Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

THE FOUR LANTERNS - DEAD MAN’S HAND

«Ξέρετε, δεν είμαι και τόσο καλός στο πόκερ» απολογήθηκε ο Άστορ χαμηλόφωνα. 
«Ω, μην ανησυχείτε, αγαπητέ μου, κανείς μας δεν είναι. Η ουσία του παιχνιδιού βρίσκεται αλλού. Θα μας τιμήσει ιδιαίτερα η συμμετοχή σας» είπε ο Λουσιέ χαϊδεύοντας το μουστάκι του. 
O Άστορ είχε μία από τις γνωστές αυπνίες του εκείνο το βράδυ κι έκανε βόλτες στους χώρους του ξενοδοχείου. Βρέθηκε στην «αίθουσα της τύχης», όπως την περιέγραφε η κομψή επιγραφή στην πόρτα. Μπήκε και βρήκε μια παρέα τριών ηλικιωμένων στο τελευταίο τραπέζι ντυμένο με τσόχα στο βάθος. Τον χαιρέτησαν εγκάρδια και τον ρώτησαν με  τι ασχολείται. 
«Είμαι φυσιοδίφης και μελετάω τις μπλε πεταλούδες του Περού. Μόλις γύρισα από την τελευταία μου αποστολή κι ήρθα να ξεκουραστώ λίγες μέρες στο ξενοδοχείο.»
« Έκτακτα, σίγουρα θα έχετε να ποντάρετε πολλά στο ποτ. Θα είναι μόνο για μια παρτίδα έτσι κι αλλιώς» μίλησε με ενθουσιασμό ο Λουσιέ. Είχαν στήσει τις μάρκες τους και μιλούσαν χαλαρά μεταξύ τους. Φορούσαν σκούρα κοστούμια, καπέλα και αστραφτερά μανικετόκουμπα. Του συστήθηκαν και προσπάθησε να συγκρατήσει τα ονόματά τους. Ο πιο ξερακιανός κι ομιλητικός ήταν ο Λουσιέ, με το μουστάκι. Ο Κρετινέ φορούσε γυαλιά και ο Ζιστέν μιλούσε φωναχτά. 
«Το θέμα δεν είναι καθόλου οι κανόνες. Είμαστε σε μια ηλικία που μας διαφεύγουν και πιο σημαντικά από τους κανόνες του πόκερ. Δεν παίζουμε με χρήματα εδώ. Παίζουμε με εμπειρίες και αναμνήσεις, ανώτερα των χρημάτων. Ο Λουσιέ είναι έμπορος υφασμάτων, ο Κρετινέ ταριχευτής κι εγώ τσελίστας. Όλοι έχουμε τις ιστορίες μας.»
Ο Άστορ ένιωθε ήδη την περιέργειά του να έχει κεντριστεί και δε χρειάστηκε να το σκεφτεί και πολύ.
« Μετά χαράς θα σας συντροφεύσω απόψε» είπε και κάθισε στο τραπέζι. 
Όσους ενδοιασμούς κι αν είχε ως προς το παίξιμό του εξαφανίστηκαν στο πρώτο πεντάλεπτο. Οι συμπαίκτες του έπαιζαν νωχελικά και δε δίσταζαν να ρωτήσουν ακόμα και για συνδυασμό καρτών. Ο Κρετινέ ρώτησε, αποκαλύπτοντας δύο από τις κάρτες που κρατούσε στα χέρια του με παιδική αφέλεια, αν είχε νόημα να προσπαθήσει να φτιάξει μια σειρά με ίδια νούμερα άλλου χρώματος, προκαλώντας τα γέλια των υπολοίπων.
«Κι εγώ δεν ήμουν σίγουρος για αυτό» είπε χαχανίζοντας κι ο Ζιστέν.
Μιλούσαν για τα ταξίδια τους στο μεταξύ και μοιράστηκαν πολλές παράξενες ιστορίες που τους είχαν συμβεί. Αίσθηση έκανε ένα περιστατικό που αφηγήθηκε ο Ζιστέν. Τους μίλησε για εκείνη την μυστηριώδη γυναίκα στη Βιέννη. Είχε έρθει να τον ακούσει σε ένα κονσέρτο που έπαιζε με τη φιλαρμονική της πόλης και μόλις τελείωσε τον βρήκε δακρυσμένη. Δεν του είπε τίποτα αλλά του έσφιξε το χέρι και του έδωσε ένα σημείωμα που έγραφε ότι την είχε συγκινήσει πολύ η μουσική του, αν και κωφάλαλη. Τρεις άντρες χωρίς ίχνος υπεροψίας και ανταγωνισμού που γελούσαν με την άνεση τους και απολάμβαναν την αμοιβαία συμπάθεια που είχε δημιουργηθεί. Έμοιαζαν με αγόρια κατά τη διάρκεια μιας σκανταλιάς. Μετά το δεύτερο κονιάκ στην τραπεζαρία, όπου και γνωρίστηκαν λίγες ώρες πριν, ο Κρετινέ έριξε την ιδέα για μια παρτίδα πόκερ. Μα κανείς τους δεν ήξερε να παίζει καλά. «Δεν πειράζει αγαπητοί, ας πούμε ότι ο νικητής θα μοιραστεί την πιο ωραία του περιπέτεια που έχει ζήσει μέχρι τώρα.»
