Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΚΕΛΥΦΟΣ

Ο απέναντι κάθεται στο παράθυρο και χαζεύει έξω. Όποια ώρα και να κοιτάξω θα έχει το ίδιο απλανές βλέμμα που χάνεται στον ακάλυπτο. Φοράει το ίδιο λευκό φανελάκι που αφήνει τους γέρικους ώμους του ακάλυπτους για να δροσίζεται. Καρφώνει κάπου το βλέμμα του και το αφήνει εκεί για ώρες. Πάνω στο ίδιο στατικό σημείο, που μπορεί να είναι τα κάγκελα, ένα περιστέρι, η υγρασία στον τοίχο, η γλάστρα προβάλλονται οι δικές του εικόνες, οι δικές του σκέψεις. Ότι ώρα και να ανοίξω την κουρτίνα μου θα τον δω εκεί. Στο απέναντι παράθυρο, με το ίδιο αμήχανο βλέμμα. Κάθομαι στο κρεβάτι μου. Είναι πολύ πρωί ακόμα, τώρα χαράζει. Είναι το τρίτο βράδυ που δεν μπορώ να κοιμηθώ. Στριφογυρίζω στο κρεβάτι σαν έντομο που το βασανίζουν παιδιά σε αλάνες. Με πνίγει η ζέστη, η άπνοια, τα προβλήματα, οι λογαριασμοί που δεν έχουν μείνει στην πόρτα αλλά έχουν τρυπώσει με θράσος. Αφήνω το παράθυρο ανοιχτό να μπαίνει το πρώτο φως μέσα στο δωμάτιο. Μέσα στη φωλιά μου. Σε ένα κέλυφος ασφαλείας που έχω δημιουργήσει πλασματικά για να μπορώ να αντιμετωπίζω την πραγματικότητα. Ένα κέλυφος γέρικο. Ένα σπίτι παλιό, σαν το γέρικο σώμα του απέναντι. Και όπως εκείνος κοιτάζει έξω από το παράθυρο, έτσι και το σπίτι αυτό κοιτάζει εμένα. Είναι ζωντανό. Οι τοίχοι με την ταλαιπωρημένη ταπετσαρία με παρακολουθούν μέσα από τα κομμάτια που τους λείπουν, ο ήχος που κάνει το ψυγείο είναι σαν μια ρυθμική αναπνοή με δυσκολίες, το κρεβάτι που τρίζει σε κάθε μου κίνηση είναι σαν να μου θυμίζει ότι δεν είμαι μόνος μου, το καζανάκι που έχει χαλάσει και στάζει, η αποπνικτική ζέστη που βγαίνει από κάθε πλακάκι σαν να δηλώνει ότι υπάρχει κι άλλο ένα σώμα μαζί μου με τις ίδιες ανάγκες και τις ίδιες φθορές. Δεν αντέχει τη ζέστη που πυρώνει τα πάντα. Η φωλιά μου είναι σαν ένας ζωντανός οργανισμός με έναν αδύναμο παλμό που ζορίζεται από το καυτό καλοκαίρι στην Αθήνα. Άλλο ένα καλοκαίρι στην πόλη. Κλείνομαι στο κέλυφός μου για να νιώσω σχεδόν την ασφάλεια της μήτρας. Ξέρω ότι κάνει τα πάντα για να με προστατέψει. Ένας βιολογικός δεσμός με κάθε τι εδώ μέσα. Ένα κέλυφος καταφύγιο. Κάποιες φορές στέκεται περήφανα και με στηρίζει και άλλες φορές με πνίγει και με πιέζει αφόρητα. Ένας μητρικός γόρδιος δεσμός. Κι εκεί πάντα καταφεύγεις για να κρυφτείς από την αλήθεια. Ο απέναντι εξακολουθεί να κοιτάζει στο ίδιο σημείο. Ξημερώνει.

