκραγεί, αγκαλιά του χωρίς να σταματήσει αυτά τα φιλιά που τον αναστάτωναν λες και τον περνούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Τα χέρια του πέρασαν από τα μαλλιά της και τα μάγουλά της κι άρχισαν να κατεβαίνουν στο λαιμό της και να νιώθουν το ζεστό της δέρμα. Τη φιλούσε και η εικόνα του λευκού της σουτιέν στο μυαλό του τον προκαλούσε. Ήθελε να της χαϊδέψει τα μικρά της στήθη και να ανοίξει το σουτιέν, το εμπόδιο που έμπαινε ανάμεσα τους. Τα δάχτυλά του γλίστρησαν στο σεμνό της ντεκολτέ και άκουσε έναν μικρό αναστεναγμό. Και το δικό της το σώμα είχε ηλεκτριστεί όσο και το δικό του. Της ξεκούμπωσε τα δύο κουμπάκια κοντά στο γιακά και τα δάχτυλά του τώρα τρύπωσαν στο σώμα της. Πόσες βραδιές το είχε φανταστεί αυτό και πόσες φορές τα χέρια του κατέβαιναν στο ατίθασο όργανο της ανεξέλεγκτης του σεξουαλικότητας! Και τώρα το ζούσε και δε χόρταινε αυτή τη γλυκιά αίσθηση. Στην πραγματικότητα, ο Χάρης είχε σταματήσει εκεί και δεν είχε προχωρήσει. Το σουτιέν της Άνναμπελ είχε παραμείνει το φυσικό της απόρθητο οχυρό. Πολλές φορές είχε ξαναγυρίσει στη μνήμη του ο κοινός τους φόβος για τον μεγαλύτερο αδερφό που τριγύριζε στο σπίτι ή απλά η δική του δειλία. Τώρα όμως ήταν ένας άντρας στο κορμί ενός δεκατετράχρονου που ξαναζεί αυτή τη μαγική στιγμή με την πιτσιρίκα που είχε ερωτευτεί για πρώτη φορά. Ναι , δεν υπήρχε περίπτωση να δειλιάσει. Για μια στιγμή μόνο αμφιταλαντεύτηκε ως προς το ηθικό κομμάτι, γιατί στην πραγματικότητα ήταν όντως ένας ενήλικας στο κρεβάτι με μια ανήλικη, αλλά αυτός ο προβληματισμός πρέπει να κράτησε πολύ λίγο. Δεν όριζε η λογική το σώμα και τις κινήσεις του.
Τα δάχτυλά του σύρθηκαν απαλά στη πλάτη της και σταμάτησαν στην κόπιτσα του σουτιέν. Θα σταματούσε αν τον σταματούσε, αλλά κι η ίδια φαινόταν να θέλει τα χάδια του όσο κι αυτός. Η κόπιτσα δεν του αντιστάθηκε και τα σφιχτά της στήθη έμειναν ελεύθερα για να τα αγγίξει. Υπέροχα, σαν άγουρα μικρά εξωτικά φρούτα στα χέρια του. Φίλησε τις σκληρές της ρώγες, καθώς εκείνη τον έσφιγγε στην αγκαλιά της και τον χάιδευε αμήχανα στην πλάτη και το στέρνο. Το σώμα του είχε πάρει φωτιά και ήξερε ότι δε θα μπορούσε να ελέγξει τίποτα για πολύ ακόμα. 
Ξαφνικά, η Άνναμπελ, πάγωσε. «Πρέπει να ανεβαίνει ο αδερφός μου», είπε και τινάχτηκε κι άρχισε να κουμπώνεται και να φτιάχνει το φόρεμά της. Ο Χάρης με τα μάγουλά του αναψοκοκκινισμένα, είπε σαστισμένος: «Μα εγώ δεν άκουσα κάτι, μόνο τη μουσική από κάτω», και άρχισε να ισιώνει το πουκάμισό του που το μισό ήταν έξω από το παντελόνι του.
«Κι όμως, ανεβαίνει, βιάσου, δε θέλω να μας βρει έτσι», και τον άρπαξε από το χέρι. Συναντήθηκαν στα σκαλιά. Ο μεγάλος αδερφός τούς άφησε να κατέβουν τα σκαλιά χωρίς να τους πει κάτι. Φυσικά και ήξερε πολύ καλά τι έκαναν στο δωμάτιό της, φυσικά και η έξαψή τους ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους και στο φουσκωμένο παντελόνι του Χάρη, φυσικά ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει να είσαι έφηβος σε πάρτι. 
