Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

O ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 4: ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ (Α ΜΕΡΟΣ)

  Eκείνη η πρώτη βουτιά στο παρελθόν τον τάραξε. Κλόνισε καλά χτισμένα θεμέλια μέσα του. Η απόσταση ανάμεσα στο να γυρνάς νοερά πίσω με τις αναμνήσεις και τις αλήθειες των πραγμάτων, που πολλές φορές έχουν θολώσει, και στο να γυρνάς κυριολεκτικά σε εκείνες τις σκηνές και να τις ξαναζείς ήταν τεράστια. Όσο κι αν το φοβόταν, κάθε λέξη που είχαν πει οι μασκοφόροι κουστουμαρισμένοι τύποι ήταν αλήθεια και ήξερε ότι αυτό δεν ήταν παρά μόνο η αρχή. Δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Δε θα μπορούσε να είναι προετοιμασμένος για καμία σκηνή που θα ακολουθούσε. Όσο κι αν ήθελε να το μοιραστεί με την Μπράνκα, δεν της είπε τίποτα. Το κράτησε βαθιά μέσα του. Έτσι κι αλλιώς, ακόμα κι ο ίδιος δυσκολευόταν να το χωνέψει. Και αυτήν την περίοδο μόνο στη Σιέρρα βρισκόταν μόνος με τις σκέψεις του, κι αυτό κατά βάθος τον βόλευε. Στο σπίτι τις τελευταίες δύο βδομάδες πάντα ήταν απασχολημένος. Βοηθούσε τον Τζόναθαν να επισκευάσει μια παλιά βάρκα που ήταν στο γκαράζ πολλά χρόνια. Του είχε καρφωθεί στο μυαλό να φτιάξει τη μηχανή, να της φρεσκάρει το χρώμα και με το που μπει η άνοιξη να πηγαίνει για ψάρεμα στη λίμνη Τράνκιλο. Ο Χάρης δεν είχε ιδέα από μαστορέματα και βάρκες. Πιο πολύ του έκανε παρέα και ακολουθούσε τις οδηγίες που του έδινε ο Τζόναθαν, πάντα με τη συνοδεία μιας παγωμένης μπύρας, που τις είχε άφθονες στο μικρό ψυγείο κάτω από τις σκάλες στην είσοδο, πίσω από τα ποδήλατα των δίδυμων. 
  Ήταν το διάστημα που η Μπράνκα του κρατούσε μούτρα και δεν ερχόταν να τον επισκεφτεί. Στο μικρό του δωμάτιο έβρισκε πάντα δικά της πράγματα στα πιο απίθανα σημεία. Το τελευταίο του εύρημα ήταν ένα βερνίκι νυχιών σε έντονο κόκκινο χρώμα στο περβάζι του παράθυρου, πίσω από τις κουρτίνες. Χαμογέλασε αυθόρμητα στη θέα του. Από μια περίεργη παρόρμηση το άνοιξε και έβαψε το νύχι στο μικρό του δάχτυλο του δεξιού χεριού. Απορούσε πώς τα κατάφερναν οι γυναίκες με αυτά τα μαραφέτια. Εκτός από το νύχι, το χρώμα απλώθηκε και λίγο στο δάχτυλο. Το κοίταξε και αποφάσισε να μην το ξεβάψει. Ήθελε να την έχει κοντά του σήμερα και δεν έδινε δεκάρα για τα περίεργα βλέμματα που θα το πρόσεχαν. Χαμογέλασε στην ιδέα να περάσει από το μπαρ το βράδυ, πριν τη δουλειά, για να τη δει και να την κάνει να το προσέξει. Θα ήταν ο τρόπος του να της πει ότι του είχε λείψει. Είχε όλη τη μέρα να το σκεφτεί και να αποφασίσει. 
  Ο Τζόναθαν το πρόσεξε αλλά ήταν τόσο διακριτικός που δεν είπε τίποτα απολύτως, όσες φευγαλέες ματιές κι αν έριχνε στα χέρια του. Σήμερα του ζήτησε να περάσει ένα πρώτο τρίψιμο στη βάρκα όσο εκείνος θα τελείωνε τα μαστορέματα. Ήταν όλο χαρά γιατί το είχε δαμάσει το μοτέρ και δε σταματούσε να χαράζει νοερά τις διαδρομές της άνοιξης. 
« Εννοείται, στο ρεπό σου, Χάρη, θα έρχεσαι μαζί μου, να ανοιγόμαστε και να περνάμε τη μέρα παρέα. Θα σου πάρω και σένα ένα καλάμι και θα είμαστε έτοιμοι», του είχε πει ίσα με εκατό φορές με τον ενθουσιασμό ενός μικρού παιδιού.
«Μέχρι την άνοιξη, έχουμε καιρό, μη βιάζεσαι», του είπε ο Χάρης και άρχισε να τρίβει με το γυαλόχαρτο το ταλαιπωρημένο υπόλευκο ξύλο, πάντα με το κόκκινο του νύχι να του τραβάει την προσοχή.
«Καλά, δε με πιστεύεις εσύ αλλά να δεις τι ωραία που θα είναι. Πάω να φέρω καμιά μπύρα παγωμένη», είπε και κατέβηκε προσεκτικά από τη βάρκα.
  Ο Χάρης συνέχισε να τρίβει και να σκέφτεται το ζεστό κορμί της Μπράνκα. Χαμένος στις ερωτικές του αναπολήσεις, άκουσε μια πόρτα να κλείνει πίσω του με δύναμη. Γύρισε να δει και του έπεσε το γυαλόχαρτο από το χέρι. Είχε βρεθεί χωρίς να το καταλάβει μέσα στο γραφείο του πατέρα του. Ναι, βέβαια, το αναγνώριζε. Η μεγάλη βιβλιοθήκη που έπιανε όλον τον τοίχο, το μασίφ του ξύλινο γραφείο με τα πολλά συρτάρια, η μολυβοθήκη με τις πένες του και το δοχείο με το μελάνι, τα κάδρα με τα τεράστια καράβια σε φουρτουνιασμένες θάλασσες, και εκείνη η οικογενειακή φωτογραφία με τον ίδιο μωρό, να δεσπόζει κι αυτή στον τοίχο, γεμάτη σκόνη, όπως και η κοινή τους οικογενειακή ζωή. 
«Τι έγινε, σε τρόμαξα; Αφού σου είπα ότι πήγα να πάρω τσιγάρα από το κιόσκι», του είπε ο πατέρας του.
  Ο Χάρης έμεινε να τον κοιτάζει. Ήταν ο πατέρας του, στο γραφείο του και εκείνος πρέπει να ήταν είκοσι δύο ετών, πάνω που είχε πάρει το πτυχίο του. Φοράει το τζην του παντελόνι και νιώθει τόσο δυνατός μέσα στο νεανικό του σώμα. Σαστισμένος προσέχει το μικρό του δάχτυλο, αλλά δεν είναι βαμμένο το νύχι του. Ο πατέρας του τον προσπερνάει και κάθεται στη δερμάτινη καρέκλα του πίσω από το γραφείο του και ανάβει ένα τσιγάρο. Είναι όπως τον θυμάται. Κοντούλης, με τη φαλάκρα του να γυαλίζει κάτω από το φως, να φοράει εκείνη τη γκρίζα αυστηρή γραβάτα με τα ασορτί μανικετόκουμπα. Του φαίνεται τόσο περίεργο να είναι στο ίδιο δωμάτιο μαζί του. Του φαίνεται τόσο δύσκολο να είναι στο ίδιο δωμάτιο μαζί του και να ξέρει ότι θα ακολουθήσει ένας ακόμα πιο ζόρικος διάλογος. 
«Τι έγινε; Φάντασμα είδες;», τον ρωτάει ρουφώντας τον καπνό του και γελώντας δυνατά. «Λοιπόν, ας μη χάνουμε χρόνο, γιατί έχω ραντεβού με την κατασκευαστική εταιρία σε ένα τέταρτο». Έβγαλε από το πρώτο συρτάρι ένα φάκελο και του τον έδωσε. 
«Ένα μικρό ποσό να βγεις να το γιορτάσεις με τους φίλους σου. Δεν παίρνει κάθε μέρα ο γιος μου το πτυχίο του με άριστα. Έχω κανονίσει να φτιάξουν την επιγραφή έξω από βδομάδα για να το συνηθίζουν και οι πελάτες, καταλαβαίνεις. Το όνομά σου θα μπει και στις επαγγελματικές κάρτες. Από το τέλος του μήνα θα έχουν ρυθμιστεί όλες οι λεπτομέρειες. Κανονικά, δε χωράει και δεύτερο γραφείο εδώ μέσα, αλλά θα τα βολέψουμε», του είπε μιλώντας γρήγορα. 


