Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

THE FOUR LANTERNS - LOST VOICE

Ο Ντίσταντ Ταβηνός δεν κυκλοφορούσε στους κοινόχρηστους χώρους του ξενοδοχείου. Τα γεύματά του τα έπαιρνε στο δωμάτιό του. Ο γραμματέας του είχε πάρει το διπλανό δωμάτιο και κανόνιζε τα πάντα. Τις σπάνιες φορές που θα κατέβαινε στο μπαρ για ένα ποτό ή για μια βόλτα στους κήπους πάντα θα φορούσε γυαλιά ηλίου. Το ήξερε ότι τον είχαν αναγνωρίσει αλλά δεν άντεχε τα βλέμματα των ενοίκων πάνω του. Ένιωθε ότι ήταν πια βλέμματα λύπησης και περιέργειας παρά βλέμματα θαυμασμού όπως στο παρελθόν. Και δεν ήταν τόσο μακρινό το παρελθόν αυτό. Ο Ντίσταντ Ταβηνός ήταν ο πιο διάσημος τενόρος στον κόσμο. Είχε όλη τη φήμη, την αναγνώριση, τον πλούτο που θα μπορούσε να έχει ένας κοινός θνητός. Ήταν αφοσιωμένος μόνο στη μουσική του, στη μελέτη και στη σκληρή του δουλειά. Είχε πετύχει να γεμίζει τις όπερες όλων των πόλεων και να εξαντλούνται τα εισιτήρια για τις παραστάσεις του σε λιγότερο από μια ώρα. Είχε κάνει το κοινό να αγαπήσει τις άριες και τις ιστορίες της όπερας γιατί έβλεπαν όλοι το πάθος του για αυτό που έκανε. 
Τα τελευταία δεκαέξι χρόνια ήταν αφοσιωμένος και στον Περιοδεία, το σκύλο του. Τον είχε βρει όταν ήταν κουτάβι σε ένα πάρκο, όντας πραγματικά σε περιοδεία. Τον πήρε μαζί του και έγινε αχώριστος σύντροφός του. Τον είχε μαζί του όπου κι αν πήγαινε και το κοινό εκτός από λουλούδια στο τέλος των παραστάσεων θα άφηνε κάτι και για τον Περιοδεία στα καμαρίνια, από μπισκοτάκια σκύλων μέχρι κολάρα και μάλλινα μπλουζάκια που είχαν πλέξει με τα χέρια τους. Μεγάλωναν μαζί κι ο χρόνος περνούσε αφήνοντας τα σημάδια του πάνω τους. Ο Περιοδείας πέθανε από βαθιά γερατειά στο τέλος του δέκατου έκτου χρόνου της ζωής του. Το σοκ της απώλειας ήταν τεράστιο. Ο Ντίσταντ Ταβηνός αποτραβήχτηκε από τη μουσική γιατί δεν έβρισκε πια καμία χαρά στο τραγούδι. Γύρισε την πλάτη του σε όλες τις πόλεις του κόσμου που τον ζήτησαν με πείσμα. Εγκατέλειψε όλα όσα αγαπούσε γιατί είχε χάσει αυτόν που τον αγαπούσε πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο. Οι εφημερίδες και τα μέσα ενημέρωσης πήραν φωτιά. Πρωτοσέλιδα και ρεπορτάζ ήταν αφιερωμένα σε αυτόν για μεγάλο διάστημα και το μεγάλο ερώτημα ήταν πότε θα εμφανιστεί πάλι στη σκηνή ο Ντίσταντ Ταβηνός.