«Meu querido, μου μυρίζει μηλόπιτα», η φωνή της Μπράνκα τον γύρισε πίσω στην πραγματικότητα. Ο Χάρης την κοίταξε που τέντωνε το γυμνό της σώμα σαν ένα γνήσιο αιλουροειδές.  

«Ναι, σου έφερα το κομμάτι σου», της είπε και την αγκάλιασε σφιχτά. Η επιστροφή ήταν πολύ απότομη κι αυτή τη φορά. Τη φίλησε με πάθος και κόλλησε το σώμα του πάνω στο δικό της. Σήμερα δεν ήθελε να κάνουν έρωτα, αλλά να μείνουν έτσι. Σήμερα απλά ήθελε να μείνει στη θέα του ξεκούμπωτου σουτιέν της Άνναμπελ. Το φρούριό της δεν ήταν απόρθητο πια. 

THE VOLUNTEER 6: ANNABEL’S BRA

“Is it good?” Sylvia asked while cutting her piece as well.
“Don’t ask such things. It is always good”, Harry replied with his mouth full.
“You sure do have a sweet tooth! Be careful, it is still very hot”, Sylvia said feeling flattered.
“That is something that hasn’t stopped me before and I have proved it to you”, he told her and served some coffee in their cups. 
It was Sunday morning and the house was still quiet. The smell of the apple pie would bring the twins and Jonathan in the kitchen in a while and they would be huddled to be served. Branca was always a heavy sleeper and not even Sylvia’s apple pie could make her get out of her bed. Her piece was already in the yellow saucer and Harry would take it to her in a while. He liked to chat with Sylvia these mornings, when you could hear even the slightest noise in the house. The rhythmic noise of the refrigerator, the squeaks of the old pipes, the sound of the motorbikes passing through the street, the water ready in the kettle, it was as if they all took part in the short, as always, Harry’s conversations. He liked Sylvia. She was always with a warm thing to say and a cigarette in her mouth. She always said that she would quit, but she never tried. She was very careful with her talking and she had a good sense of humor. 
“How is the boat getting along? Is the restoration reaching an end? He is talking every night about your spring tour”, she asked him lighting a cigarette.
“It is almost ready, as far as I can understand”, he told her as he picked with his finger the last crumbs of the pie and licked them. 
“He doesn’t understand much either. He only wants to get away, like you, deep inside”, he told him conspiratorially and looked deep into his eyes, blowing smoke rings.
Harry smiled at her awkwardly and got up holding Branca’s piece. Sunday meant staying in bed. Their relationship was restored once again and he enjoyed her warm body and her Mediterranean whims until their next fight. He thanked Sylvia for the pie and he left her looking at her notes with the Japanese phrases which the students dictated her. She now wrote them down to remember them but she still found it difficult to memorize them. 
About a month had passed since the last time travel. Harry had found it very difficult to accept how he handled the situation with his father. It was frustrating that things had gone that far and he felt as hovered as before. Now even more because, from now on, he could not be certain about his past. He didn’t know what had happened afterwards, so he didn’t know how his life had unfolded till today. On one hand, he looked forward to the next return just to see the progress, but on the other hand he was now terrified with his reactions. It was as if he lived in the body of someone he no longer recognized and all this created an immense insecurity. He was afraid of himself, of the mistakes he had made throughout all the time dimensions. He continued his daily life but his mind was elsewhere most of the time. He found comfort in Branca but still, he couldn’t share with her any of this. 
He carefully opened the door of the room so as not to wake her up. He listened to her rhythmic breathing. He took off his clothes, he left the plate with the apple pie by the side table and laid down beside her. He gently caressed her back and she, like a skillful cat, turned lazily towards him and opened her eyes. Harry was at such a loss, that he almost fell off the bed. Incredible as it seemed, he had travelled back in time. From one moment to another, this room was not his. At the back he could hear songs and loud voices of boys and girls. He himself was fourteen years old and the woman on his bed was not Branca, but Annabel, his first love. It is her birthday party and he in on her bed!
How he remembered that night! He counted the days at school until Saturday. Annabel, the prettiest girl in class, whom everyone flirted but she had only eyes for Harry, with his pimples and his endless adolescence fantasies. Petite, with blonde hair, a few freckles and, of course, a beautiful body that tormented him at night. She had invited her entire class to her house. Her parents would leave and only her big brother would be at home to supervise. He remembered finding it difficult to straighten his unruly hair in front of the mirror, putting on perfume and choosing the right shirt. He wanted her to like him, he wanted to squeeze her while dancing in the dark, and he wanted to kiss her longer than the kisses they gave each other at the empty school gym, he wanted to touch her, he wanted to do all the things he fantasized at night and kept him awake. And of course, the exact images were the first thing to think about when he opened his eyes in the morning. His body was awake with her and he wanted to take advantage of that night, even with the fear of her big brother. He wanted to take it a step forward this time. 