  Ο Χάρης όρθιος, σε στάση άμυνας, έμεινε να κοιτάζει το φάκελο πάνω στο γραφείο και να ακούει τα μεγαλεπήβολα σχέδια του πατέρα του. Δεν ήταν ότι δεν τον νοιαζόταν, αλλά τον ένιωθε μουδιασμένο στον ισόβιο ρόλο του πατέρα. Πάντα ξεγλιστρούσε αυτή η σχέση από το να ριζώσει, σαν να ήταν ένα  νούφαρο. Μεγαλώνοντας, ένιωθε ότι δεν είχε και πολλά να πει μαζί του. Ο ίδιος πάντα αυστηρός, χωρίς να δείχνει τρυφερότητα στο γιο του, τον μάλωνε, είχε πάντα υπερβολικές απαιτήσεις τελειότητας. Ο Χάρης, όπως κι η μητέρα του, τον φοβόταν γιατί ακριβώς όταν χανόταν η μαγική εκείνη επίφαση της επικοινωνίας, ο πατέρας του θα περνούσε στην επίθεση, στην ειρωνεία, στις φωνές. Ενώ δεν είχε βίαια ξεσπάσματα, ήταν εκείνο το βλέμμα του και τα λόγια του που, πάντα, σου έδιναν την εντύπωση ότι στην περίπτωση που δεν έκανες ότι σου έλεγε, ήταν ικανός να σε τιμωρήσει ή να παίξει τόσο πολύ με το μυαλό σου κι έτσι πάντα θα υποχωρούσες αμαχητί. Το ότι θα ακολουθούσε τα χνάρια του και θα γινόταν και αυτός «υπόδειγμα ασφαλιστή» ήταν πάντα αυτονόητο. Θα μάθαινε τη δουλειά κοντά του και θα πληρωνόταν από την πρώτη μέρα που θα περνούσε το πόδι του από το κατώφλι του. Και τώρα, που είχε φτάσει αυτή η στιγμή και το είχε πάρει το ρημάδι το πτυχίο, ένιωθε να πνίγεται λες και του έχουν βαλει το κεφάλι κάτω από το νερό και δεν τον αφήνουν να πάρει ανάσα. Είχε αριστεύσει, είχε τελειώσει τα οικονομικά που του είχαν επιβάλλει και δεν το άντεχε να σκεφτεί ότι θα περάσει την υπόλοιπη ζωή του στο δεύτερο όροφο ενός θλιβερού κτιρίου με αντίστοιχα καταθλιπτικά γραφεία, πασχίζοντας να κλείσει ασφάλειες ζωής, «η μόνη δουλειά που θα σου δίνει πάντα ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι σου».
Ο λόγος του πατέρα του ήταν πάντα το ευαγγέλιο που περνούσε αδιαμαρτύρητα. Στην εταιρία αυτή δούλευε δώδεκα χρόνια και η αλήθεια είναι ότι από τότε που ξεκίνησε είχαν βελτιωθεί πολύ τα οικονομικά της οικογένειας. Το έβλεπε ότι η μάνα του είχε χαλαρώσει λιγάκι από αυτή την έννοια, το δάνειο για το σπίτι ουσιαστικά, αλλά ήταν σαν να είχε εξαγοράσει τη σιωπή της σε όλα τα θέματα. Η παντοδυναμία του περνούσε και στο γιο του, που χωρίς να ξέρει πώς να τον μεταχειριστεί, τον χειριζόταν με τον τρόπο του και προσπαθούσε να τον μετατρέψει σε μια μικρογραφία του. Σήμερα είχε οπλιστεί με το όλο θάρρος που είχε στην ηλικία αυτή των είκοσι ετών για να τον αντιμετωπίσει. Το θυμόταν πόσο μπλεγμένος κόμπος ήταν το στομάχι του όταν ανέβαινε τα σκαλιά του κτιρίου. Ήθελε να του μιλήσει ανοιχτά για πρώτη φορά, ίσως, στη ζωή του για κάτι που τον αφορούσε και τον έκαιγε. Το μέλλον του. Είχε φτιάξει ένα μονόλογο για να του απαγγείλει με δραματικά σημεία που ήθελε να τονίσει και, όσο κι αν ζοριζόταν και φοβόταν τις αντιδράσεις του και  και τις εκρήξεις του, ήθελε να το φτάσει στο τέρμα του. Έπρεπε να του μιλήσει για τα σχέδιά του για εκείνη τη σχολή αρχιτεκτονικής  που είχε βρει  στην Ευρώπη και τα μαθήματα ξεκινούσαν σε δύο εβδομάδες, πριν βάλει ονόματα σε ταμπέλες και επαγγελματικές κάρτες. Έπρεπε να του μιλήσει για το πόσο αγαπούσε το σχέδιο και τις πόλεις και τα κτίρια. Έπρεπε να βρει τη δύναμη να του πει ότι μέχρι τώρα έκανε ό,τι του ζητούσε και ότι ήταν πια μεγάλος άντρας για να πάρει τη ζωή του στα χέρια του.  Έπρεπε.

THE VOLUNTEER 4: CONVERSATION WITH THE FATHER (PART ONE)

  That first dive into the past shocked him. It shook foundations within him well built. The distance between going back with your memories that might have faded and literally going back and relive these scenes was enormous. As much as he was afraid of it, every single word that the guys with the masks in suits had told him was true and he knew that this was only the beginning. He could not stop. He could not be prepared for any of the scenes that would follow. As much as he wanted to share it with Branca, he didn’t tell her anything. He kept it deep inside him. Needless to say that he himself was struggling to believe it.  And that period, only at the Sierra he found himself alone with his thoughts and that was convenient. The last few weeks he was busy at the house. He was helping Jonathan repair an old boat that was at the garage for many years. He had this idea of fixing the engine, refresh the color and as soon as soon as the spring would come, he would go for fishing at the Tranquilo Lake. Harry had no idea of boats and repairing. He mostly kept Jonathan company and followed his instructions always with a cold beer, which Jonathan kept at the small fridge under the stairs by the entrance, behind the twins’ bicycles.
  It was the period when Branca was moody and did not come to his room. He found her stuff at the most peculiar places in the room. His latest find was a deep red nail polish by the window, behind the curtains. He spontaneously smiled looking at it. Following a weird impulse he opened it and painted the nail of his right’s hand small finger. How on earth did the women handle these things! Except the nail, the color spread in the finger as well. He looked at it and decided not to take it off. He wanted to be with her that day and he didn’t give a damn about the strange looks that would attract. He smiled thinking that it would be a great idea to pass by the bar before going  to work to see her and make her notice it. It would be his way of telling her that he missed her. He had all day to think about it and decide.
  Jonathan noticed it but he was too discreet to say anything, no matter how many quick looks he took at his hands. Today he asked of him to roughly rub the boat while he would finish the repairings. He was happy because he had managed to fix the engine and he could not stop mapping the spring routes with his mind. 
“Of course, Harry, on your day off, you will come with me fishing and spend the day together. I will buy you a fishing rod and we will be all set”, he had told him up to a thousand times with the enthusiasm of a small child.
“We have time until the spring comes, take it easy”, Harry told him and started rubbing the worn off- white wood with the sandpaper, always with his red fingernail attracting attention. 
“Have it your way, you don’t believe me but you’ll see, it is going to be great. I will go get us some cold beer”, he said and carefully got off the boat. 
  Harry continued rubbing the boat and thinking Branca’s warm body. While he was lost in his erotic memories, he heard a door slamming behind him. He turned around and the sandpaper fell off his hand. He was found, without realizing it, in his father’s office. Yes, of course, he recognized it. The large library across the wall, his wooden desk with so many drawers, his pencil holder with his pens and the inkwell, the frames with the boats in rough sea and that family photo with himself as a baby dominating the wall, full of dust like their common family life. 
“What happened? Did I scare you? But I told you that I was going to get my cigarettes from the kiosk”, his father told him. 
  Harry was standing still looking at him. He was his father, in his office and Harry must have been twenty two years old, short after he had graduated. He is wearing his pair of jeans and he is feeling so strong in his young body. He looks at his small fingernail but it is not painted. His father walks past him and sits in the leather chair behind his desk and lights a cigarette. He looks exactly the way Harry remembered him. Short, with his baldness shining under the light, wearing that strict gray tie with the matching cufflinks. It seems so strange to be in the same room with him. It seems so difficult to be in the same room with him and know that an even more difficult dialogue will follow.
“What’s wrong? Did you see a ghost?” he asks him as he inhales the smoke laughing out loud. “So, let’s not waste any time, because I have an appointment with the construction company in fifteen minutes.” He took an envelope from the first drawer and gave it to him. 
“A small amount to go out and celebrate with your friends. It’s not every day that my son graduates with distinction. I have arranged for the sign outside to be fixed with your name on it next week, so the customers get familiar with it, you know. Your name will also be in the business cards. By the end of the month, all the details will be arranged. Under normal circumstances a second desk will not fit in here, but we will manage it”, he said talking fast. 

  Harry, standing still defensively, stared at the envelope on the desk and listened to his father’s ambitious plans. He cared for him but Harry felt him numb in the lifelong role of the father. This relationship always slipped away instead of growing roots, as if it were a water lily. As he was growing older, he felt like he didn’t have much to tell him. He was always strict, without showing any affection to his son, he scolded him, having too many perfection expectations out of him. Harry, just like his mother, was afraid of him because when the magic facade of communication was lost, his father would go offensive, he would be ironic and he would yell. While he did not have any violent outbursts, it was his look and his words that always gave you the impression that if you didn’t do what he told you, he was capable of punishing you or playing so much with your mind that you eventually would back down. The fact that Harry would follow his footsteps and become a “model insurer” was always clear. He would learn the job by his side and he would get paid from day one. And now that he had finally got his diploma, he felt as if he was drowning, having his head underwater with no air left in him. He had succeeded, he had his diploma in economics which had been imposed on him and he could not bear to think that he would spend the rest of his life on the second floor of a depressing building with other depressing offices struggling to make life insurance policies, “the only job that will serve a plate with food on your table.”
The words of his father were the ultimate truth without any protest. He worked in this firm for twelve years now and, to be honest, the financial of the family had improved. He could see his mum being more relaxed concerning the loan of the house actually, but it was as if he had bought her silence on all the other matters. His power passed on his son whom, without knowing how to handle him, he manipulated him and tried to turn him into his own miniature. Today Harry was full of courage for a man of twenty years old to confront him. He remembered how tight his stomach was as he went up the stairs of the building. He wanted to talk to him for the first time perhaps in his life for something that was crucial. His future. He had prepared a monologue with all the dramatic features and however hard he found it and no matter how afraid he was of his father’s reactions, he was determined to take it all the way. He had to talk to him about his plans for that architecture school in Europe, whose lessons would start in two weeks before he put any names on the door and on the business cards. He had to talk to him about his love for drawing, cities and buildings. He had to find the strength to tell him that up till now he did whatever his father wanted and it was now the time to get hold of his life. He had to. 

