Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΣΤΗΝ ΤΣΕΠΗ



  Ήταν πολύ καλός στη δουλειά του. Ζήτημα να είχε χάσει μόνο τρεις δίκες σε όλη του την καριέρα. Η ατζέντα του ήταν γεμάτη από ραντεβού, συναντήσεις. Η γραμματέας του, που είχε δώδεκα χρόνια μαζί του, πάντα δυσκολευόταν να φτιάξει το ημερήσιο πρόγραμμά του. Στο γραφείο του υπήρχαν συνέχεια στοίβες  με φακέλους δικογραφίας και  υποθέσεις, τις οποίες μελετούσαν πρώτα οι δύο βοηθοί του και μετά τον ενημέρωναν σε ημερήσια βάση. Ακόμα και τα σαββατοκύριακα ερχόταν στο γραφείο για να κλείσει εκκρεμότητες. Είχε συνεργάτες που εμπιστευόταν τυφλά, απολάμβανε έναν αξιοπρεπή μισθό, ζούσε σε  ένα μικρό αλλά λειτουργικό διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Ήταν δυστυχισμένος.
  Κάθε πρωί ξυπνούσε με το ίδιο βάρος. Έκανε την πρωινή εικοσάλεπτη γυμναστική του, άκουγε τις πρώτες ειδήσεις στο ράδιο που είχε στην κουζίνα, έπινε τον καφέ του και ετοίμαζε ένα ελαφρύ πρωινό. Ένα χλιαρό μπάνιο και διάλεγε το κοστούμι και τη γραβάτα της ημέρας. Πήγαινε στο γραφείο του με το μετρό και επέστρεφε το βράδυ με τον ίδιο τρόπο. Ζούσε μόνος του κι ένιωθε μόνος του στην καθημερινότητά του. Εκτός από τα έδρανα των δικαστηρίων, κι όπου αλλού έπρεπε να βγάζει  τη λαλίστατή  του πλευρά, όπως πρόσταζε η φύση του επαγγέλματος, ήταν ντροπαλός και λιγομίλητος, συνεσταλμένος. Μισούσε τη δουλειά του κι ό,τι είχε σχέση με αυτήν. Το όνειρό του ήταν κάτι τόσο ταπεινό όπως το να δουλεύει σε ένα γκαράζ παρέα με το σκύλο του. Λάτρευε τα αυτοκίνητα. Ανατρίχιαζε στον ήχο που έκανε η μηχανή όταν έπαιρνε μπρος και το μόνο που ήθελε πάντα ήταν να τα μαστορεύει.
  Ο πατέρας του ήταν υπερβολικά αυστηρός μαζί του. Η μαμά του είχε πεθάνει όταν ήταν πολύ μικρός, σχεδόν δε θυμόταν το πρόσωπό της. Στην αρχή θύμωνε αλλά σιγά-σιγά πέρασε. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος. Το γραφείο του ήταν αυτό που είχε κι ο ίδιος ακόμα. Τότε ήταν όλα καινούργια. Γυάλιζαν τα έπιπλα και οι βιβλιοθήκες με τα νομικά βιβλία. Τώρα ήταν φανερά τα σημάδια που είχε αφήσει ο χρόνος πάνω τους. Λιγομίλητος κι εκείνος αλλά η ματιά του ήταν πάντα ψυχρή, πίσω από τα χοντρά γυαλιά του. Δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί ένα μικρό αγοράκι. Δεν είχε την υπομονή να παίξει μαζί του, τον ενοχλούσε πάντα η φασαρία που μπορεί να έκανε όταν εκείνος μελετούσε τις υποθέσεις του. Τον κούραζαν οι συνεχείς ερωτήσεις του για τα πάντα. Από πολύ νωρίς τον πίεζε για να ακολουθήσει τα δικά του χνάρια. «Οι δικηγόροι είναι λαμπροί επιστήμονες», συνήθιζε να λέει και ξεδίπλωνε τα επιχειρήματά του. Ο μικρός προσπαθούσε αλλά δεν καταλάβαινε λέξη από τα λόγια του πατέρα του και έτσι συνέχιζε να παίζει με τα μεταλλικά του αυτοκινητάκια. Αυτά ήταν η παρέα του κάθε μέρα που περίμενε τον πατέρα του να γυρίσει στο σπίτι. Η ηλικιωμένη γιαγιά του τον πρόσεχε αλλά συνήθως έπαιζε μόνος του.


Τα έστηνε στο πάτωμα και ξεκίναγε τις αόρατες και φανταστικές διαδρομές. Τότε γεννήθηκε κι η ιδέα για το γκαράζ. Όταν μεγάλωνε  θα είχε ένα γκαράζ με πολλά αυτοκίνητα και θα τα μαστόρευε όλη μέρα. Θα είχε κι ένα σκύλο για παρέα. Έβαλε τον εαυτό του σε αυτήν την εικόνα και ταίριαξε απόλυτα.
 Την επόμενη φορά που ο πατέρας του ξεκίνησε να ρητορεύει για τα οφέλη της δικηγορίας, μάζεψε όλο το θάρρος του και τον κοίταξε στα μάτια. Άφησε για λίγο τα αυτοκινητάκια του και ξεκίνησε να του μιλάει για το όνειρό του, το γκαράζ. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει και ένα κύμα οργής ξεχύθηκε από το στόμα του πατέρα του. «Δεν υπάρχει περίπτωση ο δικός μου ο γιος να κάνει κάτι τέτοιο. Να το ξεχάσεις», φώναξε και άρπαξε τα αυτοκινητάκια του από το πάτωμα. Τα έβαλε στις τσέπες του και βγήκε χτυπώντας την πόρτα πίσω του. Τα δάκρυα και το παράπονο του μικρού αγοριού δε στάθηκαν αρκετά για να του επιστραφούν τα παιχνίδια του. Βδομάδες ολόκληρες τα ζητούσε αλλά ο πατέρας του ήταν ανένδοτος. Στο τέλος πίστεψε ότι τα είχε πετάξει στα σκουπίδια.
  Τα χρόνια περνούσαν και η καταπίεση γινόταν όλο και μεγαλύτερη. Φυσικά και πέρασε τις εξετάσεις κι έγινε δικηγόρος. Του απαγόρεψε να μάθει να οδηγεί με τη δικαιολογία ότι δεν του χρειαζόταν αφού έμενε στην πόλη και υπήρχαν συγκοινωνίες για να μετακινηθεί. Το μικρό αγόρι είχε γίνει ένας νεαρός άντρας φοβισμένος που δεν είχε τη δύναμη να σηκώσει το ανάστημά του ξανά στον πατέρα του, όπως εκείνο το πρωινό. Τα πρώτα χρόνια δούλευε μαζί του στο γραφείο του. Καθημερινά πίεζε το γιο του για να γίνει όλο και καλύτερος. Και γινόταν, αλλά πάντα ήταν στη σκιά του πατέρα του. Οτιδήποτε και να έκανε θα ήταν κατώτερο των δυνατοτήτων του. Πνιγόταν, αλλά και πάλι δεν τολμούσε να αντιμιλήσει.
  Ο ηλικιωμένος άντρας πέθανε ξαφνικά από καρδιά. Ο νεαρός, που πλέον ήταν άντρας με τους πρώτους γκρίζους κροτάφους, έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του. Η σταθερά στη ζωή του έπαψε να υφίσταται. Μετά την κηδεία άρχισε να τακτοποιεί τα πράγματά του πατέρα του στο σπίτι. Πέταξε παλιά του χαρτιά που μάζευε στο γραφείο του. Δίπλωσε ρούχα του και γραβάτες, τα έβαλε σε σακούλες και κανόνισε να τα δώσει. Σε ένα μικρό κουτί, στο βάθος της ντουλάπας, βρήκε φωτογραφίες της μητέρας του που ο ηλικιωμένος άντρας είχε κρατήσει. Θυμήθηκε τα χαρακτηριστικά της ή πίστεψε ότι τα θυμήθηκε. Τα μεταλλικά του αυτοκινητάκια βρίσκονταν κι αυτά εκεί. Η παιδική του συντροφιά είχε φυλαχτεί σα μικρός θησαυρός. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό για όλα εκείνα που θα μπορούσαν να ειπωθούν και δεν ειπώθηκαν, για όλα εκείνα που θα μπορούσαν να είχαν γίνει και δεν έγιναν. Η μακρινή ανάμνηση του γκαράζ ήρθε και πάλι στο μυαλό. Ίσως τώρα θα μπορούσε… Ίσως. Ποτέ δεν ήταν αργά, αλλά ήταν;
 Εκείνο το βράδυ έκατσε στο σαλόνι, έλυσε τη γραβάτα του, έβαλε να πιει ένα καλό ουίσκι και γύρισε πίσω στο χρόνο αλλά στάθηκε και αρκετά στο παρόν. Ήταν η ευκαιρία του να πάρει τη ζωή στα χέρια του, να βγάλει τη βαριά σκιά του πατέρα του από πάνω του. Ήταν καιρός. Ένας ολόκληρος άντρας κι εκείνο το βράδυ έπαιξε με τα αυτοκινητάκια του ξανά. Τα έβαλε να τρέχουν πάνω στο χαλί όπως δεν το είχε ξανακάνει. Έκλαψε, γέλασε, άδειασε τα πάντα από μέσα του.
  