THE SHELL

The man across my flat is at the window and stares. Whenever I look he has the same vacant look lost in the urban backyard. He wears the same white athletic shirt leaving his old shoulders uncovered to get some air. He sets his eyes on something and leaves it there for hours. His own images and thoughts are projected on the same static spot which could be the railings, a dove, the humidity on the wall, the flower pot. Whenever I pull my curtain I will find him there at the opposite window with the same awkward look. I’m on my bed. It’s still dawn, too early. Third night in a row that I can’t sleep. I roll on the bed like an insect being tortured by kids playing in the fields. Heat, stillness, problems, bills that don’t stay by the door but boldly come in, they all choke me. I leave the window open for the first light of the day to get in the room, in my nest. In a safety shell that I have fictitiously created in order to deal with reality. An old shell. An old house like the old man's body across my flat.  And as he looks out of the window the house stares at me in the same way. It is alive. The walls with the worn out wallpaper are watching me through its missing pieces, the sound of the fridge is like a rhythmic respiration facing problems, the toilet flush that’s broken and is leaking, the suffocating heat coming out of each tile stating that there’s another body with me with the same needs and damages. It cannot stand the heat that melts everything. My nest is a living organism in a weak pulse finding it hard to cope with the hot summer in Athens. Another summer in the city. I am sealed in my shell and I almost feel the safety of the womb. I know that it is doing everything to protect me. A biological bond with everything inside here. A shell like a shelter that sometimes proudly stands out and supports me and other times it chokes and pushes me to a point I can’t bear. A maternal Gordian knot. The place you always run to in order to hide yourself from the truth. The man across my flat is still looking at the same spot. The sun is rising.


Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

MADAME ALFRED CARRIERE 3

Η πόρτα άνοιξεΈδωσε βιαστικά λίγα κέρματα που βρήκε στην τσέπη του στον καμαρότο. Ο πιτσιρίκος άφησε τη βαλίτσα κάτω με μεγάλη ανακούφιση και άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά, βάζοντας τα κέρματα στην τσέπη του. Δεν άνοιξε το φως. Συνήθισαν τα μάτια του στην κόκκινη λάμψη που έμπαινε με θράσος από τα νέον γράμματα της πινακίδας κάθετα στο παράθυρο. Το h και το t αναβόσβηναν νευρικά από τη λέξη hotelΚαι η αμηχανία αναβόσβηνε μέσα του. Πιο πολύ όμως η αγωνία.
Ήταν εκεί. Στεκόταν στο παράθυρο και χάζευε τη νύχτα. Ή έκανε πως τη χάζευε. Δε γύρισε όταν άκουσε την πόρτα να κλείνει. Έμεινε εκεί, μια αινιγματική γυναικεία πλάτη στο ημίφως. Είχε τα μαλλιά της αυστηρά πιασμένα σε έναν κότσο. Διέκρινε ένα φόρεμα που αγκάλιαζε το σώμα της. Άναψε τσιγάρο. Στα δαχτυλίδια του καπνού που άρχισαν να σχηματίζονται, μπόρεσε να διαβάσει όλα εκείνα που δε θα του έλεγε ποτέ. Και για όσο κράτησε εκείνο το τσιγάρο προσπάθησε να δει ακόμα και πίσω από τις λέξεις. Τη χάζευε και ήξερε ότι μόλις γυρίσει ή όταν κάνει εκείνος το πρώτο βήμα για να την πλησιάσει ο χρόνος θα αρχίσει να μετράει αντίστροφα. Τα λεπτά θα μετράνε το τέλος της νύχτας. Και όχι μόνο.
Το έσβησε στο μεταλλικό τασάκι που ήταν στο περβάζι, σχεδόν γεμάτο. Γύρισε. Ο χρόνος είχε περάσει αλλά δεν είχε σταθεί πάνω της. Τα μάτια της γυάλιζαν και το βλέμμα της ήταν το ίδιο αινιγματικό όπως τότε. Τον κοίταξε τόσο έντονα που ένιωσε τουλάχιστον απογυμνωμένος από κάθε σκέψη. Πήρε τη βαλίτσα του και άρχισε με αργό βηματισμό να μειώνει την απόσταση μεταξύ τους. Με κάθε βήμα ένιωθε την κάρδια του να πάλλεται όλο και περισσότερο. Στάθηκε απειλητικά κοντά της. Την αγκάλιασε σφιχτά. Δε χρειαζόταν να ειπωθεί τίποτα. Όλα είχαν ακουστεί μέσα από την ανάσα της στο λαιμό του. Ένα αίσθημα λησμονιάς και γλυκιάς επιστροφής. Όλα ήταν έτσι όπως έπρεπε.
Άνοιξε τα ταλαιπωρημένα δερμάτινα λουριά της βαλίτσας. Τα νερά από τις εφτά θάλασσες ξεχύθηκαν με φόρα στο δωμάτιο και το πλημμύρισαν. Έβγαιναν από τις χαραμάδες και τις κλειδαριές, έτρεχαν στη ρεσεψιόν και ερέθιζαν τα πλοκάμια στις τιράντες του Αλφρέδου, κυλούσαν στο δρόμο. Και το νερό συνέχιζε να βγαίνει με παφλασμό χωρίς σταματημό. Έλυσε τα μαλλιά της και τα άφησε στο έλεος της δίνης. Ένα θηλυκό που αφέθηκε στο υδάτινο στοιχείο του. Της σιγοψιθύρισε στο αυτί κάτι που χάθηκε στην ένταση της στιγμής και ένιωσε το σώμα της να λιώνει στην αγκαλιά του λες και το παίρνει ο πρώτος πρωινός αέρας. Τη φίλησε δυνατά. Του είχε λείψει το ζεστό της στόμα. Αυτή τη φορά όμως άφησε τα μικρά της αγκάθια να βγουν κάτω από τη γλώσσα της. Του μάτωναν τα χείλη αλλά δε σταματούσε. Της κατέβασε το φερμουάρ και άφησε το φόρεμα να πέσει στο πάτωμα. Ένιωσε το λείο δέρμα της να σκληραίνει και να τον τυλίγει σχεδόν ασφυκτικά. Το τοξικό άρωμα που έβγαινε από το λαιμό της είχε αρχίσει να τον ζαλίζει. Στις φλέβες της άρχισαν να διαγράφονται οι πρασινωποί μίσχοι της. Τα μακριά της δάχτυλα πλέον κατέληγαν  σε νύχια γαμψά γεμάτα αγκάθια. Έμπαιναν στο δέρμα του καθώς τον αγκάλιαζε όλο και πιο σφιχτά.
Το σκοτάδι τρύπωνε μέσα στο φόρεμά της. Και στο διάφανο στήθος της άνθισε ένα μεγάλο ροζ τριαντάφυλλο.