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

O ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 3: Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

  

Είχαν περάσει περίπου δύο εβδομάδες από τα γεγονότα της Ταμαρίνια. Ο Χάρης επέστρεφε πάλι στους ρυθμούς της καθημερινής του ρουτίνας. Πήγαινε για τρέξιμο τα απογεύματα, πριν πάει για δουλειά, έτρωγε με τη Σύλβια, αν την πετύχαινε σπίτι και δεν ήταν στον κήπο της, άκουγε τους δίσκους του σε εκείνο το ταλαιπωρημένο πικ-απ, κοιμόταν με την Μπράνκα, έκαναν έρωτα τα μεσημέρια που σχολούσε, τον σέρβιρε την μπύρα του στο ρεπό του και πήγαινε να τον βρει πάλι στο δωμάτιό του, και φυσικά περνούσε τα βράδια του στη Σιέρρα, προσέχοντας ένα άδειο και ψυχρό ερευνητικό κέντρο. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο είχε πειστεί ότι εκείνο το μεσημέρι, στον κλειστό σταθμό του μετρό, ήταν ένα παραλήρημα της φαντασίας του, το πιο πιθανό προερχόμενο από την κούραση και τη νύστα. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει με τη λογική και για αυτό ένα μεγάλο κομμάτι του είχε ανακουφιστεί για τις ήσυχες μέρες και νύχτες που είχαν ακολουθήσει. Είχε βιαστεί όμως να καθησυχαστεί.
  Η πρώτη του επιστροφή στο παρελθόν συνέβη ένα απόγευμα που είχε πάει για τρέξιμο στο πάρκο κοντά στο σπίτι. Είχε φύγει, αφήνοντας την Μπράνκα με μούτρα. Είχε ξεκινήσει πάλι εκείνη την κουβέντα περί συμβίωσης. Την είχε κουράσει να ζει σε ένα δωμάτιο κλεισμένη και να τον περιμένει, είχε βαρεθεί να πηγαίνει μόνο εκείνη στο δωμάτιό του και δεν καταλάβαινε γιατί δεν αποφάσιζε να ζήσει μαζί της σε ένα μεγαλύτερο χώρο, σε μια γειτονιά πιο κοντά στο κέντρο. Δεν άντεχε να την ακούει να γκρινιάζει. Όσο αισθησιακή ήταν στις καλές της, τόσο γυναικούλα του φαινόταν τότε. Της εξηγούσε ότι ήταν μια χαρά έτσι, ότι όλοι είναι μόνοι τους κατά βάθος και το να μένουν μαζί θα ήταν καταστροφικό και δε θα λειτουργούσε. 
«Μα δε σε καταλαβαίνω, Χάρη. Σου λέω ότι έχω κουραστεί με αυτόν τον τρόπο ζωής και θέλω κάτι παραπάνω και εσύ τι κάνεις για αυτό;»
«Θα πάω για δύο γύρους τρέξιμο στο πάρκο γιατί θα τσακωθούμε και δε θέλω», απαντούσε συνήθως και έφευγε. Ο ίδιος δεν είχε καταλάβει αν πίστευε έστω και μια λέξη από όσα της έλεγε. 
Και σήμερα τα έφερνε στο μυαλό του πάλι. Δεν ήθελε να δεσμευτεί όπως εκείνη. Καλά δεν περνούσαν; Τι παραπάνω ζητούσε; Ήταν σίγουρος ότι, όταν γυρνούσε στο δωμάτιο, η ίδια θα είχε φύγει. Θα του κρατούσε μούτρα λίγες μέρες και μετά θα επέστρεφε στο κρεβάτι του. Μια διαδικασία που ήταν ίδια και απαράλλακτη, δουλεμένοι διάλογοι που τους είχαν αποστηθίσει για την παράσταση κάθε φορά. Σταμάτησε να κάνει ένα διάλειμμα στον κορμό ενός δέντρου. Έγειρε πάνω του και πήρε βαθιές ανάσες, καθώς ο ήλιος τους απογεύματος του έκαιγε το πρόσωπο. Ένιωσε ξαφνικά τον κορμό να υποχωρεί, σαν να υπήρχε μια πόρτα, την οποία ο Χάρης δεν είχε δει, και άνοιξε απότομα. Έχασε την ισορροπία του κι άρχισε να κυλάει σε ένα σκοτεινό τούνελ, χωρίς να νιώθει τα τοιχώματά του. Σαν να έπεφτε σε μια μαύρη τρύπα, σαν μια άλλη Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. 
 
Προσγειώθηκε, πέφτοντας άγαρμπα σε ένα δωμάτιο. Ήταν ένα σαλόνι με έναν μεγάλο καναπέ με πράσινα βελούδινα μαξιλάρια , ένα τραπέζι γεμάτο μαρκαδόρους και χαρτιά, αμέτρητα αυτοκινητάκια στο πάτωμα. Στον τοίχο υπήρχαν κορνίζες με κεντημένες μαρκησίες και δούκες στα δάση ή άμαξες δίπλα σε ειδυλλιακές γέφυρες. Ο Χάρης ήταν ξαπλωμένος σε μια γωνία κοντά στην εξώπορτα, με ένα μαύρο μαρκαδόρο στο χέρι και ένα χαρτί μπροστά του. Όσο και αν δεν μπορούσε να το πιστέψει, να που είχε συμβεί. Είχε ταξιδέψει σε ανύποπτη στιγμή πίσω στο χρόνο. Δεν φορούσε τα αθλητικά του και την μουσκεμένη από τον ιδρώτα μπλούζα του, αλλά ένα μόνο ένα μπλε σορτσάκι με τον Σούπερμαν στην κωλότσεπη. Δροσίζεται εκείνο το ζεστό απόγευμα στο πατρικό του σπίτι. Νιώθει πάλι μικρός στο μικρό του σώμα. Κοιτάζει τα μουτζουρωμένα χέρια του. Ναι, είναι παιδικά. Νιώθει πάλι έξι χρονών σε αυτό το σπίτι με τα πράσινα μαξιλάρια που σιχαινόταν και τα κάδρα-κειμήλια που είχε κεντήσει η γιαγιά του. Είναι πάλι έξι χρονών και αρχίζει να θυμάται πολύ καλά αυτό το απόγευμα, που είχε κρυφτεί ακόμα καλύτερα κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού του. Θυμάται ότι έχει φύγει η γειτόνισσα, που περνάει να του ρίξει μια ματιά και να τον ταΐσει το φαγητό της μαμάς του. Είναι ηλικιωμένη και βαριέται να παίζει μαζί του. Μένει από κάτω, το όνομά της είναι Αιμιλία και έχει μουστάκι και μυρίζει γριά. Τον μαλώνει πάντα που δε μαζεύει τα παιχνίδια του και δεν την αγαπάει. Θυμάται που ζωγραφίζει έναν σκίουρο πάνω σε έναν κορμό δέντρου στο δάσος. Τώρα που το ξαναβλέπει, όμως, μέσα από τα ενήλικά μάτια του, τού φαίνεται ότι είναι η μεγαλύτερη μουτζούρα του κόσμου.  
  Και ξαφνικά μπαίνει εκείνη. Μπαίνει η μαμά του και η καρδιά του πάει να σπάσει. Είναι η μητέρα του, νέα, κάτω από τριάντα. Φοράει εκείνο το μπλε φόρεμα με τα μεγάλα λουλούδια και τον άσπρο γιακά στο λαιμό. Τα μαλλιά της δεν έχουν ούτε μια άσπρη τρίχα και τα έχει πιασμένα πίσω. Του κόβεται η ανάσα. Πόσο όμορφη δείχνει! Στο μυαλό του είχε πάντα την εικόνα της τα τελευταία χρόνια, που μεγάλωνε και βάραινε και γινόταν σαν την ηλικιωμένη κυρία Αιμιλία. Τα άσπρα της μαλλιά, οι ρυτίδες, η δυσκολία στο περπάτημα, το σώμα της που είχε κρεμάσει, όλα του φώναζαν ότι η μάνα του είχε μεγαλώσει όπως και εκείνος. Σε κάθε του ταξίδι την έβρισκε όλο και πιο ταλαιπωρημένη, όλο και πιο κουρασμένη από την ζωή ουσιαστικά και τις φθορές της. Η τελευταία εικόνα δική της, που του είχε χαραχτεί στο μυαλό, ήταν στο νοσοκομείο με τόσα καλώδια και ορούς να κρέμονται από πάνω της. Και τώρα να τη, τόσο νέα και όμορφη και μυρωδάτη και δροσερή! Την παρατηρεί καθώς μπαίνει, αφήνει τα κλειδιά της στο τραπεζάκι και τον κοιτάζει στα μάτια με ένα τεράστιο χαμόγελο αφοπλιστικό. 
«Πού είναι το αγοράκι μου; Πού είναι ο Χαρούλης μου;» και απλώνει τα χέρια της για να τoν αγκαλιάσει. 
Ο Χάρης σηκώνεται και τρέχει αμέσως κοντά της. Χάνεται μέσα στην αγκαλιά της, ρουφάει αχόρταγα τα φιλιά της και το άρωμά της. Πόσο του είχε λείψει και δεν το είχε ομολογήσει ούτε στον εαυτό του όλα αυτά τα χρόνια!
Όταν εκείνη αποτραβιέται, κοιτάζει το μικρό χάος γύρω της. 
«Πάλι δεν έχεις μαζέψει τα παιχνίδια σου βρε Χάρη; Πόσες φορές θα το πω; Tόσο δύσκολο είναι πια;», του λέει έντονα και αρχίζει να μαζεύει ένα-ένα τα αυτοκινητάκια και τους μαρκαδόρους. 
  Και όσο την παρατηρεί καλύτερα, αρχίζει και το διακρίνει. Βλέπει ότι είναι κουρασμένη, βλέπει τις μπλε φλεβίτσες να πετάγονται πίσω από τα γόνατά της, μυρίζει τον καφέ και το τσιγάρο στα μαλλιά της και την ανάσα της, θυμάται ότι δουλεύει πάντα υπερωρίες στο κατάστημα με τα υφάσματα γιατί υπάρχει το δάνειο του σπιτιού, είναι νέα αλλά έχει το άγχος μιας γυναίκας που πρέπει να τα καταφέρει. Την παρατηρεί μέσα από το σώμα ενός παιδιού, αλλά με τη ματιά ενός ενήλικα.
Ο Χάρης δε μιλάει και συνεχίζει να παίζει τώρα με τα αυτοκινητάκια του, πριν η μαμά του τα βάλει στο κουτί των παιχνιδιών. Όταν τελειώνει με αυτά, μαζεύει τους μαρκαδόρους και τσαλακώνει το χαρτί με τη ζωγραφιά του μικρού. Όταν ο Χάρης το βλέπει, βάζει τα κλάματα. 
«Γιατί την τσαλάκωσες; Το είχα φτιάξει για σένα. Είναι ένας σκίουρος πάνω στον κορμό του», της φωνάζει μες στα αναφιλητά του. Τα δάκρυά του κυλάνε στα μάγουλά του, η λεπτή του φωνή τρέμει και νιώθει ότι τον πνίγει ένα τεράστιο παράπονο, λες κι όλη η αδικία του κόσμου έχει πέσει πάνω του και δεν τον αφήνει να πάρει ανάσα. Η μαμά του τον παίρνει στην αγκαλιά της και προσπαθεί να τον ηρεμήσει. 
«Ναι, μωρό μου, έχεις δίκιο. Μα πώς δεν το είδα; Είναι ένας παιχνιδιάρης σκίουρος πάνω σε έναν κορμό δέντρου. Συγγνώμη που στο τσαλάκωσα. Να τι θα κάνουμε όμως, θα το βάλουμε κάτω από το μεγάλο και βαρύ λεξικό να ισιώσει και μετά θα το κορνιζάρω, αφού είναι μια ζωγραφιά μόνο για μένα. Πολύ σε ευχαριστώ, Χαρούλη μου», του λέει καθώς τον πνίγει στα φιλιά και τώρα το βλέπει καθαρά ότι ένα δάκρυ είναι έτοιμο να κυλήσει από τα δικά της μάτια, κάτι που δε θυμόταν στην αρχική βερσιόν της ιστορίας. Του φαίνεται τόσο, μα τόσο, περίεργο να το ξαναζεί όλο αυτό, μια ανάμνηση που του είχε μείνει χαραγμένη ως ένα παράπονο. Η ζωγραφιά που παραλίγο να πεταχτεί, μια λεπτομέρεια από την παιδική του ηλικία που της το κρατούσε, ενώ τώρα έβλεπε άλλα, τόσο πιο πολύ σημαντικά πράγματα. Την έσφιγγε κι εκείνος στη μικρή του αγκαλιά και έκλαιγε γοερά σαν ένας πεισματάρης και εγωιστής γίγαντας, ως ένα εξάχρονο μικρό αγόρι που ήθελε να γίνει το δικό του ενώ δε μάζεψε ποτέ τα παιχνίδια του χωρίς να την εκνευρίσει. 
  Όσο την έσφιγγε, η αγκαλιά της γινόταν όλο και πιο σκληρή και άκαμπτη. Το άρωμα της εξαφανιζόταν και το μαλακό της νεανικό της δέρμα κρυβόταν κάτω από κάτι που θύμιζε ξύλο. Άνοιξε τα μάτια του και είδε τον εαυτό του να αγκαλιάζει τον κορμό εκείνου του δέντρου στο πάρκο. Τα μάτια του ήταν υγρά από τα κλάματα και ένα ζευγάρι που έκανε ποδήλατο τον προσπέρασε, κοιτάζοντάς τον περίεργα. Αμέσως σκούπισε τα μάτια του και απομακρύνθηκε από το δέντρο. Το σοκ αυτής της εμπειρίας ήταν ασύλληπτο. Είχε γυρίσει πίσω στην παιδική του ηλικία, είχε τρυπώσει στο εξάχρονο σώμα του και τα έχασε μπροστά στη μητέρα του. Τα έχασε και δε βρήκε το θάρρος να της πει τόσα πολλά που τώρα, καθώς γύριζε σπίτι, του έρχονταν σα χείμαρρος. Τώρα δεν τον έπνιγαν τα δάκρυα, αλλά οι λέξεις και τα λόγια που δεν της είχε πει. Δε βρήκε το θάρρος να της πει ότι είναι πανέμορφη και ότι το ήξερε ότι κουραζόταν πολύ σε εκείνη τη δουλειά που απεχθανόταν κι ότι την έκανε μόνο και μόνο για να βοηθάει τα οικονομικά του σπιτιού, ότι το ήξερε ότι προσπαθούσε να τα βολεύει όλα με τον καλύτερο τρόπο και ότι λυπόταν που την ταλαιπωρούσε με τις δικές του αταξίες. Δεν της είπε ότι για εκείνον ήταν η καλύτερη μαμά του κόσμου. Πόσο το μετάνιωνε που δεν μπόρεσε να τρυπώσει όπως ήθελε στο παρελθόν του και να αλλάξει τη σπαραξικάρδια σκηνή. Σάστισε όμως τόσο πολύ, τον πήρε μαζί του αυτό το δυνατό κύμα της συγκίνησης και τον χτύπησε ανελέητα.