Τα ξημερώματα έπρεπε να πάρει την απόφασή του. Σηκώθηκε, έκανε ένα χλιαρό μπάνιο και άνοιξε την ντουλάπα του. Στάθηκε διστακτικός για ένα λεπτό. Μόνο για ένα. Φόρεσε ένα γκρι κοστούμι και ετοίμασε το χαρτοφύλακά του για τη δουλειά. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη λίγο πριν φύγει για το γραφείο. Δεν είχε τη δύναμη να κάνει κάτι διαφορετικό. Δε βρήκε τη δύναμη να αλλάξει τη ζωή του. Λίγο πριν κλείσει την πόρτα πίσω του, έβαλε το μικρό αυτοκίνητο στην τσέπη του. Τουλάχιστον αυτό. Και δεν το έβγαλε ποτέ ξανά.

THE SMALL CAR IN THE POCKET


 

 He was very good in his work. He hadn’t lost more than three trials in his entire career. His agenda was full of appointments and meetings. His secretary, who was working with him for the last twelve years, always found it difficult to plan his daily schedule. On his desk there were files with cases that his two assistants first studied and then briefed him on a daily basis. He had partners that blindly trusted, he enjoyed a descent salary, and he lived in a small but functional flat in the city centre. He was unhappy.
  He woke up every morning with the same burden. He had his twenty minute workout. He heard the news on the radio he had in the kitchen. He drank his coffee and had a light breakfast. After a warm bath, he chose the suit and the tie of the day. He used the metro to go to work and returned home at night in the same way. He lived alone and he felt alone in his everyday life. Apart from the court-room, and wherever he had to demonstrate his talkative side, as the nature of the profession commanded, he was shy, quiet, and timid. He hated his job and everything that had to do with it. His dream was something as humble as working in a garage along with his dog. He loved cars. He shivered at the sound of the engine when turned on and the only thing he always wanted was to fix them.
  His father was too strict with him. His mom had died when he was very small, he almost didn’t remember her face. At first he was angry, but eventually it faded away. His father was a lawyer. His office was the same one he still had. Everything was brand new back then. Its furniture and the book cases with the law books were shining. Now, the scars that time had left on them were obvious. He was quiet too but his look, behind his thick glasses, was always cold. He didn’t know how to manage a small boy. He wasn’t patient enough to play with him. The fuss that the boy might make, while he was studying a case, always bothered him. The endless, constant questions about everything gave him a headache. From a very early age, he pushed him to follow his footsteps. “Lawyers are bright scientists,” he used to say and unfolded his arguments. The kid tried but couldn’t understand a thing of his father’s words so he continued to play with his metallic cars. These were his companions while he waited for his father to come home every day. His grandmother took an eye on him but he usually played alone.


He put them on the floor and started invisible and imaginary journeys. It was then that the idea of the garage was born. When he grew up, he would have a garage with lots of cars and he would fix them all day long. He would also have a dog to keep him company. He put himself in that image and he was a perfect fit.
  The next time his father started his speeches about the benefits of advocating, the boy gathered all his courage and looked him in the eyes. He left his toy cars for a while and started talking about his dream, the garage. His sentence wasn’t finished when a wave of anger flowed from his father’s mouth. “There’s no way my son will ever do such a thing. Forger about it,” he shouted and grabbed the small cars from the floor. He put them in his pocket and walked out of the room slamming the door behind him. Little boy’s tears and complaints were not enough to get the toys back. He was asking for them for weeks but his father was adamant. At the end, the kid though that his dad threw them away.
  As years went by, the oppression was becoming bigger and bigger. He passed the exams of course and he became a lawyer. His father forbade him to learn how to drive with the excuse that it wasn’t necessary since he lived in the city and he could use public transportations.  The little boy was now a young, scared man who didn’t have the strength to stand up to his father again, as he had done that morning. During the first years he worked with him in his office. Every day he pushed his son to become better and better. The young man did that but he was always in his father’s shadow. Whatever he did would be lower than his expectations. He was drowning but still couldn’t confront him.
  The old man died suddenly of a heart attack. The young man, who was by now a man with his first gray temples, lost the earth under his feet. Steadiness in his life ceased to exist. After the funeral he began to settle his father’s things in the house. He threw old papers that his father collected in his office. He folded clothes and ties, put them in bags and arranged to give them away. In a small box, at the back of the wardrobe, he found pictures of his mother that the old man had kept. He remembered her characteristics or he believed that he did. His metallic toy cars were there too. His childhood companions were stored like a small treasure. A sob went up to his neck for everything that could be said and done. The distant memory of the garage came back into his mind. Perhaps he now could… Perhaps. It was never too late, but was it?
  That night he sat in the living room, loosened his tie, put him a fine whiskey to drink, travelled back in time but also stood in the present for a while. It was his chance to take his life into his hands, to take his father’s heavy shadow from him. It was about time. He was a grown man but on that night he played with his cars again. He put them to speed on the carpet as he had never done when he was a child. He cried, laughed, and emptied everything out of him.
 
He had to make up his mind by dawn. He got up, had a warm bath and opened his closet. He was hesitant for a moment. For only one. He wore a gray suit and he prepared his briefcase for work. He looked himself in the mirror just before leaving for the office. He didn’t have the strength to do anything different. He didn’t find the strength to change his life. Just before he closed the door behind him, he put the small car in his pocket, at least that, and he never put it out again.


Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

H ΣΚΑΛΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΔΗΓΕΙ ΠΟΥΘΕΝΑ

Είχε περάσει τα τελευταία πενήντα οχτώ χρόνια της ζωής του σε αυτούς τους χώρους.Ένα μικρό διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια, μια κουζίνα στο χρώμα της μουστάρδας,με ένα μπαλκονάκι που βλέπει στον ακάλυπτο. Ένα μπάνιο με ροζ πλακάκι, που τόσο μισούσε σαν χρώμα, με ένα μικροσκοπικό παράθυρο. Ένα χολ που ένωνε αυτά τα μικρά τετράγωνα με πόρτες που έτριζαν. Μπορούσε να το περπατήσει με τα μάτια κλειστά. Τέσσερα βήματα από το κρεβάτι μέχρι την πόρτα, άλλα πέντε και φτάνεις στο ψυγείο, άλλα εννέα και ποτίζεις τη γλάστρα στο τραπέζι του σαλονιού. Ήξερε από μνήμης πού ήταν το ράγισμα στο πλακάκι στην κουζίνα πάνω από το νεροχύτη, τι σχήματα είχε αποκτήσει κατά καιρούς η υγρασία στο ταβάνι του χολ, με πόση δύναμη έκλεινε η μπαλκονόπορτα στην κρεβατοκάμαρα. Ήξερε κάθε γωνιά του, κάθε κρυψώνα του. Του ήταν τόσο οικείο όσο το ίδιο του το σώμα, όσο κάθε ρυτίδα, όσο κάθε φθορά που έβλεπε και ένιωθε. Το σπίτι αυτό μαράζωνε όσο κι εκείνος, γερνούσε και γεννούσε ανάγκες όπως το κορμί του, σκοτείνιαζε σταδιακά όπως και η ζωή του.
Μόλις είχαν παντρευτεί και όλα φάνταζαν καινούργια. O χρόνος είχε άλλη αίσθηση και διάρκεια. Εκείνη δακτυλογράφος και εκείνος υδραυλικός. Αγόρασαν αυτό το διαμέρισμα στην Πατησίων στον έκτο όροφο γιατί ήταν σε κεντρικό δρόμο της πόλης, κοντά στα μαγαζιά που τόσο της άρεσαν, κοντά στο Πεδίον του Άρεως όπου έκαναν τον κυριακάτικό τους περίπατο, γιατί ήταν ρετιρέ. Τότε ήταν ένα σπίτι καινούργιο. Μύριζε η μπογιά και το άφηναν ανοιχτό να αερίζεται. Τότε ήταν κι αυτοί νέοι. Άφηναν ανοιχτό το μυαλό τους για το καινούργιο. Μια ολόκληρη ζωή στους τοίχους αυτού του σπιτιού ,να μεγαλώνει μαζί του.
Πολλές φορές τα σκέφτεται αυτά τα παλιά. Αναπολεί, κλείνει τα μάτια, επιστρέφει νοερά στο καινούργιο που ακόμα δεν έχει δείξει τα σημάδια της φθοράς και του θανάτου. Στο παρελθόν του νιώθει ασφάλεια. Νιώθει γεμάτος που εκεί υπάρχουν ακόμα οι άνθρωποι που αγαπάει. Το κάνει συχνά. Τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερο. Σήμερα όμως όλα θα αλλάξουν.
Είναι στην κουζίνα και φτιάχνει τον καφέ του στο μάτι της κουζίνας. Μόλις έχει ξημερώσει. Δε βλέπει καθαρά ακόμα και ανοίγει και το φως. Στερεώνει τα γυαλιά του, που όλο γλιστράνε, στη μύτη του. Στον ακάλυπτο χαζεύει τα κλειστά παράθυρα των απέναντι. Ένα καζανάκι ακούγεται πού και πού, ο θόρυβος που κάνει το ασανσέρ καθώς οι πρώτοι ένοικοι αναχωρούν για τις δουλειές τους, η κάτω πόρτα της πολυκατοικίας που κλείνει με φόρα. Ανακατεύει τον καφέ με τα δάχτυλα που τρέμουν. Η προχθεσινή εφημερίδα στο τραπέζι της κουζίνας. Τον κουράζει να διαβάζει αλλά προσπαθεί, για να μη σκουριάζει το μυαλό. Σε λίγες αράδες τα έχει παρατήσει αλλά νιώθει καλά. Του τη φέρνει το παιδί από το ψιλικατζίδικο κάθε τρίτη μέρα. Ο καφές φουσκώνει. Τον χύνει στο φλιτζάνι της, το πορτοκαλί με τα λουλουδάκια. Τα τελευταία χρόνια πίνει μόνο σε αυτό τον καφέ του και το γάλα του το βράδυ. Με βήμα που σέρνει, σχεδόν, αφήνει το μπρίκι στο μαρμάρινο νεροχύτη. Και τότε του τραβάει το βλέμμα.
Μία μεταλλική σκάλα έξω από το μπαλκονάκι του στην κουζίνα. Γαντζωμένη στην άκρη, δίπλα στον κάδο για τα σκουπίδια. Μία κατηφορική σκάλα που δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του. Μα είναι δυνατόν; Αυτή η σκάλα δεν υπήρχε εκεί. Ανοίγει την πόρτα και με φόβο βγαίνει έξω. Κοιτάζει προς τα κάτω. Κι όμως. Δεν έκανε λάθος. Μια στριφογυριστή σκάλα με σκουριασμένη κουπαστή και στενά σκαλοπάτια που θυμίζουν λαβύρινθο. Τον πιάνει ίλιγγος. Η καρδιά του χτυπάει δυνατά. Πρέπει να δει αν φτάνει μέχρι το ισόγειο και μετά να ρωτήσει και τους άλλους ενοίκους αν την έχουν χρησιμοποιήσει. Μα πιο πολύ πρέπει να την ανακαλύψει για εκείνον τον ίδιο. Ένας εισβολέας σε ένα σώμα γνώριμο.
Βγαίνει με τις φθαρμένες του πιζάμες και κοντοστέκεται. Θα το τολμήσει. Πιάνεται από την κουπαστή που είναι ακόμα δροσερή από την βραδινή ψύχρα. Ανάσα και αρχίζει να κατεβαίνει. Και τότε είναι που έρχονται όλα στο μυαλό. Το σπίτι αρχίζει και ζωντανεύει, ζωηρεύει. Του έρχεται στο μυαλό η εικόνα της τους πρώτους μήνες στο σπίτι, μόλις έχουν παντρευτεί. Είναι τόσο νέα, το δέρμα της σχεδόν διάφανο. Νιώθει στα χείλια του τα φιλιά που του έδινε σε κάθε δωμάτιο, ακούει τους βραδινούς στεναγμούς της του έρωτα. Συνεχίζει να κατεβαίνει με αργό βήμα, προσεκτικό. Να τη τώρα στο κρεβάτι τους με το μικρό τους γιο, κουρασμένη αλλά ευτυχισμένη. Ακούει το γέλιο της γάργαρο. Σκαλί και εικόνα. Όλη η ζωή του περνάει από μπροστά του καρέ- καρέ. Η ζωή του στο σπίτι αυτό. Τότε που χτύπησε το παιδί στη γωνία του κρεβατιού και το έτρεχαν για ράμματα στο κεφάλι, τη νύχτα που πέθανε ο πατέρας του και ήπιε πολύ για να παρηγορηθεί, τα ατελείωτα βαρετά σαββατοκύριακα στα πεθερικά του για φαγητό. Ο μικρός, φαντάρος πια, όταν γύρισε στην πρώτη του άδεια και μπήκε με τη στολή στο σπίτι. Σκαλί και συγκίνηση. Τα ξαναζεί όλα. Περνούν μπροστά από τα μάτια του. Χρειάζεται να κοντοστέκεται σε κάθε σκαλί, να παίρνει ανάσα και δύναμη. Όσο κατεβαίνει τόσο τα σκαλιά πολλαπλασιάζονται. Κατεβαίνει αλλά βρίσκεται στο ίδιο σημείο συνέχεια. Βλέπει τα βράδια που χαζεύει το σώμα της στο κρεβάτι. Έχει διογκωθεί, δεν είναι θελκτικό. Είναι το σώμα της συνήθειας. Τα χάδια είναι μηχανικά, βουβά. Ο γιος τους έρχεται για φαγητό μετά το γάμο του πού και πού τα σαββατοκύριακα. Νιώθει την αμηχανία της νεαρής του νύφης, της αγγλίδας που προσπαθεί να μιλήσει τα ελληνικά. Οι εξετάσεις της γυναίκας του δεν είναι καλές. Καρκίνος επιθετικός. Προσπαθεί τώρα να ανέβει τα σκαλιά. Δεν τον νοιάζει να δει πού φτάνει αυτή η σκάλα. Το ξέρει ήδη. Δεν οδηγεί πουθενά. Μόνο πίσω στο χρόνο. 
Στη νοσταλγία και στη θύμηση. Σφίγγει τα χέρια του στα κάγκελα. Μετά τα νοσοκομεία και τις θεραπείες γυρνάνε σπίτι. Δε μιλάνε για αυτό αλλά είναι εκεί. Τα βράδια της χαϊδεύει τα ροζιασμένα της χέρια, επιστρέφει σε αυτό το σώμα που τόσο αγαπά και ξέρει ότι θα είναι για λίγο ακόμα κοντά του. Γυρίζει σε εκείνο το πρωί που τη βρίσκει με τα μάτια ανοιχτά να κοιτάζει το ταβάνι που θέλει βάψιμο. Είναι κι αυτό γέρικο όπως κάθε τι στο σπίτι. Κάθεται σε ένα σκαλί. Ο γιος του φεύγει στην Αγγλία για ένα καλύτερο μέλλον, μακριά από εδώ. Δάκρυα κυλούν από τα μάτια του. Βγάζει τα γυαλιά του. Βλέπει όλα εκείνα τα βράδια που είναι μόνος του, σκέφτεται τη ζωή του, πώς την ξόδεψε, πώς του δόθηκε και τι του έμεινε. Ένα κλάμα σιωπηλό, ανώφελο.