Προς το τέλος της παρτίδας, που δεν κράτησε πολύ, οι παίκτες είχαν αφοσιωθεί στα χαρτιά τους και έδειχναν συγκεντρωμένοι. Ο Ζιστέν κι ο Λουσιέ άνοιξαν από ένα ζευγάρι, ο Κρετινέ τίποτα κι ο Άστορ κέρδισε με άσους και οχτάρια. 
«Ω, τελικά αποδειχτήκατε δεινός παίκτης Άστορ! Συγχαρητήρια! Ελπίζω να έχετε καταλήξει σε μια εξαιρετική ιστορία» είπε ο Ζιστέν. 
 Ο Άστορ έβαλε το χέρι στην τσέπη του κι έβγαλε ένα μικρό κουτί. 
«Νομίζω ότι είναι καλύτερα να σας τη συστήσω» είπε και άνοιξε το κουτί. Μέσα ήταν μια τεράστια ολόλευκη πεταλούδα με τα φτερά της διπλωμένα. Έμοιαζε να κοιμάται πάνω σε ένα σύννεφο από βαμβάκι. Οι ηλικιωμένοι άντρες τη θαύμασαν.
« Αυτή είναι η πεταλούδα για την οποία ταξίδεψα στο Περού και έμεινα άγρυπνος αρκετά βράδια  στο δάσος. Οι περισσότερες του είδους της έχουν γαλάζια και μαύρα φτερά. Βραδινός τύπος, όπως εμείς τώρα, πετάει  νωχελικά στην περιοχή της, σαν να κάνει περιπολία. Την περίμενα ακίνητος. Είχαν ήδη περάσει τρεις νύχτες και δεν είχα καταφέρει να την πιάσω γιατί έκανε περίεργους ελιγμούς λες και το έκανε για να μας εντυπωσιάσει, να δούμε τι μπορούμε να κάνει. Λες και το ήξερε ότι είχα έρθει για εκείνη και προσπαθούσε να με αποφύγει, να κερδίσει λίγο χρόνο ακόμα.» 
«Μοιάζει λίγο με το παιχνίδι με το Χάρο» είπε γελώντας δυνατά ο Ζιστέν. « Όλοι το ξέρουν ότι έχει έρθει για αυτούς και προσπαθούν μάταια να του ξεφύγουν.»
«Περίεργο αυτό που είπες, φίλε μου» του είπε ο Άστορ και τον κοίταξε ερευνητικά. «Έχεις απόλυτο δίκιο, γιατί στο τέλος την έπιασα και με τη σειρά σας μπορείτε να τη θαυμάσετε απόψε. Ένα πλάσμα απόκοσμα γοητευτικό και σπάνιο.»
Οι τρεις άντρες περιεργάστηκαν την πεταλούδα για αρκετή ώρα. Τους είχε μαγνητίσει και όλοι αναφώνησαν ότι ναι άξιζε αυτή η ιστορία και ο νικητής είχε κερδίσει την εκτίμηση και το θαυμασμό τους. «Αυτή η βραδιά στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Θα έλεγα ότι ήρθε η ώρα να το διαλύσουμε και να καληνυχτιστούμε» είπε ο Λουσιέ.
«Νομίζω ότι τελικά δεν καταλάβατε και πολλά από την ιστορία με την πεταλούδα. Όσο κι αν προσπαθήσετε, είναι μάταιο να ξεφύγετε φίλοι μου» είπε ο Άστορ χωρίς να κουνηθεί καθόλου από τη θέση του σε αντίθεση με τους συμπαίκτες του που έτρεξαν προς την πόρτα που όμως βρήκαν μυστηριωδώς κλειδωμένη.