Τα δάκρυά του στέγνωσαν μέχρι να πάει στο δωμάτιό του. Είχε γίνει πάλι ο δυνατός, σκληρός ενήλικας.  Πόσο θα ήθελε να το μοιραστεί με την Μπράνκα, αλλά ήξερε ότι δε θα την έβρισκε στο δωμάτιό του…
SaveSave

ΤΗΕ VOLUNTEER 3: THE FIRST RETURN


  Two weeks had passed since the afternoon at Tamarinia. Harry gradually returned to his daily routine. He would go jogging in the afternoons, before going to work, he would eat lunch with Sylvia, if she was home and not in her garden, he would listen to his records on that worn turn table, he would sleep and make love with Branca when his shift would end, she would serve him his beer on his night off and then she would go find him in his room, and of course he would spend his night at Sierra, guarding an empty cold research center. As time passed by, he was almost convinced that that afternoon, at the abandoned metro station, was merely a delirium of his imagination, most likely coming from tiredness and sleepiness. He could not explain it with his logic and that was why he was utterly relieved with the quiet nights and days that had followed. It was too soon to rest assured. 
  His first return to the past occurred one afternoon while he was jogging at the park near the house. He had left Branca with the long face. She had started that talk again about living together. She was tired of staying indoors in a room waiting for him, she was tired of visiting him and not the opposite and she could not understand why he could not decide to live with her in a bigger room closer to the city center. Harry could not stand her whining. She was so sensual when she was in the mood but she was so pathetic with that talk. He explained to her that they were fine together the way they were, that everyone is alone deep down, and that living together would be catastrophic and would definitely not work. 
“But, Harry, I don’t understand you. I am telling you that I am tired with this way of living and what do you do about it?”
“I will go for a run in the park because I don’t want to fight with you”, he would usually answer and leave. He was not sure if he meant a single word. 
And today these thoughts were on his mind. He did not want to settle down like her. Weren’t they having a good time? What more did she want? He was certain that he wouldn’t find her in his room when he would go back. She would be cranky for a few days and she would then return to his bed. A procedure that was the same every time, rehearsed dialogues for each show. He stopped for a break at the trunk of a tree. He leaned on it and took deep breaths, as the afternoon sun burned his face. He suddenly felt the trunk pull away, as if there was a door, which Harry had not seen, that abruptly opened. He lost his balance and started rolling in a dark tunnel, without feeling its walls. It was as if he fell in a black hole, like another Alice in Wonderland. 
  He clumsily landed in a room. It was a living room with a big sofa with green velvet cushions, a table full of papers and markers, countless small cars on the floor. On the walls, there were frames with embroidered marquis and dukes in forests or in wagon beside idyllic bridges. Harry was lying in a corner by the front door, with a black marker in one hand and a paper in front of him. As much as he couldn’t believe it, it had happened. He had travelled back in time when least expected. He was not wearing his sneakers and his soaked from sweat t-shirt, but just one pair of blue shorts with Superman at the back pocket. He’s cooling that hot afternoon at his family’s house. He is feeling small again in his small body. He is looking at his smeared hands. Yes, they are children’s hands. He is feeling six years old again in this house with the green cushions that he detested and the relic frames that his grandmother had embroidered. He is six years old again and he is starting to remember clearly that afternoon, which was very well hidden somewhere at the back of his mind. He remembers that the next door lady, who drops by to feed him his mother’s food and to check on him, has just left. She is old and she is bored to play with him. Her name is Emilia, she has a moustache and she smells old. She always scolds him for not picking up his toys from the floor and he doesn’t love her. He remembers drawing a squirrel on a tree trunk in the forest. Now that he sees it again through his adult’s eyes, it looks like the biggest smudge in the world. 
  And suddenly, she enters. His mum gets in and his heart is about to break. It is his mother, young, below thirty years old. She is wearing that blue dress with the big flowers and the white collar round her neck. Her hair is not white at all and she has it in a bun. He gasps. She looks so beautiful! In his mind, he always had her image of the last years, when she was growing old and weary, when she was becoming like old Mrs. Emilia. Her white hair, her wrinkles, her difficulty in walking, her heavy body, everything shouted that his mother, just like himself, was growing old. He found her more tired on every visit, more tired from life actually and its spoilage. The last image of her stuck in his mind was in the hospital with so many cables and saline hanging over her head. And now, here she was, so young and beautiful and smelling so good and so fresh! He observes her as she enters, leaves her keys on the table and looks at him in the eyes with a huge disarming smile.
«Where is my little boy? Where is my Harry?” and she extends her arms for an embrace. 
Harry gets up and runs towards her. He is lost in her embrace, greedily sucking her kisses and her aroma. He had missed her so much and he had not confessed it even to himself all these years!
When she pulls back, she sees the small chaos around her.
“You haven’t picked up your toys again, Harry! How many times will I say it? Is it that difficult?” she says in a strict tone and she starts picking up the small cars and the markers.
  The better he observes her, the clearer he sees it. He sees that she is tired, he sees the small blue veins pop up behind her knees, he smells the coffee and the cigarettes in her hair and her breath, and he remembers that she is working overtime in the shop with the fabrics because there is the loan of the house, she is young but she has the stress of the woman that has to succeed. He observes her through the body of a child but with the eyes of an adult. 
Harry does not speak and he continues to play with his cars this time, before his mum puts them in the toy box. When she is through with them, she collects the markers and crumples the boy’s paper drawing. When Harry sees it, he starts crying. 
“Why did you crumple it? I had drawn it especially for you. It is a squirrel on a trunk”, he shouts between his sobbing. His tears roll down his face, his thin voice trembles and he feels that a huge complaint chokes him, as if all the injustice in the world has fallen on him and doesn’t let him catch his breath. His mum takes him in her arms and tries to calm him down. 
“Yes, baby, you are right. But how did I not see it? It is a playful squirrel on a tree trunk. I am so sorry for creasing it. Here is what we are going to go, though. We will put it underneath that big heavy dictionary to straighten it up a bit and then I will frame it, since it is a drawing just for me. Thank you so much, my Harry”, she says as she kisses him and he can now see it clearly that a tear is ready to roll from her eyes, something that he didn’t remember in the original version of the story. He finds it so strange to relive it all again, a memory that had been marked as a complaint. The drawing that was almost thrown away, a detail from his childhood that he held it against her, while he saw so many more important aspects this time. He squeezed her with his small hands and he cried like a stubborn and selfish giant full of moan, as a six year old small boy who wanted things done in his way while he never picked up his toys without making her upset.
  As he squeezed her, her hug was becoming more hard and rigid. Her perfume was fading away and her young skin was hiding beneath something that looked like wood. He opened his eyes and he saw himself embracing the trunk of that tree in the park. His eyes were wet from tears and a couple cycling that passed him by, looked at him in a strange way. Immediately, he wiped his eyes and moved away from the tree. The shock of that experience was inconceivable. He had returned to his childhood, he has sneaked into his six year old body and he totally lost it in front of his mother. He had lost his courage to tell her so many things that now, on his way back home, overflowed him. Now, it was not the tears that drowned him but all the words that had not been said to her. He had not found the courage to tell her how beautiful she was and that he knew that she was getting tired in that job that she detested which she did only to help the finance of the house, that he knew that she was trying so hard to have everything ready in the best possible way and that he was so sorry for making it too hard on her with his wildness. He didn’t tell her that for him, she was the best mum in the world. How much he regretted that he didn’t sneak in his past the way he wanted to change the heartbreaking scene. But he was taken by surprise by that big emotional wave which hit him without mercy. 