THE STAIRCASE ΤΟ NOWHERE


He had spent the last fifty-eight years of his life in these spaces. A small flat with two bedrooms, a kitchen in the colour of mustard, with a small balcony viewing the open space. A bathroom in pink tiles that he detested as a colour, with a tiny window and a hallway that united these small squares with doors that creaked. He could walk in it with his eyes closed. Four steps from the bed to the door, five more and you reach the refrigerator, nine more and you water the plant on the living room table. He knew from memory where the crack in the kitchen tile above the sink was, what shapes the damp on the hall ceiling had gradually taken, with how much strength the bedroom door closed. He knew every corner of it, every hiding place. It was as familiar to him as his own body, as every wrinkle, as every wear he saw and felt. This house languished as much as he did, got old and produced needs like his body did, got darker little by little  just like his life.
They had just got married and everything seemed new. Time had another sense and duration. She was a typist and he was a plumber. They bought this flat on Patision Street on the sixth floor because it was on a central city street, near the shops that she liked so much, near Pedion Areos where they had their Sunday walks, because it was a penthouse. It was a new house back then. You could still smell the paint and they let it open for the air to come in. They were young back then. They let their minds open for the new to come in. Α whole life on the walls of the house , growing old with them.
He is thinking of those days many times. He looks back, he closes his eyes, he mentally returns to that new that hasn’t shown the signs of wear and death yet. He feels safe in his past. He is fulfilled that there are still people he loves in there. He does it often. Nowadays, even more. But today, everything is going to change.
He is in the kitchen, making his coffee. It’s dawn. He doesn’t see properly and he opens the light. He fixes his glasses that slip all the time on his nose. He stares at the closed windows opposite of him at the open space. Every now and then he can hear the toilet flush, the noise that the elevator makes while the first tenants leave for their work, the door downstairs shutting down. He stirs the coffee with trembling fingers. The day before yesterday newspaper on the table. He finds it tiring to read but he tries, not to get rusty. He gives up in a few lines but he feels good with himself. The boy from the mini market brings it every third day. The coffee is bubbling. He pours it in her cup, the orange one with the flowers. He drinks his coffee or his milk at night only in that cup the last few years. With a dragging step, he leaves the coffee pot on the marble sink. And then it draws his attention.
A metal staircase out of his balcony in the kitchen. Hooked at the edge next to the garbage bin. A downward staircase that he had never seen in his life. Is it possible? It wasn’t there. He opens the door in fear and steps out. He looks down. He wasn’t mistaken. A spiral staircase with a rusted handrail and narrow steps that remind him of a labyrinth. He feels dizzy. His heart is beating like a drum. He must check if it reaches the ground and then ask the other tenants if they have used it. But above all, he must discover it for himself. An intruder in a familiar body.
He goes out in his rubbed pajamas and he stands. He will go for it. He grabs the handrail, still cool from the night chill.  He catches his breath and he starts descending. And then it all comes to him. The house is getting back to life. A picture of her during the first months of their marriage in the house is in his mind. She is so young, her skin is almost transparent. He feels on his lips the kisses she gave him in every room. He hears her night love sighs. He keeps on going down with a slow, careful pace. There she is in their bed with their baby son, tired but happy. He hears her gurgling laugh. Every step is an image. His whole life is passing in front of him, frame by frame. His life in this house. Back then when the boy hit himself at the corner of the bed and they rushed him for stitches at the head, the night when his father died and he drank himself out for consolation, the endless boring weekends at his parents’ in-law for dinner. When the boy, in the army, returned home with days off and entered the house in his uniform. In every step there is emotion. He is reliving everything. It passes through his eyes. He has to stand in every step, hold his breath and get some strength.  The further down he goes, the more the steps become. He is descending but still remains at the same spot. He is watching the nights when he takes a look at her body on their bed. It has grown large, not seductive any more. It has become the body of habit. The caresses are mechanical, silent. Their son comes for dinner after his marriage, every now and then at the weekends. He feels his young bride’s awkwardness who is trying to speak in Greek. His wife’s medical tests are not good. Attacking cancer. He is now trying to go up. He doesn’t care anymore to see the end of the staircase. He already knows. It doesn’t lead anywhere. Only back in time, in nostalgia and remembrance. 
He clenches his hands on the bars. They come back home after the hospital treatment. They don’t talk about it too much but it is there. At nights, he caresses her aged hands, he returns to this body that he loves and he knows that it will be with him just for a while. He returns to that morning when he finds her with her eyes open staring at the ceiling that needs painting. That too is old, just like everything else in the house. He sits on a step. His son is leaving for England for some kind of future, far away from here. Tears are rolling from his eyes. He takes off his glasses. He sees all those nights that he is alone, thinking of his life, how he spent it, how it was given to him and what there is left of it. A silent, pointless cry.





Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΟ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Είχε περάσει πάρα πολλά βράδια σκέψης και μελέτης. Είχε καταστρώσει τόσα σχέδια. Έκανε μαθηματικές πράξεις με ό,τι είχε μάθει στο σχολείο μέχρι τότε. Χρησιμοποιούσε όλα τα όργανα που είχε από χάρακα μέχρι μοιρογνωμόνιο. Προσπαθούσε να υπολογίσει, να μετρήσει, να φτιάξει ένα χάρτη, να φτιάξει μια λίστα με τα υλικά που θα χρειαζόταν. Το πλάνο ήταν παράτολμο, απαιτούσε την ύψιστη συγκέντρωση και προσοχή, αλλά όταν θα το πετύχαινε θα ήταν το μεγαλύτερό του κατόρθωμα. Οι φίλοι του θα τον θαύμαζαν και θα μιλούσαν για αυτόν με σεβασμό, η δασκάλα του θα τον σήκωνε να μιλήσει στην τάξη, τα κορίτσια και ειδικά η Λουΐζα με τις φακίδες θα τον σκέφτονταν αλλά το πιο σημαντικό θα ήταν ότι εκείνη θα τον αγκάλιαζε και θα ένιωθε περήφανη για αυτόν. Θα τη φώναζε από το διπλανό δωμάτιο ή ίσως από την κουζίνα που θα ήταν με την ποδιά της και θα της το έδειχνε. Θα ήταν το μοναδικό παιδί που είχε παγιδεύσει ένα σύννεφο στο δωμάτιό του. Και η μαμά του θα σάστιζε αλλά ίσως μετά από λίγο να πήγαινε στο δωμάτιό της και να άφηνε ένα δάκρυ να κυλήσει από συγκίνηση όπως τότε στην πρωτοχρονιάτικη γιορτή στο σχολείο που μπέρδεψε τα λόγια του στο ποίημα που έλεγε.
Είχε σκεφτεί ότι θα το έβγαζε φωτογραφία. Ο μπαμπάς του είχε τη φωτογραφική μηχανή στο συρτάρι του. Ήξερε πώς να τη χρησιμοποιεί. Θα έκλεινε το παράθυρο να μη φύγει. Αυτό θα έκανε πρώτα και μετά θα το έβγαζε φωτογραφία. Θα καθόταν μαζί του να δει από τι είναι φτιαγμένο. Θα έβαζε λίγο από την ουρά του σε ένα βαζάκι. Έτσι για να το θυμάται αλλά και για να μπορεί να το μελετήσει. Μοιάζει άραγε με βαμβάκι; Θα διαλυθεί όταν το αγγίξει; Θα πρέπει να το βάλει στο ψυγείο το βαζάκι για να προσεγγίσει τη θερμοκρασία του ουρανού; Κι αν έκανε λάθος; Και πάλι το να μπει στο ψυγείο του φαινόταν σωστό. Θα έμενε μαζί του και ίσως έβρισκε μια φόρμουλα να το κρατήσει για πάντα κοντά του, να μεγαλώνει μαζί του, να αλλάζει σχήματα όπως εκείνος θα αλλάζει διαθέσεις. Προς το παρόν όμως έπρεπε να βρει τρόπο να το κατεβάσει από εκεί ψηλά. Δεν ήθελε να ρωτήσει τους μεγάλους για βοήθεια. Θα τον κορόιδευαν και όταν θα ερχόταν εκείνη η ώρα ήθελε να το έχει καταφέρει μόνος του.
Προσπαθούσε να το πιάσει κάθε μεσημέρι που όλοι κοιμούνταν στο σπίτι. Μέχρι να ανοίξουν τα σχολεία έπρεπε να βρει έναν τρόπο. Αλλά το καλοκαίρι τελείωνε και εκείνος ακόμα δεν τα είχε καταφέρει. Προσπάθησε να το τραβήξει με τα μαγνητάκια που είχαν στο ψυγείο και είχαν κολλημένες τις φωτογραφίες του και τις ζωγραφιές του. Δεν ήρθε. Προσπάθησε να το εγκλωβίσει με τη σκιά του και ζωγράφισε το είδωλό του στο σεντόνι του κάτω στην αυλή. Το είχε διαβάσει σε ένα βιβλίο και πίστεψε ότι θα έπιανε.  Η μαμά του τον μάλωσε πολύ για αυτήν την απερισκεψία. Έφτιαξε ένα χάρτη για να του ανοίξει δρόμο. Αλλά δεν ερχόταν με τίποτα. Άλλαζε μορφή και έτρεχε.
Την τελευταία μέρα το πήρε απόφαση. Στάθηκε στο παράθυρό του και το κοίταζε επίμονα. Ένιωθε ότι είχε αποτύχει. Ήταν πολύ μικρός ακόμα για να τα καταφέρει. Δεν είχε τις γνώσεις. Ίσως φέτος που θα μάθαιναν τα κλάσματα μπορεί να τον βοηθούσαν αλλά θα χανόταν και πάλι ο καιρός. Και τώρα το σύννεφο περνούσε αργά από την αυλή του σπιτιού του. Τόσο λευκό, τόσο παιχνιδιάρικο, τόσο αθώο, το ένιωθε δικό του. Η στιγμή ήταν δική του. Και καθώς το κοίταζε του μίλησε. Του μίλησε πολύ τρυφερά για όλο το καλοκαίρι που προσπαθεί να το φέρει κοντά του αλλά δεν τα καταφέρνει γιατί είναι μικρούλης. Του μίλησε για τη μαμά του και για τη Λουΐζα, τη δασκάλα του και τους συμμαθητές του και το ρώτησε αν είναι καλή ιδέα να διατηρήσει ένα μέρος του στο ψυγείο. Οι λέξεις έβγαιναν με δύναμη, σχημάτιζαν προτάσεις και έννοιες όλο αλήθεια. Σαν να έφευγε ένα μεγάλο βάρος από πάνω του για το μυστικό που κρατούσε και δεν μπορούσε να το φέρει εις πέρας. Σαν να το μαρτυρούσε μόνο σε εκείνο που έριχνε τη σκιά του στον κήπο, που είχε σχεδόν ακινητοποιηθεί λες και τον άκουγε. Και για μια στιγμή το ένιωσε ότι τον άκουγε. Ήθελε να τα ακούσει όλα και μετά να φύγει. Μήπως του έκανε και το χατίρι και κατέβαινε λίγο πιο χαμηλά για να το αγγίξει μόνο; Δε θα το έκλεινε στο δωμάτιό του, του το υποσχέθηκε.
Δεν ήξερε τι θα συνέβαινε τα υπόλοιπα καλοκαίρια της ζωής του και σίγουρα μπορεί να ξέχναγε πολλές στιγμές τους με τα χρόνια. Μπορεί τότε να καταλάβαινε ότι τα σύννεφα δεν παγιδεύονται στα παιδικά δωμάτια, είναι μια άπιαστη εικόνα για όταν σηκώνεις το κεφάλι ψηλά και βλέπεις τον ουρανό. Σίγουρα θα ξέχναγε τις φακίδες της Λουΐζας και τη φωτογραφική μηχανή του πατέρα του. Όμως ήταν σίγουρος ότι θα θυμόταν για πάντα αυτή τη σκηνή στο παράθυρό του. Εκείνο το καλοκαίρι που προσπαθούσε να στρώσει το πρώτο του μεγάλο σχέδιο για τη ζωή. Σε εκείνο το δωμάτιο που τώρα του φαινόταν μεγάλο και σε λίγα χρόνια θα τον έπνιγε. Θα θυμόταν για πάντα αυτήν τη στιγμή που μίλησε τόσο ζεστά και αληθινά με κάτι τόσο φευγάτο και για ένα λεπτό πίστεψε ότι μπορεί και να τα κατάφερνε. Θα θυμόταν για πάντα αυτή τη στιγμή για την ελπίδα που είχε μέσα του και για εκείνη τη φλόγα που τρεμόπαιξε. Για όσο κρατάει η εικόνα ενός σύννεφου σε μια αυλή.


THE CLOUD IN THE ROOM


He had spent too many nights of thought and study. He had made too many plans. He tried mathematical calculations with what he had learned at school by then. He used all the instruments he had from ruler to protractor. He tried to calculate, measure, make a map, make a list with all the materials that he would need. The plan was risky, demanded the highest degree of concentration and attention but when achieved it would be his greatest accomplishment. His friends would admire him and talk about him with respect, his teacher would make him speak in class. Girls and especially Louisa with her freckles would think of him but the most important of all would be that she would embrace him and feel proud of him. He would call her from the room next door or maybe the kitchen where she would be in her apron and he would show it to her. He would be the only kid having trapped a cloud in his room. His mom would be surprised but maybe after a while she would go to her room and let a tear roll down her cheek in deep sentimental mood. Just like when he had his New Year’s Eve celebration at school and he got confused with the poem’s lines he was saying.
He had though that he would take a picture. His dad had the camera in his drawer. He knew how to use it. He would close the window so that it wouldn’t leave. That would be the first thing he would do and then take a picture. He would sit with it and see what it was made of. He would put a bit of its tail in a jar just to remember and study it. Does it look like cotton? Will it dissolve when touched? Will he have to put the jar in the refrigerator to reach the temperature of the sky? And what if he was wrong? Still to put it in the fridge seemed right. He would stay with it and he might find a formula to keep it with him forever, to grow up with him, to change shapes like he will change moods. In the meantime however, he had to take it down from the sky. He didn’t want to ask the adults for help. They would taunt him and when time would come he would like to have done it all by himself.

He tried to catch it every afternoon when everyone was asleep in the house. He had to find a way until the opening of the school but the summer was ending and he still hadn’t worked it out. He tried to pull it with the magnets that they had on the fridge with his photos and drawings on. It didn’t come. He tried to trap it with its shadow and he drew its idol on a sheet on the courtyard. He had read it in a book and believed that it would work. His mom scolded him so much for this thoughtlessness. He made a map to open up a road for it but it didn’t come. No matter which method used. It changed its form and ran away.
The last day he made his decision. He stood at his window and stared at it. He felt that he had failed. He was still too young to make it without the proper knowledge. Maybe this year when they would study the fractions could be useful but still a lot of time would be wasted. And now the cloud was passing slowly from the courtyard of his house. So white, so playful, so innocent. He felt it his own. The moment was his. He talked to it as he watched it. He talked tenderly about his efforts during the summer to bring it down in vain because he is so small. He talked about his mom and Louisa, his teacher and his classmates and he asked if it would be a good idea to keep a part of it in the fridge. The words came out strongly, forming sentences and meanings full of truth. It was as if a huge weight left him for the secret he kept and couldn’t complete. It was as if he whispered it only to the cloud that had almost stopped moving and listened to him, throwing its shadow to the garden. And for a moment he felt that it listened. He wanted it to hear everything and then leave. Would it make him a favor and lower a bit just to touch it? He wouldn’t shut it in the room, he promised.
He didn’t know what would happen during the summers of the rest of his life and he would surely forget many moments through the years. He would then understand that clouds cannot be trapped in children’s rooms, an elusive image when you lift your head and see the sky. He would definitely forget Louisa’s freckles and his father’s camera. But he was certain that he would always remember this scene by the window that summer when he was trying to pull his first major plan in life. In that room that now seemed large and in a few years it would struggle him. He would always remember the moment he spoke in such a true and warm way with something so faint. For a minute there he almost believed that he could make it happen. He would always remember that moment for the hope within and for that sparkle flickering. For as long as the image of a cloud in a courtyard lasts.