Όταν κόπασε αυτή η τρικυμία ήρθε μια άλλη πιο δυνατή. Ο τενόρος είχε χάσει τη φωνή του. Δεν εμφανιζόταν πια γιατί δεν είχε φωνή να τραγουδήσει μοναδικά αυτές τις άριες που έφερναν δάκρυα στα μάτια τόσων ανθρώπων ανά τον κόσμο. Καινούργιοι, μεγάλοι τίτλοι ακόμα και ντοκιμαντέρ επικεντρώθηκαν στο δράμα του διάσημου τενόρου που πια δεν είχε φωνή μετά το χαμό του αγαπημένου του φίλου. Ο Ντίσταντ Ταβηνός όλο αυτό το διάστημα είχε κλειστεί στο σπίτι του που ήταν πολιορκημένο από δημοσιογράφους κάθε λογής. Καμία δήλωση σε όλο αυτό το ανθρώπινο μελίσσι που τον περίμενε νύχτα μέρα έξω από τα κλειστά παράθυρα.  Ο ίδιος περίμενε να κοπάσει. Κι όταν κόπασε και έφυγε και ο τελευταίος ανταποκριτής, έφυγε κι ο ίδιος  με μια μικρή βαλίτσα και τον πιστό του γραμματέα, νύχτα, για το άγνωστο. 
Στο ξενοδοχείο «The Four Lanterns” έκλεισαν δύο διπλανά δωμάτια με ανοιχτή τη μέρα αναχώρησης. Ήδη είχε περάσει ένα δίμηνο και ήταν απόλυτα ευχαριστημένοι από την εχεμύθεια του προσωπικού και τη διακριτικότητα των πελατών. Ήταν κοινό μυστικό πια ότι όχι μόνο δεν τραγουδούσε αλλά ούτε μιλούσε. Με τον γραμματέα του αντάλλασσε γραπτά σημειώματα. Είχε πάντα πάνω του ένα μικρό μπλοκ και μια μαύρη πένα και με αυτό επικοινωνούσε τις επιθυμίες του ως προς το γεύμα ή το δείπνο ή κάποιες επαγγελματικές εκκρεμότητες. Με αυτόν τον τρόπο θα αρνιόταν την οποιαδήποτε πρόταση για συνέντευξη ή  να γίνει η ζωή του ταινία ή να γράψει την αυτοβιογραφία του. Δεν τον ενδιέφερε τίποτα από όλα αυτά. Είχε παραιτηθεί. 
Ένα μεσημέρι εμφανίστηκε στη ρεσεψιόν με τον γραμματέα του κρατώντας τις βαλίτσες τους. Άφησε ένα σημείωμα στο γκισέ. Ο Ζενεβιέ το διάβασε και είπε: «Αμέσως, κατεβαίνει σε ένα λεπτό. Μέχρι να κλείσουμε λογαριασμό θα είναι εδώ.»
Όντως, μετά από λίγο, ο Αλφρέδος κατέβηκε τα σκαλιά και τους χαμογέλασε.
«Αλφρέδο, ο κύριος Ταβηνός θέλει να σου κάνει ένα μικρό δώρο. Σε παρακαλεί να το δεχτείς» μίλησε ο γραμματέας βγάζοντας ένα πακέτο από τη βαλίτσα του.
«Ω, ευχαριστώ πολύ» είπε αμήχανα ο Αλφρέδος, κοιτάζοντας μία το πακέτο και μία τον Ταβηνό.
O γραμματέας έκοψε μια επιταγή για να εξοφλήσει το λογαριασμό της διαμονής τους.
Ο Αλφρέδος άνοιξε το μικρό πακέτο και διάβασε το σημείωμα. Ευχαρίστησε θερμά και τους είδε να βγαίνουν από το ξενοδοχείο. 
«Βλέπω σε συμπάθησε ο τενόρος, Αλφρέδο. Χαίρομαι ιδιαίτερα» είπε ο Ζενεβιέ.