Τα πέταλα του άνοιξαν  και άπλωσαν στο λαιμό της, στην κοιλιά της. Στα γυμνά της πόδια φύτρωσαν μυτερά φύλλα. Και να που το θηλυκό θαλάσσιο λουλούδι βρισκόταν στο περιβάλλον της και του έδειχνε το πραγματικό της πρόσωπο για πρώτη και τελευταία φορά. Του έδινε όλα όσα του είχε υποσχεθεί και δε σταμάτησε να τον κοιτάει στα μάτια. Περίμενε την κίνηση του. Δε θα μπορούσε να κάνει πίσω αυτή τη φορά. Δεν ήξεραν ποιος είχε πέσει στην παγίδα ποιου αλλά δεν είχε καμία σημασία τώρα πια. Έπαιζαν με τους κανόνες που είχαν ορίσει και θα το έφταναν μέχρι το τέλος.
Τα χέρια του δεν μπορούσαν να πιάσουν το μικρό μαχαίρι που θα τον ελευθέρωνε οριστικά και θα τον έκανε να μείνει πιστός στην αποστολή του. Τον έσφιγγε το κορμί της. Είχε αφεθεί στη δύναμή της. Δεν μπορούσε να αντισταθεί στο ερωτικό της πρόσωπο που τόσο περίμενε και τόσο πολύ τον είχε στοιχειώσει. Έλυσε με δυσκολία τα χέρια του. Το μόνο που έκανε ήταν να της σφίξει το λαιμό που μύριζε νωπό χώμα με όλη του τη δύναμη. Εξακολουθούσε να τον κοιτάζει βαθιά μέσα σταμάτια. Σε μια δυνατή στιγμή οι ανάσες τους ενώθηκαν και άρχισαν σταδιακά να σιωπούν. Ένας άντρας και ένα θηλυκό λουλούδι σε μια τελευταία πράξη αποφασιστικότητας. Είχαν φτάσει στο τέρμα του παιχνιδιού. Κανείς δε θα ήταν ο νικητής. Όπως το ήξεραν από την αρχή, οχτώ παρά τέταρτο χρόνια πριν. Το νερό άρχισε να στεγνώνει στα πατώματα και στους τοίχους, στη σκάλα και στο δρόμο.