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΚΑΣΣΙΟΠΗ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΓΑΤΩΝ





Ήταν ξαπλωμένη νωχελικά στο λιμάνι. Στη θέση της. Άραζε στα μπλεγμένα δίχτυα του το ξημέρωμα όταν γύριζε από το ψάρεμα. Κάποιες φορές είχε τρυπώσει και στη βάρκα αλλά δεν την κατάλαβε ή έκανε ότι δεν την κατάλαβε. Ήταν η μοναδική μαύρη γάτα του νησιού. Η δική της ουρά ξεχώριζε ανάμεσα στις εκατοντάδες άλλες. Και ήταν κάτι αυτό όταν οι γάτες ήταν κατά πολύ περισσότερες από τους μόνιμους κατοίκους, ψαράδες ως επί το πλείστον που τις σέβονταν και τις θεωρούσαν σχεδόν ιερές, δυνατές, με τη γνώση του σύμπαντος στο βλέμμα τους. Η ίδια ήταν η πιο απόμακρη και μυστήρια. Η πιο άγρια και ατίθαση. Τόσο σκοτεινή όσο η νύχτα . Για αυτό και της άρεσε και τόσο. Τα πρωινά πάντα λιαζόταν και κοιμόταν κοντά στη βάρκα του. Το σούρουπο σαν να ξυπνούσε και ρουφούσε όλη την ενέργεια. Ήταν έτοιμη για αλητείες. Θα εξαφανιζόταν για λίγο στο λόφο αλλά θα γύριζε πίσω για να είναι κοντά του. Σαν ερωτευμένη μαθητριούλα θα του νιαούριζε και θα τριβόταν στα πόδια του όταν έκανε ένα τσιγάρο και έβλεπε τα άστρα. Κι εκείνος λάτρευε το νυχτερινό ουρανό και τον χάζευε με τις ώρες. Της είχε δώσει το όνομα Κασσιόπη ένα βράδυ που τα ζιγκ ζαγκ που έκανε η γάτα κυνηγώντας ένα μεγάλο κουνούπι έμοιαζαν με το σχήμα του αστερισμού. Τον κοίταζε πάντα με το ανέκφραστο βλέμμα της αλλά εκείνος έβλεπε όλη την τρυφεράδα της.
Κανέναν άλλο δεν πλησίαζε στο νησί. Έβγαζε τα νύχια της και όλη της την επιθετικότητα. Το περίεργο ήταν ότι ούτε οι υπόλοιπες γάτες της έδιναν σημασία. Κρατούσαν μια απόσταση από αυτή λες και τη φοβούνταν. Καθώς μεγάλωνε η εικόνα αυτή παραξένεψε και τους κατοίκους που τη θεωρούσαν αντί για καλότυχη και πηγή ευημερίας όπως τις υπόλοιπες , κατάρα και σημάδι συμφοράς. Μόνο σε εκείνον ηρεμούσε και καθόταν να της χαϊδέψει το κεφάλι και να παίξει με την ουρά της. Κι ήταν ο μόνος που της έδινε από την ψαριά του. Ο μόνος που νοιαζόταν για την Κασσιόπη. Ο μόνος που την υπερασπιζόταν όταν ξεκίνησαν να ζωγραφίζουν τις πόρτες των σπιτιών τους λευκές για να αντισταθούν στη δύναμή της. Ο μόνος που τους μάλωνε όταν μαζεύονταν στο λιμάνι για να δουν τι θα κάνουν αφού δεν μπορούσαν να τη διώξουν από το νησί. Τα έβαζε μαζί τους για την αδικαιολόγητη στάση τους. «Δεν είναι παρά μια γάτα, ηρεμήστε. Όπως φροντίζετε τις άλλες θα φροντίζετε κι αυτήν», φώναζε να ακουστεί η φωνή του. Συνήθως την έπνιγαν η δική τους αγανάκτηση και θυμός. Και ο καιρός περνούσε. Και σταμάτησαν να του μιλάνε. Τον έβαλαν σε μια απομόνωση κοινωνική. Και η Κασσιόπη γινόταν όλο και πιο ψυχρή. Σαν να καταλάβαινε ότι όλοι τη μισούσαν όλο και περισσότερο. Είχε γίνει από αδιάφορη επιθετική και σε ανθρώπους και σε γάτες. Το σώμα της ήταν γεμάτο σημάδια κάθε μέρα από τους καβγάδες και το κυνηγητό. Στο λιμάνι κοντά του ήταν η μόνη παρηγοριά και γαλήνη της. Ένιωθε ασφάλεια και εκείνος το θεωρούσε καθήκον του πλέον να την προστατέψει. Οι δυο τους με ένα μυστικό κώδικα επικοινωνίας ενάντια στην παράνοια και τη βλακεία.
Το καλοκαίρι πέρασε με τους δυο τους να είναι πλέον σαν απειλή. Τον απέφευγαν. Κάποιοι είχαν γράψει βρισιές και απειλές στη βάρκα του αλλά τις είχε περάσει με μπογιά την επόμενη μέρα. Συσπειρωμένοι στη βάρκα του , στο ψάρεμα, στα δίχτυα του, στο μικρόκοσμό του όπου κανείς δεν μπορούσε να εισχωρήσει παρά μόνο με λόγια που φρόντιζε να σβήνει. Προσπαθούσε να μην αφήνει σημάδια πίσω του. Πέρασε έτσι κι ο χειμώνας με μια ένταση που με ένα μαγικό τρόπο σταμάτησε στις αρχές της άνοιξης. Τους άφησαν στην ησυχία τους. Στην απομόνωση αλλά κανείς δεν τους ενόχλησε. Τον έβλεπαν στην αγορά και άλλαζαν δρόμο, τον απέφευγαν, ο ίδιος γινόταν πιο ψυχρός και πιο άγριος από τη γάτα του. Η Κασσιόπη πλέον δεν έφευγε από δίπλα του, τον ακολουθούσε παντού και έμενε στη βάρκα του συνέχεια. Είχε μεταμορφωθεί σε μια γάτα φοβισμένη και αδύναμη.
Η επίθεση έγινε ξαφνικά το ξημέρωμα. Σκιές φάνηκαν στο λιμάνι , βήματα προσεκτικά, μετρημένα, κάτι που γυάλισε και έμοιαζε με μαχαίρι, μια κραυγή που την πήρε ο πρωινός άνεμος, η επίθεση της Κασσιόπης με τα νύχια της και τα νιαουρίσματά της που ξεσήκωσαν τον τόπο μέχρι που σίγασαν κι αυτά, φλόγες που τύλιξαν τη βάρκα, το τρέξιμο των σκιών τώρα να γίνεται απροκάλυπτα προς όλες τις κατευθύνσεις, σιωπή μετά που κάλυπτε τα πάντα. Μόνο οι φλόγες ακούγονταν να γλείφουν το σαπισμένο σκαρί μέχρι που σώπασαν κι αυτές.
Το νησί των γατών συνέχισε από κει που είχε μείνει, με τη φροντίδα των αναρίθμητων μελών της που φέρνουν καλοτυχία και πλούτη στους ψαράδες. Η Κασσιόπη δεν αναφερόταν ποτέ. Ήταν ένας αστερισμός που μπορούσες να διακρίνεις στον ουρανό με λίγη προσπάθεια. Τίποτε άλλο.

CASSIOPEIA IN THE ISLAND OF CATS



She was lying lazily at the harbor, her favorite spot. She used to lie down on his tangled nets at dawn when he got back from fishing. She sometimes hid in the boat but he didn’t see her or pretended not to have seen her. She was the only black cat of the island. Her tail made the difference among the other hundreds. It was really something when the cats outnumbered the residents, fishermen the most, who respected them and thought they were almost holy, strong, with the knowledge of the universe in their look. She was the most distant and mysterious, wild and untamed, dark as the night. That’s why she liked it that much. She used to catch the sun in the morning and sleep by his boat. At dusk it was as if she woke up and sucked all the energy, ready for strolling. She would get lost up in the hill but she would get back just to be with him, like a schoolgirl in love she would meow and rub on his feet while he smoked and watched the stars. Ηe loved the night sky and he would gaze it  for hours. He named her Cassiopeia one night after the numerous zig-zags that the cat made while chasing a large mosquito which looked like the constellation. She always looked at him in an inexpressible look but he always found all the tenderness in it. 
She approached no one else on the island. She showed them all her nails and her aggressiveness. The strange thing was that the other cats of the island paid no attention to her either. They kept a distance as if they were afraid of her. It was that thing that surprised the locals and started thinking of her as a curse and a sign of bad luck instead of well-being and wealth as the rest of the cats. She would stay calm to be caressed on the head and on the tail only in his lap. He was the only one to feed her from the fish he caught.  The only one to care for Cassiopeia, to defend her when the others started drawing the doors of their houses white just to resist her power, the only one who scolded them when they gathered at the port to see what they would do since they couldn’t get her off the island. He was furious at them for their unreasonable attitude. «She’s no more than a cat, calm down. As you take care of the others, you will take care of her as well » he shouted for his voice to be heard. It was usually drowned by their indignation and anger. As time passed the locals stopped talking to him, they put him in a social isolation. Cassiopeia was turning into a cold creature as if she understood that everyone hated her more and more each day. She had became aggressive to people and cats from indifferent. Her body was full of scars from every day fights and chase. Her only consolation and serenity was near him at the harbor. She felt secure and he now considered it his duty to protect her. The two of them with a secret communication code against insanity and stupidity.
The summer passed with the two of them being a threat. They avoided him. Some had written threats and insults on his boat but he had painted them the next day. Bonded in his boat, during fishing, at his nets, in his microcosm where no one could enter but with words that he managed to erase. He tried not to leave marks behind. Winter passed with an intensity that magically stopped in early spring. They left them alone, nobody bothered them. They saw him in the market and changed their way and he became colder and wilder than his cat. Cassiopeia no longer left by his side, followed him everywhere and stayed in his boat all the time. She had transformed into a scared and weak cat.
The attack took place suddenly at dawn. There were shadows at the harbor, careful steps, measured, something shining and looking like a knife, a cry taken by the morning breeze, Cassiopeia’s attack with her claws and miaows that rouse the place but soon got muted, flames wrapping the boat, shadows now openly running in all directions and then silence covering everything. Only the flames licking the rotten hull could be heard until they were silent.
The cat island continued from that point on with the care of the innumerable members that bring good luck and fortune to the fishermen.  Cassiopeia was never mentioned. She was a constellation in the sky you could see with a little bit of effort.  Nothing more.  