  His tears had dried by the time he reached his room. He was once more the strong, tough adult. He would like to share all this with Branca, but he knew that he wouldn’t find her in his room…

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 2 : ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ


Η βάρδια εκείνης της νύχτας στη Σιέρρα κύλησε όλο ανυπομονησία. Επιθεωρούσε τα άδεια κλειδωμένα γραφεία και το μυαλό του ήταν αλλού. Είχε κερδίσει το «ταξίδι της ζωής του», σύμφωνα με την εφημερίδα και αυτός ο πομπώδης χαρακτηρισμός του έφερνε όλο και μεγαλύτερη παιδική λαχτάρα. Στην επιστροφή θυμήθηκε τελευταία στιγμή να πάρει καφέ, πριν πάρει τη στροφή του σπιτιού. Η πόλη τα πρωινά είχε μια άλλη ζωντάνια και ενέργεια. O γυρισμός του Χάρη στο σπίτι συνέπιπτε με το σχόλασμα των σχολείων και πάντα χαιρόταν να βλέπει την ορμή των πιτσιρικάδων στους δρόμους. Η άγρια και επιθετική τους φύση χυνόταν στα στενά, με δυνατές φωνές και γέλια και πειράγματα, με τα πουκάμισα να είναι έξω από τα παντελόνια και τις τιράντες κατεβασμένες στα αγόρια και τις κάλτσες χαλαρές στα κορίτσια, δείχνοντας τις γάμπες τους. Ένα πιτσιρίκι έπεσε πάνω του με φόρα καθώς ο Χάρης έβγαινε από το παντοπωλείο. Μουρμούρισε κάτι που θα μπορούσε να μοιάζει με «συγγνώμη» , μέσα από τα δόντια του και όρμησε μέσα καθώς οι φίλοι του τον περίμεναν απ’ έξω. Ένιωθε και εκείνος λίγο πολύ έτσι. Ένα αγρίμι που ήθελε το δώρο του εδώ και τώρα. Ενώ μέχρι να το δει ξανά στην εφημερίδα, τον είχε παντελώς ξεχάσει το διαγωνισμό, τώρα μονοπωλούσε τη σκέψη του. Ήθελε τις διευκρινίσεις άμεσα. 
Και οι διευκρινίσεις δεν άργησαν να έρθουν. Μετά από μια βδομάδα, πηγαίνοντας προς το μετρό, συνάντησε τον εφημεριδοπώλη. Πήρε την εφημερίδα του και ένιωσε το βλέμμα του να μένει λίγο παραπάνω πάνω του. Έμοιαζε σαν να ήθελε να του πει κάτι και δίσταζε. Ο Χάρης κατάλαβε ότι θα έχει σχέση με το διαγωνισμό και αυθόρμητα τον ρώτησε:
 «Έχεις να μου πεις κάτι;»
Ο εφημεριδοπώλης κοιτάζοντάς τον στα μάτια ψέλλισε, σχεδόν τρομαγμένα : 
«Να πας, όταν σχολάσεις, στην Ταμαρίνια. Μπες στο πρώτο βαγόνι που θα σταματήσει μπροστά σου».
Ο Χάρης σάστισε. 
«Μα η Ταμαρίνια δε λειτουργεί εδώ και χρόνια. Την έχουν σφραγίσει τελείως μετά το τρομοκρατικό χτύπημα.»
«Έχει ανοίξει μόνο για σήμερα. Συγκεκριμένα, την έχουν ανοίξει μόνο για σένα», του είπε και κατέβασε το βλέμμα του. «Δε μου είπαν τίποτα περισσότερο». Ο Χάρης τον πίστεψε, όσο και αν του φαίνονταν τρελά τα λόγια του. Έσφιξε την εφημερίδα στα χέρια του, μουρμούρισε ένα «ευχαριστώ πολύ» και κατέβηκε τις σκάλες του μετρό. 
Στη διαδρομή αναρωτιόταν για όλα αυτά που άκουσε. Η Ταμαρίνια, μαζί με άλλους οχτώ σταθμούς μετρό ανά τον κόσμο, είχε κλείσει μετά τα ταυτόχρονα τρομοκρατικά χτυπήματα της 22ης Σεπτεμβρίου 2021. Όλος ο κόσμος είχε παγώσει τότε από τον τρόμο από το τέλεια οργανωμένο χτύπημα. Από την Ντελιμάρ έως το Κράτζιμπολ , από τη μια άκρη του κόσμου ως την άλλη,  χτυπήθηκαν σταθμοί μετρό και τα θύματα ήταν εκατοντάδες. Οι σταθμοί αυτοί σφραγίστηκαν φυσικά και έχουν μείνει στο μυαλό όλων ως οι «φονικοί οχτώ». Η Ταμαρίνια ήταν στη δυτική Μπόουβιλ. Από τότε που την είχαν σφραγίσει, απλά υπήρχε η ξεθωριασμένη πινακίδα με το όνομά της στο δρόμο με πολλά απαγορευτικά σήματα στις σκάλες που οδηγούσαν στον υπόγειο. Βέβαια, τα απαγορευτικά αυτά σήματα θα μπορούσαν να λείπουν. Κανείς δεν ήθελε να κατέβει τα σκαλιά του θανάτου. Το να του λέει λοιπόν ο εφημεριδοπώλης, λίγο σαστισμένος, να πάει στο σταθμό Ταμαρίνια ήταν, αν μη τι άλλο, απειλητικό. Δεν ήξερε αν έπρεπε να τον πάρει στα σοβαρά. Δεν ήξερε αν έπρεπε να το ξεχάσει και να το θεωρήσει ένα κακόγουστο αστείο ή να πάει στην αστυνομία. Αυτά τα διλήμματα τον ακολούθησαν και στη Σιέρρα και έβρισκε μόνο αδιέξοδο στους συλλογισμούς του. 
Σχολώντας το είχε πάρει απόφαση. Θα το ξεχνούσε και δε θα έδινε συνέχεια στην υπόθεση αυτή. Απλά θα ρωτούσε τον εφημεριδοπώλη ποιος τον είχε προσεγγίσει για να τον επισκεφτεί και να τον κατσαδιάσει. Το είχε βρει ως την πιο λογική κίνηση. Θα το έλεγε στην Μπράνκα, αν την έβρισκε στο κρεβάτι του, και θα γελάγανε. Βλέποντας όμως τα πιτσιρίκια που είχαν σχολάσει από τα σχολεία και πλημμύριζαν με αυτήν την πρωτόγνωρη ενέργεια τους δρόμους, άρχισε να έχει ενδοιασμούς. Και τι θα γινόταν αν το τολμούσε δηλαδή; Είχε γίνει τόσο συντηρητικός και φοβιτσιάρης; Άλλες εποχές το πιο πιθανό ήταν να αρπάξει αυτήν την ευκαιρία για περιπέτεια και να το φτάσει μέχρι το τέλος του. Κι έτσι απλά, στη διασταύρωση έστριψε για την Ταμαρίνια και δε συνέχισε ευθεία για το σπίτι. 
Τα γράμματα Ρ και Τ είχαν ξεθωριάσει τελείως στην ταμπέλα με το όνομα του σταθμού και ένα τεράστιο σήμα «ΕΚΤΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ» με τις απαγορευτικές πινακίδες, δέσποζαν στην είσοδό του. Μόνο μια στιγμή του πήρε να κοιτάξει αν τον έβλεπε κανείς και άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά. Τα μάτια του συνήθισαν στο λιγοστό φως του σταθμού με μια έντονη μυρωδιά σκόνης και μούχλας να κυριαρχεί στο χώρο. Καλώδια κρέμονταν γυμνά από τους τοίχους και σαν να έσταζε κάτι ρυθμικά στο βάθος. Ή μπορεί να ήταν η καρδιά του που χτυπούσε δυνατά από την αγωνία. Η πλατφόρμα ήταν μισογκρεμισμένη και σωροί από τσιμεντένια μπάζα βρίσκονταν σε τρία σημεία θυμίζοντας μια άγρια οροσειρά. «Την έχουν ανοίξει μόνο για σένα», έπαιζε σε λούπα στο μυαλό του καθώς έμεινε ακίνητος και περίμενε. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν δύο παρά τέταρτο. Θα περίμενε ένα τέταρτο. Ούτε λεπτό παραπάνω. Αν δεν ερχόταν ο συρμός, θα έφευγε. Θα είχε παίξει το παιχνίδι αλλά με τους δικούς του όρους. 