And the moment had come when he rang the bell and Annabel, more beautiful than ever, opened the door and told him to come in. She wore a light blue dress and he shivered when he saw her white bra delineated through the thin fabric. Her teenage tits were there and provoked him. He went to the living room and many of his schoolmates were already there dancing under the colorful balloons staying still at the ceiling. Her brother came to greet him and Annabel served him a cider, which Harry found very girly but he pretended being excited to make her feel good. He danced, he laughed, he ate small cheese pies and he sang the song when she blew out the birthday candles on her white cake. He was a teenager again and he truly enjoyed the excitement he felt, that inner flame which, if the blues were to delay a little bit longer, it was about to burn him there, especially between his legs. 
He hugged her tightly in his arms and started dancing a popular song. Her hair smelled like spring and the more he held her close to his chest and felt her breasts against him, the more he went crazy with a lust so strong that he could not manage. 
“Can we be alone for a while to give you your present?” he shyly asked her, having her brother opposite them.
“Mmmm, yes, for a while we can go up to my room” she conspiratorially whispered to his ear. 
He didn’t even look at the room because he was finally alone with her. He didn’t notice anything else but her white bra. He felt his heart ready to tear off his shirt. His hands were sweaty while he took a worn small box out of his pocket. He put on her thin wrist a bracelet, which he was really happy to see it again since he had forgotten it with the years passing. It was a discreet chain with a red ladybug near the clasp. He remembered saving his pocket money to be able to buy it. Annabel got excited and kissed him. Oh, what a great feeling that kiss was! Her lips were velvet and her tongue was a bit clumsy, like a cat’s. The hug lasted more than they used to and he led her to her bed. He put aside the fluffy pillows, so strange to have so many while he himself had only one, and he held her tightly in his ready to burst arms without stopping those kisses that upset him, as if electric current was passing through him. His hands passed through her hair and her cheeks and started descending to her neck and feel her warm skin. He kissed her and the image of the white bra in his mind provoked him. He wanted to caress her small breasts and to unbutton her bra, the obstacle standing between them. His fingers slipped through her modest neckline and he heard a small sigh. Her body was as much electrified as his. He unclasped the two small buttons near her neck and now his fingers touched her body. He had imagined this for so many nights with his hands going down to his wild organ of uncontrolled sexuality. And now he experienced it and he couldn’t get enough of this sweet sensation. In reality, Harry had stopped there and hadn’t moved on. Annabel’s bra had remained her natural impregnable fortress. Their mutual fear for the big brother wandering in the house or his own lack of bravery had returned to his memory many times. But now he was a grown up man in the body of a fourteen year-old who relived this magical moment with the kiddo with whom he had fallen in love for the first time. Yes, there was no way of pulling back. He only hesitated for a moment as to whether it was moral or not to go to bed with a minor but this dilemma only lasted for a while. Logic did not define his actions. 
His fingers gently dragged on her back and stopped at the hooks of the bra. He would stop if she stopped him, but she seemed to want his caresses as well. The hooks did not resist and her tight breasts were free for him to touch. They were wonderful, like small unripe exotic fruits in his hands. He kissed her hard nipples while she squeezed him tight in her arms and awkwardly caressed him on the back. His body was on fire and he knew that he could not control anything for much longer. Suddenly, Annabel froze. “My brother must be getting up here”, she said and immediately got up and started to button up and make her dress. Harry, with his cheeks flushed, bewilderedly said:” But I did not hear a thing, just the music from downstairs”, and he started straighten his shirt that was half out of his pants.
“Yes, he is coming up, hurry up, I don’t want him to find us like that”, and she grabbed his wrist. They met at the staircase. The big brother let them go down the stairs without saying a word. Of course he knew damn well what they were doing in her room, of course their flushed faces and his erected pair of pants told no lies and of course he knew what it was like to be a teenager at a party. 
“Meu querido, I smell apple pie”, Branca’s voice got him back to reality. Harry looked at her stretching her naked body like a true big cat.

“Yes, I brought you your piece” he told her and tightly hugged her. The return was very sudden once more. He passionately kissed her and he slid his body close to hers. Today he didn’t want to make love to her, he just wanted to stay that way. Today he wanted to stay still in the sight of the unbuttoned Annabel’s bra. His fortress was no longer impregnable.