Οι καθαρίστριες το πρωί βρήκαν τους τρεις άντρες πεσμένους στο πάτωμα. Ο γιατρός ανακοίνωσε ότι ο θάνατός τους είχε έρθει αργά τη νύχτα. Η καρδιά τους πρόδωσε. Κανείς δεν είδε τον Άστορ να φεύγει από το ξενοδοχείο με τη λευκή του πεταλούδα.


THE FOUR LANTERNS - DEAD MAN’S HAND

“You see, I am not that good at poker” Astor apologized.
“Oh, do not worry about that, my dear, none of us is. The essence of the game lies somewhere else. It will be an honor if you participate” Lucier said caressing his moustache. 
Astor had one of his usual insomnias that night and he walked around the hotel. He reached the “fortune room” as it was described in the elegant inscription on the door. He got in and found three elderly men sitting on the last felt table at the back. They cordially welcomed him and asked him what he did for a living. 
“I am a naturalist and I study the blue butterflies in Peru. I just got back from my last expedition and I came to rest for a few days at the hotel.”
“Splendid, you will definitely have a lot to bet the pot. It will be just one deal” Lucier said enthusiastically. They had stacked the chips and spoke casually. They wore dark suits, hats and shiny cufflinks. They introduced themselves and he tried to remember their names. The most skinny and talkative was Lucier, with the moustache. Cretine wore glasses and Jisten talked loudly. 
“The rules are not the issue at all. We have reached an age where things far more important than poker rules are slipping away. We don’t bet money. We use experiences and memories, superior to money. Lucier is a textiles trader, Cretine is a taxidermist and I am a cellist. We all have our stories.”
Astor already felt his curiosity piqued and didn’t need to think a lot about it. 
«Ι will gladly join you tonight” he said and sat by the table.
If he had any doubts about his playing they disappeared within the first five minutes.  His poker co-players were lazy and did not hesitate to even ask the others about card combinations. Cretine asked, revealing two of the cards he held in his hand with childish naiveté if it made any sense to try to make a sequence but not all in the same suit, making the others laugh.  
“I was not sure of that either, my friends” Jisten giggled too.
In between the game they talked about their journeys and shared many weird stories that had happened to them. Jisten told a story that made an impact. He talked to them about that mysterious woman in Vienna. She had come to listen to him in a concert with the city’s philharmonic orchestra and when he finished she found him with tears in her ears. She didn’t say a word but she shook his hand and gave him a note saying that his music had moved her very much even though she was deaf-mute. Three men without any trace of arrogance and competition who laughed with their ease and enjoyed the mutual sympathy that had been developed. They looked like boys in the middle of a mischief. After the second cognac in the dining room, where they had met a few hours ago, Cretine proposed a poker game. But none of them was a good player. “It doesn’t matter gentlemen, let’s just say that the winner will get to share his greatest adventure he has experienced so far.” 
Towards the end of the game, which didn’t last long, the players were concentrated on their cards and seemed focused. Jisten and Lucien had one pair, Cretine had nothing and Astor won the game with a two- pair of aces and eights. 
“Oh, you proved yourself a great player, Astor! Congratulations! I hope you have decided which great story to share” Jisten said.
Astor put his hand in his pocket and pulled out a small box. 
“I think I’d better introduce it” he said and opened the box. Inside there was a huge white butterfly with its wings folded. It looked as if it was sleeping upon a cloud of cotton. The elderly men admired it. 
«Τhis is the butterfly for which I travelled to Peru and stayed awake for several nights in the forest. Most of this species have blue and black wings. Evening types, just like us, they fly lazily within their area, as if patrolling. I was waiting still. Three nights had passed and I still hadn’t caught it because it made strange maneuvers as if was trying to impress me, let me see what it can do. It was as if the butterfly knew that I had come for it and tried to avoid me, to save some time. 
“Ιt is like the Death game” Jisten said laughing loudly. Everyone knows that he has come for them and they try to escape in vain.”
“That is a strange thing to say, my friend” Astor told him and stared at him. “You are absolutely right because in the end I managed to catch it and now you get to admire it yourselves. A creature so rare and eerily charming.”
The three men looked at the butterfly for long. It had magnetized them and they said that this story was a fine one and the winner had gained their appreciation and admiration. “This evening was a total success. I think we should call it a night” Lucier said.
“I think you didn’t understand a thing from the story with the butterfly. No matter how hard you try, there is no way of escaping my friends” Astor said without moving while his co- players ran to the door which they found mysteriously locked. 
In the morning the cleaning ladies found the three men down on the floor. The doctor announced that their death had come late at night. Their heart had betrayed them. No one saw Astor with his white butterfly leaving the hotel.