Είχε περάσει ένα δεκάλεπτο όταν ένιωσε ένα κύμα ζεστού αέρα να έρχεται από τα βάθη του σκοτεινού τούνελ. Ένα κύμα αέρα ντυμένο με το θόρυβο της μηχανής που καλπάζει προς το μέρος του με μια φωτεινή σχισμή, προσπαθώντας να διαλύσει το σκοτάδι γύρω του και μέσα του. Ο εφημεριδοπώλης του είχε πει την αλήθεια λοιπόν. Ένα ταλαιπωρημένο και γεμάτο γκράφιτι βαγόνι ερχόταν ελαττώνοντας την ταχύτητά του. Σταμάτησε μπροστά του και άνοιξαν οι πόρτες του.  Ένα κίτρινο άρρωστο φως έλουζε με σκληρό τρόπο τα βρώμικα καθίσματα, το δάπεδο και τα παράθυρα. Ο Χάρης μπήκε διστακτικά και πρόσεξε δύο άντρες με σκούρα κοστούμια να κρατάνε εφημερίδες μπροστά στα πρόσωπά τους με τρόπο που να τα κρύβουν τελείως. Οι πόρτες του βαγονιού έκλεισαν πίσω του και ο συρμός άρχισε την αργή πορεία του. Πλησίασε τους δύο άντρες και κάθισε απέναντί τους. Μόνο τότε κατέβασαν τις εφημερίδες που κρατούσαν. Ο Χάρης αναφώνησε με φόβο: «Τι σημαίνουν όλα αυτά επιτέλους; Ποιοι είστε ;»
Οι δύο άντρες φορούσαν στα πρόσωπά τους πλαστικές μάσκες που θύμιζαν το κεφάλι αλόγου, όπως φορούν τα παιδιά στα αποκριάτικα πάρτυ. Από τις τρύπες στα μάτια έβλεπε τα ψυχρά τους βλέμματα και ήταν σίγουρος ότι είχε πάρει τη λάθος απόφαση για άλλη μια φορά στη ζωή του. 
«Ησύχασε, Χάρη», ξεκίνησε να μιλάει αυτός που καθόταν δεξιά. «Το ξέρουμε ότι σίγουρα θα φαίνεται τουλάχιστον περίεργο όλο αυτό σήμερα το μεσημέρι αλλά θα σου εξηγήσουμε. Αρχικά, ας συστηθούμε. Ας πούμε ότι είμαι ο Τζων και ο άντρας δίπλα μου είναι ο Ντο. Οι μάσκες είναι για να καλύπτουν τα πρόσωπά μας γιατί όλα αυτά που θα ειπωθούν σήμερα, είναι ένα τεράστιο μυστικό».
«Δεν καταλαβαίνω», ψέλλισε ο Χάρης. «Υποτίθεται ότι κέρδισα ένα ταξίδι σε ένα γαμω-διαγωνισμό σε μια εφημερίδα που τη διαβάζουμε μια χούφτα άνθρωποι στην πόλη. Τι σχέση έχει όλη αυτή η παράσταση που έχετε στήσει;»
«Φυσικά και το έχεις κερδίσει το ταξίδι, Χάρη. Όλα γίνονται για αυτό. Αυτός που σε στέλνει ταξίδι δεν είναι ο εφημεριδοπώλης αλλά μια μεγάλη φαρμακευτική εταιρία για την οποία δουλεύουμε. Και το συγκεκριμένο όντως θα είναι το ταξίδι της ζωής σου, δεν είπαμε ψέματα πάνω σε αυτό. Θα είναι το ταξίδι που θα σου επιτρέψει να γυρίσεις πίσω σε διάφορα κομμάτια της ζωής σου και ουσιαστικά να τα ξαναζήσεις. Θέλουμε να μελετήσουμε τις αντιδράσεις σου για να δούμε αν θα βγάλουμε στην αγορά ένα σκεύασμα που προορίζεται για μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων που παλεύει με την κατάθλιψη.»
Το βαγόνι κυλούσε πάνω στις ράγες και ο Χάρης είχε χάσει τον προσανατολισμό του. Δεν ήξερε πού πήγαινε, προσπαθούσε να καταλάβει τι του έλεγαν αυτοί οι άνθρωποι και ένιωθε να ζαλίζεται.
«Όλο το πρόγραμμα για το οποίο σου μιλάμε τώρα είναι ένα σχέδιο άκρως πειραματικό και απολύτως μυστικό», ξεκίνησε να μιλάει ο άλλος άντρας με βραχνή φωνή. «Αυτό σημαίνει ότι από τη στιγμή που επέλεξες να είσαι εδώ μαζί μας σήμερα, δεν μπορείς να κάνεις πίσω. Ήδη ξέρεις αρκετά και καλείσαι να φτάσεις την αποστολή στο τέρμα της. Από σήμερα θα συνεχίσεις τις καθημερινές σου δραστηριότητες όπως και πριν, θα πηγαίνεις στη δουλειά σου, θα πηγαίνεις στο μπαρ του Κέβιν και θα βλέπεις τους συγκάτοικους και την Μπράνκα, αλλά θα πρέπει να είσαι προετοιμασμένος. Σε ανύποπτο χρόνο θα γυρνάς πίσω σε διάφορους σημαντικούς σταθμούς της ζωής σου, θα ξαναζείς αυτές τις στιγμές και το πιο σημαντικό είναι ότι θα μπορείς να επέμβεις σε αυτές. Δεν μπορείς να μιλήσεις σε κανέναν απολύτως για αυτό που θα ζήσεις. Το τονίζω, σε κανέναν. Θα το καταλάβεις όταν όλα θα τελειώσουν και τότε θα συναντηθούμε για μια τελευταία φορά, για τυπικές διαδικαστικές γραφειοκρατίες. Υπήρξαμε σαφείς;»
«Με λίγα λόγια, θα είμαι το πειραματόζωό σας για όσο καιρό κρίνετε εσείς».
«Οι λέξεις δεν είναι ανάγκη να ακούγονται τόσο άκομψες, Χάρη. Θα είσαι ένας πολύτιμος εθελοντής. Και τώρα, νομίζω ότι δεν έχουμε να πούμε τίποτα άλλο. Ευχαριστούμε πολύ για το χρόνο και την απόφασή σου. Κατεβαίνεις εδώ, ανεβαίνεις τα σκαλιά και θα βγεις στον κήπο του σπιτιού σου. Βιάσου όμως γιατί οι πόρτες δε θα μείνουν ανοιχτές για πολύ», είπε ο πρώτος άντρας και σήκωσαν πάλι τις εφημερίδες, κρύβοντάς τα πρόσωπά τους. 
Ο Χάρης σηκώθηκε σαστισμένος την ώρα που φρέναρε απότομα το βαγόνι. Οι πόρτες άνοιξαν. Ο Χάρης βγήκε όντως βιαστικά, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στους δύο περίεργους τύπους καθώς το βαγόνι ξεμάκραινε και χανόταν στο σκοτάδι. Βρέθηκε σε μια σκοτεινή πλατφόρμα που φωτιζόταν στο βάθος από μια στενή μεταλλική σκάλα. Ανέβηκε τα σκαλιά και σοκαρισμένος βρέθηκε στο κέντρο του κήπου, στο πίσω μέρος του σπιτιού όπου έμενε. Η καρδιά του λίγο ακόμα και θα έβγαινε από το στήθος του και θα έπεφτε πάνω στις τριανταφυλλιές της Σύλβια. Τα χρώματα άρχισαν να χάνονται ξαφνικά και το χώμα σαν να γινόταν μονομιάς πιο μαλακό. Τα δίδυμα αδέρφια, γυρνώντας από το πανεπιστήμιο, τον βρήκαν μετά από μισή ώρα λιπόθυμο στον κήπο.
SaveSave