MADAME ALFRED CARRIERE 3

The door opened. He gave a few coins he found in his pocket to the groom. The boy let the suitcase down in great relief and started going down the stairs putting the coins in his pocket. He didn’t switch on the light. His eyes got used to the red flash coming boldly from the neon letters of the sign vertically to the window. The h and the t were nervously flashing from the word hotel. So did his awkwardness but mostly his anxiety.
She was there. She was standing at the window gazing the night. Or she pretended to. She didn’t turn her back when she heard the door close. She stayed there, an enigmatic female figure in the twilight. She had her hair strictly tied in a bun. He distinguished a dress that caressed her body. She lit a cigarette. In the smoke rings that started shaping, he managed to read everything that she would never tell him. And for as long as that cigarette lasted he tried to see even through the words. He gazed her and he knew that the minute she would turn around or the minute he would approach her time would start unfolding backwards. The minutes would count the end of the night. And not only that.
She put it out in the almost full metal ashtray at the ledge. She turned around. Time was not so harsh on her. Her eyes were glowing and her look was as enigmatic as it was then. She looked at him so intensely that he felt completely naked from every thought. He took his suitcase and he started reducing the distance between them by walking slowly towards her. In every step he felt his heart beating stronger. He stood by her with a sense of a threat. He held her tight. There was no need for words. Everything was heard through her breath on his neck. A sense of oblivion and sweet return. Everything was like it was supposed to be.
He opened the worn leather straps of the suitcase. The water from the seven seas burst out forcefully and flooded the room. It came out from the cracks and the locks, down to the reception, stimulated Alfred’s tentacleswent down to the street. It continued to splash out without ending. She let her hair down loose at the whirl’s mercyA female in her liquid element. He whispered something lost in the heat of the moment in her ear and felt her body melt in his arms as if it was drifted by the morning breeze. He kissed her hard. He had missed her warm mouth. This time she let her small thorns come out from her tongue.  They bled his lips but he didn’t stop. He unzipped her dress and let it fall on the floor. He felt her smooth skin get hard and tightly wrap him. The toxic scent coming out from her neck had started to make him dizzy. Green stems became visible in her veins. Her long fingers ended in sharp nails with thorns. They inserted his skin as she gradually embracedhim as tight as she could.
Darkness sneaked into her dress. A big pink rose bloomed at her transparent chest.
Its petals opened and were spread on her neck and belly. Pointy leaves grew from her naked legs. And there she was, the female water flower showing him her true face for the first time. It would also be the last. She gave him everything she had promised and couldn’t take her eyes of him. She was waiting for his move. He couldn’t take a step back this time. They didn’t know who had trapped whom but it didn’t matter anyway. They played by the rules they had set and they would make it to the very end.
His hands couldn’t reach the small knife that would definitely set him free and make him stick to his mission. Her body squeezed him and her strength ruled him. He couldn’t resist her sensual part of hers that he had been waiting for so long and had haunted him so much. He set his hands loose with difficulty and the only thing that he did was to squeeze her smelling moist soil neck as hard as he could. She still looked at him deep into his eyes.  In a powerful moment their breathings were united and then gradually began to fade out. A man and a female underwater flower in the last act of determination. They had reached the end of the game. There would be no winner. Like they knew it from the start, a quarter to eight years ago. Water began to dry from the floors, the walls, the stairs and the street.