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

ΦΑΜΑΝΤΙΧΑΝΑ

Ζούσαν στο πέτρινο σπίτι στην άκρη του νησιού. Κανείς δεν τους είχε επισκεφτεί ποτέ. Όλοι μιλούσαν για τους δύο ηλικιωμένους περίεργους άντρες με φόβο. Ψηλοί, αδύνατοι, ανέκφραστοι, γεμάτοι μυστικά. Τα δύο αδέρφια που δε μιλούσαν σε κανέναν και όμως πάντα τάιζαν τις μικρές γάτες που ζούσαν στα σκαλιά του σπιτιού τους και χάζευαν με τις ώρες τα σύννεφα. Στην αγορά όταν τους συναντούσαν, χαμήλωναν το βλέμμα. Έβγαζαν μια σιωπηλή, αόρατη απειλή. Όσο χρόνο είχαν διανύσει στη ζωή άλλο τόσο είχε διανύσει και το σπίτι. Όσο αφιλόξενοι ήταν οι δυο τους άλλο τόσο ήταν και το σπίτι αυτό. Ψυχρό, με την άγρια θάλασσα να το γλύφει σχεδόν και τον αέρα να το τιμωρεί. Ήμουν πιτσιρίκος τότε και θυμάμαι όλες τις ιστορίες που έλεγαν για αυτούς. Ότι είχαν έρθει από πολύ μακριά, ότι μιλούσαν με τις γάτες τους, ότι ήταν πολύ πλούσιοι, ότι έκρυβαν χρυσές λίρες σε ένα μεγάλο μπαούλο στον πάτο της θάλασσας κοντά στο σπίτι, ότι μιλούσαν μια άγνωστη γλώσσα και η λίστα με τα περίεργα και τα παράξενα δεν τελείωνε. Τώρα που έχω μεγαλώσει κι εγώ κι έχω φτάσει την ηλικία τους σίγουρα υπερέβαλλαν και λίγο και τα φούσκωναν. Ή μπορεί και όχι.
Εκείνο το καλοκαίρι ήταν πολύ δροσερό. Τα απογεύματα κατέβαινα στην παραλία και έπαιζα μόνος μου. Ο δρόμος με τραβούσε πάντα κοντά στο πέτρινο σπίτι. 
Κάθε φορά το απέφευγα και άλλαζα δρόμο. Όχι όμως αποτελεσματικά. Δεν μπορούσα να αντισταθώ.Ήταν η στιγμή τόσο δυνατή. Με τραβούσε σα μαγνήτης ενώ η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Ήξερα ότι κάνω κάτι λάθος και θα με τιμωρούσαν οι γονείς μου αν το μάθαιναν. Άκουγα τον αέρα να σφυρίζει, τις γάτες να νιαουρίζουν με ευχαρίστηση στα σκαλιά, το κύμα να χτυπάει απαλά το βράχο. Είχα φτάσει στην πόρτα τους σχεδόν. Τα παράθυρα ήταν μισάνοιχτα. Μια ηρεμία στο τοπίο που όμως δε με γαλήνευε. Σαν να προσπαθούσαν τα πάντα να με καθησυχάσουν ενώ τα πάντα μέσα μου ένιωθαν το κακό. Άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά που οδηγούσαν στο σπίτι. Μέτρησα περίπου δώδεκα γάτες που γουργούριζαν και με κοίταζαν στα μάτια χωρίς να μετακινηθούν. Με παρακολουθούσαν μέχρι που έφτασα στην πόρτα. Η παιδική μου περιέργεια με οδηγούσε και με έσπρωχνε να μπω σε ένα ξένο σπίτι μόνο και μόνο να το ανακαλύψω.
Η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη. Μπήκα χωρίς δεύτερη σκέψη. Έμπαινε λίγο φως από τα παράθυρα. Υπήρχε μόνο ένα δωμάτιο και αυτό ήταν άδειο. Ένας χώρος κενός που φιλοξενούσε δύο ηλικιωμένους άντρες. Μόνο μια παλιά ταπετσαρία με λουλούδια υπήρχε στους τοίχους. Πώς ήταν δυνατόν; Πώς ζούσαν χωρίς τίποτα; Η ανάσα μου έβγαινε με δυσκολία. Ήταν η στιγμή που έπρεπε να φύγω τρέχοντας. Πάγωσα καθώς γύρισα προς την πόρτα. Ήταν εκεί. Στέκονταν ακίνητοι πίσω από την πόρτα. Δύο ψιλόλιγνες φιγούρες που με κοίταζαν στα μάτια χωρίς να κλείνουν τα βλέφαρά τους. Χωρίς να με μαλώνουν που είχα μπει σαν τον κλέφτη στο σπιτικό τους. Ένιωθα τα πόδια μου ριζωμένα στο ξύλινο πάτωμά τους και μια φωνή από τα σωθικά μου έτοιμη να βγει αλλά ένα βάρος να την κρατάει μέσα, να την πνίγει. Πέρασε τουλάχιστον μια αιωνιότητα μέχρι να με πλησιάσουν. Το βήμα τους ήταν σχεδόν συγχρονισμένο. Με κοιτούσαν στα μάτια με ένα κενό βλέμμα που δε φανέρωνε τίποτα. Η απόσταση μεταξύ μας μίκραινε. Σχεδόν μπορούσαν να με αρπάξουν από το γιακά όταν σταμάτησαν μπροστά μου. Άνοιξαν το στόμα τους και ξεχύθηκαν δεκάδες μικρά φίδια που έπεσαν στο πάτωμα και άρχισαν να κουλουριάζονται.
Βρήκα τη δύναμη να το βάλω στα πόδια ουρλιάζοντας, προσπαθώντας να διώξω με τα χέρια μου όσα είχαν ανέβει πάνω μου. Τώρα που το ξαναφέρνω στο μυαλό μου ίσως να μην είχε σκαρφαλώσει κανένα αλλά να τα ένιωθα να με αγγίζουν. Κατέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά και σταμάτησα μόνο όταν είχα φτάσει κοντά στο σπίτι μου. Δε γύρισα ποτέ να κοιτάξω αν με είχαν ακολουθήσει. Δεν είπα ποτέ σε κανέναν τίποτα. Δε θα πίστευαν ένα δεκάχρονο αγόρι. Τις επόμενες μέρες δε βγήκα από το σπίτι. Πίστευα ότι θα με έψαχναν να με τιμωρήσουν. Με το δικό τους τρόπο. Το καλοκαίρι εκείνο το θυμάμαι ακόμα για τους εφιάλτες που έβλεπα. Άρχισα να βρέχω το κρεβάτι μου πάλι σα μωρό. Δεν ξαναπήγα στο νησί. Ήρθα μόνο τώρα που πλέον χρειάζομαι το μπαστούνι για να κάνω έναν περίπατο στην παραλία. Οι εφιάλτες με έχουν ήδη επισκεφθεί.