ΤΗΕ VOLUNTEER 2 : THE JOURNEY OF HIS LIFE


Τhe shift that night at the Sierra was full of anticipation. He inspected the empty locked offices and his mind was elsewhere. He had won “the journey of his life” and this grandiose characterization only brought him even more childish yearning. On his way back, he remembered the last minute to get the coffee, just before the turn to the house. In the mornings, the city had a different spirit and energy. Harry’s return to the house always coincided with the daily school’s finish and he was always happy to see the children‘s momentum on the streets. Their wild and aggressive nature flowed the narrow streets, with loud voices and laughter, with the boy’s shirts out of the trousers and the suspenders down, with the girl’s socks being loose. A kid fell on him the minute Harry got out of the grocery store. He muttered something that could be “sorry” and burst inside while his friends were waiting for him outside. Harry himself pretty much felt the same. A wild animal that wanted his gift that very moment. He had completely forgotten everything about the contest, until he saw it again in the newspaper. Now, it monopolized his thoughts. He needed some clarifications instantly. 
And the clarifications soon arrived. After a week, on his way to the metro, he met the newsdealer. He took the newspaper and he felt his look staying a bit longer on him. It looked as if the news dealer wanted to tell him something but he hesitated. Harry realized that it had something to do with the contest and he spontaneously asked him:
“Is there something you want to tell me?”
The newsdealer, looking at him in the eyes, muttered almost frightened:
“When you finish work, go to Tamarinia station. Get in the first wagon that will stop in front of you.”
Harry was confused.
“But, Tamarinia is out of order for many years now. It has been completely sealed after the terrorist attack.”
“It is open just for today. In fact, it is open just for you”, he said and he lowered his gaze. “They didn’t tell me anything else.”
Harry believed him, although his words were crazy. He grabbed the newspaper, muttered a “thank you very much” and descended the subway stairs.
On the way, he wondered about the things he had heard. Tamarinia, along with different eight subway stations around the world had been shut down after the simultaneous terrorist attacks of September 22, 2021. Back then, the whole world had frozen with terror by the perfectly organized hit. From Delimar to Krajibol, from one end of the world to the other, metro stations were hit and the victims were hundreds. The stations were sealed of course and had stayed in the people’s minds as the “lethal eight.’ Tamarinia was at the west part of Bowieville. Since it was sealed, there was only the faded sign with its name on the road along with many prohibition signs at the stairs that led to the subway. Of course, those signs could easily be omitted. Nobody wanted to go down the stairs of death. So, having the newsdealer telling him to go to Tamarinia station, was, if anything, threatening. He didn’t know whether he should take his words under consideration. He didn’t know whether he should forget all about this bad joke or go to the police. These dilemmas followed him at the Sierra and found nothing but dead end in his thoughts. By the time he finished his shift, he had made up his mind. He would forget all about it and he would not give the case another shot. He would just ask the newsdealer who had approached him so that he could pay him a visit in order to scold that person. He thought that this was the most reasonable thing to do. He would tell Branca about it, if he found her on his bed, and they would surely laugh about it. But, seeing the kids leaving from school and filling the streets with their raw energy, he started having second thoughts. What would happen if he dared to go? Had he become so conservative and fearful? In the past, it was certain that Harry would take advantage of this opportunity for adventure. And just like that, at the intersection, he turned in the direction of Tamarinia and did not head to the house. 
The letters R and T had completely faded on the sign with the name of the station and a huge « ΟUT OF ORDER” sign along with the other prohibition ones were the first thing you saw at the entrance. He only checked if someone saw him entering and started descending. His eyed got used to the dim light of the subway with that intense smell of dust and mold dominating the place. Bare cables were hanging from the walls and it was as if something was rhythmically dripping in the background. Or maybe, it was his heart beating like a drum. The platform was partly half ruined and piles of concrete rubble stood there in three parts that looked like a wild mountain barrier. The phrase: “It is open just for you” was heard constantly in his mind while he stood still and waited. He looked at his watch. It was a quarter to two. He would wait for fifteen minutes, not a minute longer. If the train did not show up, he would leave. In this way, he would play along but on his own terms. 
Ten minutes had passed when he felt a wave of hot air coming from the depths of the dark tunnel. It was a heat wave along with the engine noise, galloping towards him with a bright slit trying to dissolve the darkness around and inside him. So, the newsdealer had told him the truth. A wagon full of graffiti approached reducing its speed. It stopped in front of him and the doors opened. A feeble yellow light harshly covered the dirty seats, the floor, and the windows. Harry reluctantly entered and noticed two men in dark suits holding newspapers in front of their faces in a way that they were completely hidden. The doors closed behind him and the wagon started his slow course. He approached the two men and sat opposite them. Only then, they put the newspapers down. Harry screamed: “What is the meaning of all this? Who are you?”
The two men wore plastic masks on their heads, resembling the head of a horse, just like the ones the children wear on Halloween. From the holes in the eyes he could see their cold eyes and he was certain that he had taken the wrong decision for once again in his life. 
“Relax, Harry”, the man on his right started talking. “We know that all this must seem at least peculiar but we are going to explain. First of all, let us introduce ourselves. Let’s say that I am John and the man beside me is Doe. The masks are for covering our faces because everything that is going to be said today is a huge secret.”
“I don’t understand”, Harry muttered. “I am supposed to be the winner of a fucking contest in a newspaper read by a bunch of people in this town. What does it have to do with this show of yours?”
“Of course, you won the journey, Harry. Everything is done for that. He, who sends you on that journey, is not the newsdealer but a big pharmaceutical company for which we work. And it will really be the journey of your life, we did not lie about it. It will be the journey that will allow you to go back in various parts of your life and, basically, relive them. We want to study your reactions and decide whether we are going to launch a formula intended for a large group of people struggling with depression.”
The wagon moved on the rails and Harry had lost his orientation. He didn’t know where he was going, he tried to understand what those men were telling him and he was feeling dizzy. 
“This whole program is highly experimental and top secret”, the other man started talking with a hoarse voice. “That means that since you decided to be with us today, there is no turning back. You already know enough and you are expected to complete the mission. From now on, you will continue your daily activities just as you did before, you will go to your job, to Kevin’s bar, you will meet your roommates and Branca but you will have to be prepared. When least expected, you will go back to various important periods of your life, you will relive these moments and what’s most important, you will be able to intervene in them. You cannot talk to anyone about it. I make it completely clear, to anyone. You will know when the program will be completed and then we will meet one last time for typical procedures. Is everything understood?”
“In other words, I am going to be your guinea pig for as long as you wish.”
“Words don’t necessarily have to sound that ungraceful, Harry. You will be a valuable volunteer. And now, I think we have nothing more to say. Thank you very much for your time and decision. This is your stop, you go up the stairs and you will reach the garden of your house. But hurry up, because the doors won’t stay open for long”, said the first man, both raising the newspapers again and hiding their faces. 

Harry got up dazed on the minute the wagon suddenly braked. The doors opened. He got out in a hurry, taking a last look at the two strange men while the subway car got lost in the dark. He was on a platform that was lit in the back by a narrow metal ladder. He went up the stairs and found himself shocked in the middle of the garden, at the back of the house, where he lived.  His heart was about to burst and fall on Sylvia’s roses. The colors began to fade out and the soil was suddenly softer. The twin brothers, on their way back from the university, found him unconscious in the garden, half an hour later. 

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 1: Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ


 Ο Χάρης άνοιξε προσεκτικά το ντουλάπι της κουζίνας. Έτριζε τις τελευταίες μέρες, βγάζοντας έναν ανατριχιαστικό ήχο και δεν ήθελε να ξυπνήσει τους υπόλοιπους στο σπίτι. Ο Τζόναθαν είχε υποσχεθεί να ασχοληθεί μαζί του αλλά ακόμα δεν το είχε κάνει. Έβγαλε το τσίγκινο κουτάκι του καφέ. Γαμώτο, ίσα-ίσα έφτανε για το θερμός του. Έπρεπε να θυμηθεί να πεταχτεί στην αγορά σχολώντας το πρωί να τον ανανεώσει. Τηρούσε πιστά τους χρυσούς κανόνες της συγκατοίκησης αλλά σιχαινόταν να πηγαίνει για τους έκτακτους ανεφοδιασμούς. H Σύλβια ήταν η ραχοκοκαλιά της οργάνωσης του χώρου, όπως τα περισσότερα θηλυκά που το έχουν κάπως έμφυτο το να διοικούν ένα σπίτι χωρίς να το κάνουν θέμα. Προτιμούσε απλά να αφήνει σε ένα φάκελο το μερίδιό του για τα ψώνια του μήνα και τους λογαριασμούς. Ζούσε σε αυτό το σπίτι εδώ και δύο χρόνια και πλέον ένιωθε μέλος του. Με την παγκόσμια κρίση ήταν πλέον συνηθισμένο να νοικιάζουν οι οικογένειες δωμάτια των σπιτιών τους για να τα βγάλουν πέρα με τα έξοδα και τη συντήρησή τους. Ο νόμος προέτρεπε οικογένειες, που άρα είχαν και περισσότερο χώρο, να διαλέγουν αντίστοιχα οικογένειες για να έχουν τα παιδιά παρέα για το παιχνίδι, ζευγάρια να διαλέγουν ζευγάρια και εργένηδες, ανάλογα με το μέγεθος των σπιτιών. Το καλό με το συγκεκριμένο διώροφο σπίτι ήταν ότι το μοιραζόταν με ένα ηλικιωμένο ζευγάρι και άλλους δύο δίδυμους νεαρούς φοιτητές που έμεναν στον πάνω όροφο. Το είχε επιλέξει γιατί δεν ήταν μακριά από το κέντρο της Μπόουβιλ και επειδή τα παιδιά της οικογένειας ήταν μεγάλα και έμεναν μακριά. Το καλύτερο ,όμως, ήταν όλοι είχαν την ησυχία τους. Οι ιδιοκτήτες, ο Τζόναθαν και η Σύλβια, πέρναγαν το χρόνο τους φροντίζοντας τον κήπο στο πίσω μέρος του σπιτιού και βλέποντας παλιές ταινίες κάθε Παρασκευή στο σινεμά του παλιού τους συμμαθητή στην πλατεία. Και οι δυο τους ήταν φιλόλογοι που είχαν βγει πια στη σύνταξη με μια γεμάτη βιβλιοθήκη που φυσικά ήταν ανοιχτή για τους ενοίκους του σπιτιού. Η Σύλβια δεν ήταν και τόσο δυνατή στην κουζίνα, έβγαζε μια νευρικότητα και μια βιασύνη σε ό,τι κι αν έκανε αλλά η μηλόπιτά της ήταν πραγματικά απίθανη. Κάποιες Κυριακές πρωί, μαζεύονταν όλοι στην κουζίνα της, επειδή τους είχε οδηγήσει εκεί η μυρωδιά και θύμιζαν σχολιαρόπαιδα που περίμεναν ανυπόμονα να ψηθεί για να φάνε το καυτό ακόμα πρώτο κομμάτι. Οι δίδυμοι φοιτητές από την Ιαπωνία, Τάτσουο και Σιγκερού, πάντα μελετούσαν για εξετάσεις που ερχόντουσαν και έφευγαν ή περνούσαν τα σαββατοκύριακα κρυφά στα δωμάτια κοριτσιών στη φοιτητική εστία. Τουλάχιστον έτσι ήθελε να πιστεύει ο Χάρης γιατί τους έβρισκε πολύ χαμογελαστούς την επόμενη μέρα. Ήταν πολύ σοβαροί νέοι και μιλούσαν πάντα χαμηλόφωνα. Έμοιαζαν υπερβολικά μεταξύ τους, αλλά τους ξεχώριζες εύκολα από το ύψος και από τα μούσια του Σιγκερού. Ήταν πιο ψηλός και άφηνε γενειάδα την οποία χάιδευε με τρυφερότητα όλη την ώρα.  Η Σύλβια με ενθουσιασμό προσπαθούσε να μάθει λέξεις στα ιαπωνικά με τον πρωινό καφέ που μέχρι το βράδυ είχε ξεχάσει και αυτό ήταν το καθημερινό τους παιχνίδι. 

