Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018

THE FOUR LANTERNS - WAITING FOR THAT GOLDFISH

«Ω, τον αγαπητό μας κύριο Βελιτάλ! Πόσο χαίρομαι που σας ξαναβλέπω!»
«Και για μένα είναι πάντα μεγάλη η συγκίνηση, καλέ μου Ζενεβιέ».
Ο Βελιτάλ ήταν το ίδιο χαμογελαστός και καλοδιάθετος όπως πάντα. Είχε κόψει το μικρό του μουσάκι και φορούσε το κίτρινο καρό του κοστούμι. Στα χέρια του κρατούσε μια γυάλα με ένα χρυσόψαρο.
«Ο Φερεντίν, πιστός φίλος τα τελευταία οκτώ χρόνια», είπε κοιτάζοντας το χρυσόψαρο με τρυφερότητα. 
«Είναι αξιαγάπητος», είπε ο Ζενεβιέ, ρίχνοντας μια ματιά στο βιβλίο των κρατήσεων. «Νομίζω θα σας δώσω το αγαπημένο μου δωμάτιο στον τρίτο που έχει θέα στους κήπους, που ξέρω ότι σας αρέσουν πολύ και σίγουρα θα τους θαυμάσετε μετά την ανακαίνιση του χώρου», πρότεινε με μια διάθεση να περιποιηθεί όσο μπορεί τον, γερασμένο από την τελευταία φορά, ταξιδιώτη.
Ο Αλφρέδος προσφέρθηκε να πάρει τη γυάλα προσεκτικά αλλά ο Βελιτάλ εναντιώθηκε. 
«Όχι, όχι, σας παρακαλώ, τη γυάλα δε θέλω να την αποχωριστώ, σας παρακαλώ» είπε και ακολούθησε τον Αλφρέδο που αρκέστηκε να πάρει τη βαλίτσα του, στο ασανσέρ.
Ο Ζενεβιέ έδωσε αμέσως οδηγίες στο προσωπικό να προσέχουν τον κύριο Βελιτάλ. Ήταν ένας ευαίσθητος και μοναχικός άνθρωπος που ερχόταν περίπου κάθε δέκα χρόνια, πάντα κρατώντας μια καινούργια γυάλα με ένα χρυσόψαρο. Διαισθανόμενος ότι το χρυσόψαρο ήταν έτοιμο να αφήσει τα εγκόσμια, έμενε συνήθως ένα σαββατοκύριακο, θέλοντας να περάσουν ποιοτικό χρόνο μαζί.  Πάντα με τη γυάλα αγκαλιά έκανε βόλτες στους κήπους ή αναπαυόταν στις σεζλόνγκ ή διάβαζε χαμηλόφωνα στο μικρό του φίλο συνήθως αστυνομικά βιβλία τσέπης. Είχε την υποψία ότι τον συγκινούσαν, κρίνοντας από τις πολλές αναβλύζουσες φυσαλίδες στην επιφάνεια της γυάλας του με τις περιγραφές των φόνων. Το σαββατοκύριακο περνούσε γρήγορα και ο κύριος Βελιτάλ θα έφευγε  όπως  ακριβώς είχε έρθει. Αγκαλιά με τη γυάλα. Το εκάστοτε χρυσόψαρο αναχωρούσε σφύζοντας από ζωή. Στη ρεσεψιόν πάντα ένιωθε την ανάγκη να ψελλίσει κάτι απολογητικό αλλά ο Ζενεβιέ δε θα το δεχόταν. 
«Είστε πολύ τυχερός που θα έχετε το μικρό σας φίλο για περισσότερο καιρό κοντά σας», θα έλεγε συνήθως και θα τον χάζευε να φεύγει, μια εύθραυστη φιγούρα σε παστέλ κοστούμια που του ήταν ειλικρινά συμπαθής.
Ο Βελιτάλ είχε μείνει ενθουσιασμένος από την ανακαίνιση του ξενοδοχείου. Η θέα από το παράθυρο ήταν απλά μαγική. ‘Έβλεπε στους κεντρικούς κήπους με τα γέρικα μπάομπαμπ που πρωταγωνιστούσαν στο πράσινο μωσαϊκό, ανάμεσα σε αμέτρητα εξωτικά πολύχρωμα λουλούδια και δέντρα. Στο κέντρο είχαν αφήσει τη μικρή λίμνη με τα νούφαρα που έκλαιγαν με τους κεραυνούς, ένα αστείο θέαμα αν πετύχαιναν οι ένοικοι καμιά καταιγίδα. Τη μισή μέρα βρισκόταν εκεί και συνήθως μιλούσε ή διάβαζε στο χρυσόψαρό του. Περνούσε αρκετή ώρα και στο δωμάτιό του. Στο κομοδίνο ήταν αραδιασμένα πολλά αστυνομικά βιβλία με κιτρινισμένες και τσακισμένες σελίδες. Κάθε μέρα διάβαζε στον Φερεντίν αποσπάσματα και ήταν σίγουρος ότι το χρυσόψαρό του το απολάμβανε. Μετά από κάθε απόσπασμα,  άφηνε τη γυάλα στο περβάζι του παράθυρου για να μπορεί να χαίρεται τη θέα ο φίλος του. Θα κατέβαινε μόνο για το γεύμα στο εστιατόριο ενώ τον πρωινό του καφέ τον ανέβαζαν στο δωμάτιο. Σε προηγούμενο ταξίδι είχε εκμυστηρευθεί στον Ζενεβιέ ότι δεν μπορούσε να εμπιστευθεί τους ανθρώπους. Τους φοβόταν ή μάλλον τους ντρεπόταν. Θα προτιμούσε να ζει αόρατος, αν γίνεται, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματά τους. Δεν είχε μοιραστεί τίποτα άλλο από την προσωπική του ζωή κι ο διευθυντής φυσικά ποτέ δε ρώτησε από διακριτικότητα, οπότε ένα επιπλέον πέπλο μυστηρίου κάλυπτε την περσόνα του.
Την Κυριακή το πρωί η Μαντλέν, που ανέβασε τον καφέ στο δωμάτιό του, αντίκρισε ένα παράξενο θέαμα. Ο Βελιτάλ  ήταν ακίνητος και παγωμένος στην καρέκλα του. Το βλέμμα του είχε μείνει να χαζεύει τα πανύψηλα δέντρα στους κήπους. Ένα βιβλίο ήταν ακουμπισμένο στα γόνατά του στη σελίδα 89, με υπογραμμισμένη την πρόταση: «Και ο Τζακ, που τόσο φοβόταν το θάνατο, τώρα είχε πέσει στην παγίδα του.» Η γυάλα δίπλα του ήταν γεμάτη καθαρό νερό. Ο Φερεντίν δεν ήταν μέσα. 
Ο Ζενεβιέ λυπήθηκε αληθινά για το θάνατό του. Σχεδόν τον ένιωθε φίλο του. « Μα πόσο ειρωνικό, να έρθει γιατί περίμενε να πεθάνει το χρυσόψαρό του και να πεθάνει τελικά ο ίδιος!» έλεγε στον Αλφρέδο.
«Μπα, το ψάρι τον σκότωσε κι έφυγε μακριά του. Δεν υπήρχε περίπτωση να το υποπτευθεί κανείς έτσι κι αλλιώς» αποκάλυψε ο καμαρότος τη θεωρία συνωμοσίας του. Ο Ζενεβιέ γέλασε νευρικά. Ο Αλφρέδος όχι.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να το βρείτε, όσο κι αν ψάξετε στο ξενοδοχείο. Είναι πια ελεύθερο» είπε με ακόμα πιο σοβαρό ύφος.  