FAMADIHANA


They lived in the stone house at the edge of the island. No one had ever visited them. Everyone spoke of the two elderly weird men in fear. Tall, thin, unexpressed, full of secrets. The two brothers that never spoke to anyone but they always fed the small cats living on theirs stairs and gazed at the clouds. When they met them at the market they always lowered their gaze. They exuded a quiet, invisible threat. Their house was as old and as hostile as they were. Cold, with the wild sea almost licking it and the wind punishing it. I was a small boy back then but I still remember all the stories told about them. They had come from far away, they talked to their cats, they were very rich, they hid gold coins in a big trunk at the bottom of the sea near the house, they spoke an unknown language. The list with all the weird things had no end. Now that I am old enough and have reached their age feel that they exaggerated for sure. Or maybe not.
That summer was very cool. I used to go to the beach and play in the afternoons all by myself. The road was always pulling me near the stone house.

I tried to avoid it and change my way every time. Not effectively enough. I couldn’t resist. The moment was so strong. It pulled me like a magnet and my heart was beating like a drum. I knew I was doing something wrong and my parents were definitely going to punish me once they found out. I heard the wind whistling, the cats meow with pleasure on the stairs, the waves pounding the rocks. I was almost at their door. The windows were half open. There was serenity in the landscape but it didn’t easy my worries. It was as if everything was trying to calm me when I could feel the evil deep inside. I went up the stairs leading to the house. I counted about twelve cats purring that looked straight into my eyes without a blink. They watched me till I reached the door. My childish curiosity drove me and urged me to enter a stranger’s house only to search and discover it.
The door was unlocked. I got in without a second thought. Rays of light from the window entered the room. There was only one room and that was empty. A vacant space for two elderly men. There was only an old wallpaper with flowers. How was that possible? How could they live with nothing? I could hardly breathe. It was the right time to start running. I froze as I turned for the door. They were there. They stood still behind the door. Two tall and thin figures staring at me without a blink, without even shouting that I had broken and entered in their house. I felt as if my feet had roots in the floor and a voice was about to come out from my inner self but something was holding it back. At least an eternity passed until they reached me. Their pace was almost synchronized. They had an empty look that didn’t express anything. The distance between us grew smaller. They could almost grab me from the collar when they stopped in front of me. They opened their mouths and many snakes burst out and fell on the floor writhing.
I finally found the strength to run screaming, trying to remove with my hands the ones that had climbed on my back. Now that I recall it I don’t think that any snake was on me but I sure felt like it. I ran down the stairs and I stopped only when I got close to my home. I never turned around to see if they were following me. Never told a word to anyone, they would never believe a ten year old boy. For the next days I stayed indoors, imagining that they would look for me in order to punish me in their own way. I vividly remember that summer for all the nightmares I had. I even started to wet my bed again. Never returned to the island until now that I need a cane to go for a walk on the beach. The nightmares have returned.


Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΚΕΛΥΦΟΣ

Ο απέναντι κάθεται στο παράθυρο και χαζεύει έξω. Όποια ώρα και να κοιτάξω θα έχει το ίδιο απλανές βλέμμα που χάνεται στον ακάλυπτο. Φοράει το ίδιο λευκό φανελάκι που αφήνει τους γέρικους ώμους του ακάλυπτους για να δροσίζεται. Καρφώνει κάπου το βλέμμα του και το αφήνει εκεί για ώρες. Πάνω στο ίδιο στατικό σημείο, που μπορεί να είναι τα κάγκελα, ένα περιστέρι, η υγρασία στον τοίχο, η γλάστρα προβάλλονται οι δικές του εικόνες, οι δικές του σκέψεις. Ότι ώρα και να ανοίξω την κουρτίνα μου θα τον δω εκεί. Στο απέναντι παράθυρο, με το ίδιο αμήχανο βλέμμα. Κάθομαι στο κρεβάτι μου. Είναι πολύ πρωί ακόμα, τώρα χαράζει. Είναι το τρίτο βράδυ που δεν μπορώ να κοιμηθώ. Στριφογυρίζω στο κρεβάτι σαν έντομο που το βασανίζουν παιδιά σε αλάνες. Με πνίγει η ζέστη, η άπνοια, τα προβλήματα, οι λογαριασμοί που δεν έχουν μείνει στην πόρτα αλλά έχουν τρυπώσει με θράσος. Αφήνω το παράθυρο ανοιχτό να μπαίνει το πρώτο φως μέσα στο δωμάτιο. Μέσα στη φωλιά μου. Σε ένα κέλυφος ασφαλείας που έχω δημιουργήσει πλασματικά για να μπορώ να αντιμετωπίζω την πραγματικότητα. Ένα κέλυφος γέρικο. Ένα σπίτι παλιό, σαν το γέρικο σώμα του απέναντι. Και όπως εκείνος κοιτάζει έξω από το παράθυρο, έτσι και το σπίτι αυτό κοιτάζει εμένα. Είναι ζωντανό. Οι τοίχοι με την ταλαιπωρημένη ταπετσαρία με παρακολουθούν μέσα από τα κομμάτια που τους λείπουν, ο ήχος που κάνει το ψυγείο είναι σαν μια ρυθμική αναπνοή με δυσκολίες, το κρεβάτι που τρίζει σε κάθε μου κίνηση είναι σαν να μου θυμίζει ότι δεν είμαι μόνος μου, το καζανάκι που έχει χαλάσει και στάζει, η αποπνικτική ζέστη που βγαίνει από κάθε πλακάκι σαν να δηλώνει ότι υπάρχει κι άλλο ένα σώμα μαζί μου με τις ίδιες ανάγκες και τις ίδιες φθορές. Δεν αντέχει τη ζέστη που πυρώνει τα πάντα. Η φωλιά μου είναι σαν ένας ζωντανός οργανισμός με έναν αδύναμο παλμό που ζορίζεται από το καυτό καλοκαίρι στην Αθήνα. Άλλο ένα καλοκαίρι στην πόλη. Κλείνομαι στο κέλυφός μου για να νιώσω σχεδόν την ασφάλεια της μήτρας. Ξέρω ότι κάνει τα πάντα για να με προστατέψει. Ένας βιολογικός δεσμός με κάθε τι εδώ μέσα. Ένα κέλυφος καταφύγιο. Κάποιες φορές στέκεται περήφανα και με στηρίζει και άλλες φορές με πνίγει και με πιέζει αφόρητα. Ένας μητρικός γόρδιος δεσμός. Κι εκεί πάντα καταφεύγεις για να κρυφτείς από την αλήθεια. Ο απέναντι εξακολουθεί να κοιτάζει στο ίδιο σημείο. Ξημερώνει.

THE SHELL

The man across my flat is at the window and stares. Whenever I look he has the same vacant look lost in the urban backyard. He wears the same white athletic shirt leaving his old shoulders uncovered to get some air. He sets his eyes on something and leaves it there for hours. His own images and thoughts are projected on the same static spot which could be the railings, a dove, the humidity on the wall, the flower pot. Whenever I pull my curtain I will find him there at the opposite window with the same awkward look. I’m on my bed. It’s still dawn, too early. Third night in a row that I can’t sleep. I roll on the bed like an insect being tortured by kids playing in the fields. Heat, stillness, problems, bills that don’t stay by the door but boldly come in, they all choke me. I leave the window open for the first light of the day to get in the room, in my nest. In a safety shell that I have fictitiously created in order to deal with reality. An old shell. An old house like the old man's body across my flat.  And as he looks out of the window the house stares at me in the same way. It is alive. The walls with the worn out wallpaper are watching me through its missing pieces, the sound of the fridge is like a rhythmic respiration facing problems, the toilet flush that’s broken and is leaking, the suffocating heat coming out of each tile stating that there’s another body with me with the same needs and damages. It cannot stand the heat that melts everything. My nest is a living organism in a weak pulse finding it hard to cope with the hot summer in Athens. Another summer in the city. I am sealed in my shell and I almost feel the safety of the womb. I know that it is doing everything to protect me. A biological bond with everything inside here. A shell like a shelter that sometimes proudly stands out and supports me and other times it chokes and pushes me to a point I can’t bear. A maternal Gordian knot. The place you always run to in order to hide yourself from the truth. The man across my flat is still looking at the same spot. The sun is rising.