Ο Χάρης πέρναγε τα δικά του βράδια στη δουλειά. Ήταν νυχτοφύλακας στο μεγάλο ερευνητικό κέντρο Σιέρρα, εκείνο το πολυώροφο γυάλινο κτίριο που φαινόταν από όπου και αν στεκόσουν στην πόλη. Έριξε το καυτό νερό στο χάρτινο φίλτρο με τον καφέ και έμεινε να το βλέπει να το ρουφάει το θερμός του. Το βίδωσε σφιχτά και το έβαλε στην ειδική θήκη του σάκου του. Το βλέμμα του έμεινε, αφηρημένα, στα φώτα της πόλης όπως φαίνονταν από το παράθυρο της κουζίνας. Όταν είχε έρθει στη Μπόουβιλ είχε μείνει κι εκείνος να χαζεύει το ψηλό κτίριο της Σιέρρα και είχε πάει την πρώτη βδομάδα της παραμονής του να ρωτήσει αν χρειάζονταν νυχτοφύλακες. Η πείρα του από τις περιπλανήσεις του τον είχε διδάξει ότι οι νυχτοφύλακες είναι ένας αναλώσιμος κλάδος και τον είχε διευκολύνει αφάνταστα όταν έψαχνε ευκαιριακές δουλειές στις πόλεις από όπου είχε περάσει. Ξεκίνησε την επόμενη μέρα και από τότε είχαν περάσει ήδη δύο χρόνια.  Πάντα προτιμούσε τη βραδινή βάρδια. Με όσους λιγότερους συναδέλφους έπρεπε να συγχρωτίζεται, τόσο το καλύτερο. Είχε συνηθίσει τη μοναξιά του και δεν μπορούσε την πολυκοσμία και τις άσκοπες κουβέντες σε διαδρόμους και σε ασανσέρ. Έδεσε τα κορδόνια των αθλητικών του και κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Πρώτη Σεπτέμβρη και η ζέστη ήταν έντονη ακόμα και στις δύο τα ξημερώματα, την ώρα που εκείνος θα κατηφόριζε την οδό Κέιβροουντ για να πάρει το μετρό. Στη γωνία ήταν το μπαρ του Κέβιν. Το τιμούσε  στο ρεπό του για να πιει τη μαύρη μπύρα του. Τα στόρια του  ήταν κατεβασμένα και η πόρτα μισάνοιχτη. Θα έπλεναν τα τελευταία ποτήρια πριν κλειδώσουν και σύρουν τις μεγάλες μαύρες σακούλες σκουπιδιών στον κάδο στη γωνία. Πάντα περνούσε από εδώ για να δει έστω και φευγαλέα την Μπράνκα. Ήταν η μικροκαμωμένη Πορτογαλέζα σερβιτόρα με τα κοντά μαλλιά που τον φλέρταρε από το πρώτο του βράδυ εκεί. Πλέον είχε το κλειδί του δωματίου του και θα την έβρισκε πολλές φορές να χουζουρεύει στο κρεβάτι του όταν γύριζε τα πρωινά από την Σιέρρα. Απλά ξάπλωνε δίπλα της και αγκάλιαζε το ζεστό της γυμνό σώμα και την άκουγε να μουρμουρίζει στη γλώσσα της γλυκόλογα μες στον ύπνο της. Όταν τύχαινε να τον δει να περνάει τα βράδια για να πάει στο μετρό κρατώντας το δίσκο της, του χαμογελούσε και το πρόσωπό της έλαμπε. Τέτοια ώρα τις καθημερινές οι πελάτες ήταν λιγοστοί κι έτσι πολλές φορές μπορεί να του έστελνε και φιλιά στον αέρα .Ο Χάρης υπέθετε ότι όλοι οι άνθρωποι της Μεσογείου είχαν αρκετό ήλιο μέσα τους και τον έβγαζαν λίγο λίγο όταν μιλούσαν ή γελούσαν. Ή μπορεί να έκανε και λάθος.
 Δύο τα ξημερώματα. Του άρεσε πάντα να κυκλοφορεί αργά τη νύχτα, ειδικά τις καθημερινές που δε συναντούσε πολλούς ανθρώπους στους δρόμους αλλά και στα βαγόνια του μετρό. Ήταν η ώρα που του άρεσε να βάζει σε μια σειρά της σκέψεις του. Είχε φτιάξει μια ρουτίνα στην καθημερινότητά του μέσα στην οποία ένιωθε ασφάλεια. Ένιωθε ο εαυτός του μετά από καιρό και τουλάχιστον λίγο πιο ανάλαφρος σε αυτήν την πόλη με τον μικρόκοσμό της και τους ανθρώπους της. Ένας από τους πλέον συμπαθητικούς τύπους ήταν ο εφημεριδοπώλης έξω από τον υπόγειο σταθμό του Κάρθαπαρκ. Για το Χάρη, έναν εραστή του χαρτιού, ο ηλικιωμένος αυτός τύπος έμοιαζε με ήρωα στα μάτια του. Οι εφημερίδες αποτελούσαν πλέον ένα άχρηστο προϊόν σε όλον τον κόσμο, καθώς όλοι ενημερώνονταν ηλεκτρονικά. Ελάχιστοι  είχαν μείνει πια, οι οποίοι αναλάμβαναν να τυπώνουν λίγα ολιγοσέλιδα φύλλα, τα οποία και μοίραζαν χωρίς να δέχονται χρήματα, ορμώμενοι μόνο από την αγάπη τους για το χαρτί και την τυπωμένη είδηση. Οι ειδήσεις ,φυσικά, είχαν ένα αρκετά προσωπικό χρώμα και σίγουρα δεν ήταν και τόσο συγχρονισμένες με την επικαιρότητα, αναγκαστικά λόγω της χειροποίητης δημιουργίας τους. Συνήθως ήταν άρθρα και αναλύσεις με αφορμή γεγονότα που είχαν γίνει μες στην εβδομάδα. Το όλο εγχείρημα ήταν μια προσπάθεια να μείνει με έναν τρόπο ζωντανός ο παλιός κόσμος.  Ο συγκεκριμένος ήταν στο πόστο του κάθε βδομάδα αργά τη νύχτα και έκανε τη δουλειά του χωρίς να λέει και πολλά. Απλά θα χαιρετούσε τους έτσι και αλλιώς γνώριμους πελάτες του με ένα νεύμα σχεδόν συνωμοτικό. Τους έδινε την αίσθηση ότι ανήκαν σε μια ξεχασμένη ελίτ συντροφιά, στους τελευταίους ρομαντικούς των μεταμοντέρνων καιρών. Ο Χάρης εκτιμούσε απεριόριστα αυτές τις προσπάθειες και το να βρει αν υπήρχαν  εφημερίδες στις πόλεις από όπου είχε περάσει ήταν και βασικό κριτήριο του αν θα έμενε για ένα διάστημα εκεί. Η μυρωδιά του χαρτιού ήταν μια από τις απολαύσεις στις οποίες υπέκυπτε με ευκολία. Του άρεσε πάρα πολύ κι ο τρόπος γραφής του συγκεκριμένου εφημεριδοπώλη με τα μαυρισμένα από τα μελάνια δάχτυλα και το λευκό του μουστάκι. Θα ξεκοκκάλιζε την ολιγοσέλιδη εφημερίδα στην υπόγεια διαδρομή του μέχρι να φτάσει στο κτίριο της Σιέρρα και θα την φυλούσε στο σάκο του μέχρι να πάει πίσω στο δωμάτιό του και να τη βάλει στο κουτί, όπου και τις είχε με χρονολογική σειρά αλλά και γεωγραφική. Η Μπράνκα τον κορόιδευε όχι μόνο που τη διάβαζε, αλλά και που την κρατούσε. 
«Μα μοιάζεις με ρακοσυλλέκτη, βρε Χάρη»,  του παραπονιόταν. « Σου πιάνουν τόσο χώρο και να πω ότι  έχεις και κανένα μεγάλο δωμάτιο». Ο Χάρης όμως δεν είχε πτοηθεί. Αποτελούσαν κάτι σαν ημερολόγιο της διαδρομής του και της πορείας του. Όσο χώρο και να έπιαναν, ήταν ένα μέρος του εαυτού του.


Ο εφημεριδοπώλης, όταν είδε να πλησιάζει το πόστο,τού έδωσε την εφημερίδα και του είπε σιγανά, λες και τους άκουγε κανείς και θα ήταν αυτό επικίνδυνο για την τάξη των πραγμάτων: « Ο νικητής του διαγωνισμού στη σελίδα 7». Και τότε του ήρθε στο μυαλό αυτός ο μεγάλος διαγωνισμός που είχε ανακοινωθεί πριν από ένα τρίμηνο. «Ένας μεγάλος διαγωνισμός για το ταξίδι της ζωής σου», σύμφωνα με τον τίτλο που έπιανε μια γωνίτσα στην εφημερίδα και θα μπορούσε εύκολα να μην το προσέξει κανείς. Ο Χάρης όμως το είχε δει και τον είχε κεντρίσει. Ένα ταξίδι δώρο χωρίς να αναφέρεται ο προορισμός. Έπρεπε μόνο να κόψεις και να τα ταχυδρομήσεις το κουπόνι με τα λιγοστά  προσωπικά στοιχεία που ζητούσαν σε μια ταχυδρομική θυρίδα. Και το είχε κάνει, πηγαίνοντας στο ταχυδρομείο και ρίχνοντας στο κίτρινο κουτί το κουπόνι που είχε χιλιο-τσαλακωθεί στην τσέπη του. To ένιωθε και κάπως σαν υποχρέωση να βοηθήσει έτσι αυτόν τον άνθρωπο που, με κάποιον τρόπο, είχε βρει ένα χορηγό και υπέθετε θα είχε πάρει κάποια χρήματα για αυτήν την καταχώρηση, ίσως μια μικρή ανάσα σε αυτήν τη μοναχική του προσπάθεια. Είχε περάσει ο καιρός και το είχε ξεχάσει μέχρι τώρα. Το βρώμικο βαγόνι σταμάτησε μπροστά του κάνοντας απίστευτη φασαρία. Ένα γέρικο μηχανικό κήτος που ψυχορραγούσε στην αποβάθρα. Μπήκε μέσα, κάθισε στη συνηθισμένη του θέση δίπλα στο παράθυρο με τα γκράφιτι και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του. Άνοιξε την εφημερίδα στη σελίδα 7, διαταράσσοντας για πρώτη φορά τη σειρά με την οποία τη διάβαζε, και να τη. Πάνω δεξιά σε μια μικρή γωνιά βρισκόταν η ανακοίνωση με έντονα γράμματα: « Ο νικητής για το μεγάλο ταξίδι είναι ο ένοικος του block 37, διαμέρισμα 205. Θα ακολουθήσουν οδηγίες. Συγχαρητήρια». Έκλεισε σαστισμένος την εφημερίδα. Μα, ο νικητής ήταν ο ίδιος!
SaveSave