Ο Αλφρέδος δεν είπε τίποτα και βγήκε στον κήπο. Άνοιξε πάλι το πακέτο και χαμογέλασε στη θέα του δώρου του. Ήταν το σημειωματάριο με τα λίγα λευκά φύλλα που είχαν απομείνει και χρησιμοποιούσε ο τενόρος για να επικοινωνήσει. Ο Αλφρέδος τον είχε ακούσει να τραγουδάει σχεδόν ψιθυριστά τις αγαπημένες του άριες όταν έκανε το πρωινό του ντους και του άφηνε  την πορτοκαλάδα στο κομοδίνο του. Ήταν ο μόνος που ήξερε ότι ο Ντίσταντ Ταβηνός είχε απλά επιλέξει τον κόσμο της σιωπής και της απομόνωσης και όχι το ανάποδο. 

THE FOUR LANTERNS - LOST VOICE

Distant Tavinos did not walk around in the public areas of the hotel. He had his meals in his room. His secretary had taken the next-door room and arranged everything. When he rarely went downstairs for a drink at the bar or a walk in the garden he always wore sunglasses. He knew that the tenants had recognized him but he couldn’t stand their stare. He felt that they now gave him stares of pity and curiosity rather than admiration like it was before. And the past was not that long ago. Distant Tavinos was the most famous tenor in the world. He had all the fame, recognition, wealth that a mortal could have. He was devoted only to his music, his study and his hard work. He had succeeded in filling the operas of all the cities in the world and having the concert tickets sold in less than an hour. He had made the audience love the arias and opera stories because they all saw his passion for what he did. 
For the last sixteen years he was also devoted to Ontour, his dog. He had found him when he was a puppy in a park being actually on tour. He took him and they became inseparable. Ontour was with him wherever he went and the audience, besides flowers at the end of his performance, would also leave something for the dog backstage from biscuits to collars and hand knitted t-shirts. They grew old together and time left its marks on them. Ontour died of old age at the end of his sixteenth year. The shock loss was enormous. Distant Tavinos withdrew from music because he found no joy in singing anymore. He turned his back to all the cities of the world that stubbornly wanted him. He gave up everything he loved because he had lost the one that loved him the most. The press and the media were on fire. Front pages and reports were all about him for a long time and the big question was when Distant Tavinos would appear on stage again.
And when that storm was over a stronger one came. The tenor had lost his voice. He didn’t appear because he had no longer the voice to sing the arias in such a way to bring tears in people’s eyes all over the world. New big headlines even documentaries focused on the drama of the famous tenor who had lost his voice after the death of his beloved friend. Distant Tavinos was locked in his house that was surrounded by reporters. He made no statement to this human hive that waited for him behind closed windows. He waited for the cooling –off period. And when it did cool off and the last reporter left, he himself did the same with a small suitcase and his loyal secretary heading into the unknown. 
They booked two adjoining rooms at the “Four Lanterns Hotel” leaving the departure date open. Two months had already passed and they were totally satisfied with the discretion of the stuff and the tenants. It was a common secret that not only he didn’t sing but also he didn’t talk. He exchanged written notes with his secretary. He always carried a small notebook and a black pen and he communicated his wishes concerning lunch, dinner or business tasks. He would deny any proposal for interviews, turn his life into a movie or write his autobiography. He had no interest in any of these things. He had quit. 
He appeared one afternoon at the reception desk with his secretary holding their suitcases. He left a note on the counter. Jenevier read it and said: “He will be down in a second. While the bill is taken care of he will be here.”
Indeed, after a while, Alfred went down the stairs and smiled at them. 
“Alfred, Mr. Tavinos wants to offer you a small present. He would really like you to accept it” the secretary said taking a parcel out of his suitcase. 
“Oh, thank you very much” Alfred said awkwardly looking at the parcel and Tavinos.
The secretary wrote a check to pay for the stay. 
Alfred opened the parcel. He thanked them warmly and saw them off. 
“The tenor liked you, Alfred. I am really glad” Jenevier said.

Alfred said nothing and went to the garden. He opened the parcel again and smiled at the view of his gift. It was the notebook with the few remaining white sheets which the tenor used to communicate. Alfred had heard him sing, almost whispering, his favorite arias when he took his morning shower and he left his orange juice on the bedside table. He was the only one who knew that Distant Tavinos had chosen the world of silence and not the other way round.