THE FOUR LANTERNS - WAITING FOR THAT GOLDFISH

“My dearest Mr. Velital! Such a pleasure to see you again!”
“The pleasure is all mine, my beloved Jenevier.”
Velital was smily and in good spirit as always. He had shaved his small beard and he wore his yellow checkered suit. He held a bowl with a goldfish in his hands. 
“Feredin, my loyal friend for the past eight years” he said looking tenderly at the goldfish.
“He is adorable” Jenevier said taking a look at the reservations book. “I think I will give you my favorite room on the third floor overlooking the gardens, which I am certain that you will like very much and definitely going to admire after the renovation” he suggested wanting to take care as much as he could the, aged since the last time, traveler. 
Alfred volunteered to hold the goldfish bowl but Velital refused.
“No, no, please I don’t want to leave my bowl, please” he said and he followed Alfred who just took his suitcase to the elevator.
Jenevier immediately instructed the stuff to look after Mr. Velital. He was a sensitive lonely man who would come every ten years, always holding a new bowl with a goldfish. Sensing that the goldfish was about to die, he would usually stay for the weekend, wanting to spend quality time with it. Always with the goldfish bowl in his hands, he would take long walks in the gardens or rest on the chaise lounge chairs or read to his little friend in a low voice usually crime pocket books. He suspected that the fish liked them, judging by the amount of bubbles on the surface of the bowl with the murder descriptions. The weekend would quickly pass away and Mr. Velital would go away in the exact way as he had come. Embracing the bowl. Each time the goldfish would depart full of life. At the reception desk, he always felt the need to whisper a few words apologetically but Jenevier would not accept it.
“You are very lucky to have your little friend for a little longer” he would usually say and would watch him go away, a fragile figure in pastel suits to whom he felt close to. 
Velital was excited with the hotel’s renovation. The view from the window was just magical. It overlooked the central gardens with the old baobabs starring in the green mosaics, among countless exotic and colorful flowers and trees. In the center, they had left the small pond with the water lilies that cried with the lightings, a funny spectacle if the tenants happened to watch a storm. He would be there for the half of the day and he usually talked or read to his goldfish. He spent much time in his room as well. There were many crime books on his bedside table with yellow and dog-eared pages. Every day he would read to Feredin excerpts and he was certain that his goldfish enjoyed it. After every excerpt, he left the bowl by the window sill so that his friend could be happy with the view. He would only go downstairs at the restaurant for lunch while they would bring his morning coffee to his room. On a previous trip he had confided in Jenevier that he could not trust people. He was afraid of them or rather he was embarrassed. He would prefer to live invisible, if possible, far away from their indiscreet glances. He had not shared anything else from his personal life and the manager, of course, never asked out of discretion so another veil of mystery covered his persona.
On Sunday morning Madlen, who brought his coffee up to his room, saw something strange. Velital was still and frozen on his chair. His look was at the tall trees in the gardens. A book was on his knees on page 89 with the sentence underlined: “And Jack, who was so afraid of death, had now fallen into its trap.” The bowl beside him was full of clean water. Feredin was not inside. 
Jenevier was truly sorry for his death. He almost thought of him as a friend. “But it is so ironic, he came here waiting for his goldfish to die and in the end he died himself!” he said to Alfred.
“Nope, the fish killed him and ran away. It had no chance of being suspected anyway” the bellboy revealed his conspiracy theory. Jenevier nervously laughed. Alfred did not. 

“You are never going to find it, no matter how hard you search in the hotel. It is now free” he said in an even more serious tone.