Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2017

THE FOUR LANTERNS - ONCE A DOG

«Συγγνώμη που άργησα, αλλά δε θα πιστέψεις τι έγινε. Με δάγκωσε άνθρωπος τρία στενά πιο κάτω» είπε ο Ροζά ξέπνοα και κάθισε στο σκαμπό του μπαρ, αφήνοντας την ουρά του να κρέμεται κάτω όπως του άρεσε. Κοίταξε το ποτό του Λουκ και έκανε νόημα στον μπάρμαν να του φέρει ένα ίδιο. 
«Άνθρωπος; Καλά, πώς έγινε αυτό;» ρώτησε παραξενεμένος ο Λουκ.
Ο Ροζά έβγαλε τα τσιγάρα από την τσέπη του δερμάτινου τζάκετ του. Ήταν εμφανώς ταραγμένος. Ζούσε σε αυτή τη γειτονιά περίπου έξι μήνες. Είχε μετακομίσει από το βορά όταν έμαθε για το άνοιγμα θέσεων στο ξενοδοχείο Four Lanterns. Ήταν εξαιρετικά καλός sommelier και γι’ αυτό παράτησε τη βαρετή του δουλειά στο οινοποιείο του πατέρα του και αναζήτησε την περιπέτεια στο διάσημο ξενοδοχείο. Θα γνώριζε ενδιαφέροντες ανθρώπους και σίγουρα θα ήταν ένα δυνατό χαρτί στο βιογραφικό του. Ένα σαλούκι στο πιο παλιό και φημισμένο ξενοδοχείο της περιοχής. Γιατί όχι; Το γεγονός ότι είχε μια εξαιρετική μύτη το γνώριζε από κουτάβι και για αυτό είχε επενδύσει σε αντίστοιχες σπουδές και σεμινάρια σε όλον τον κόσμο. Το ήξερε ότι ήταν καλός. Και όντως, με το άνοιγμα του ξενοδοχείου, ο Ροζά ανέλαβε την κάβα και δεν απογοήτευσε ούτε μια στιγμή τον Ζενεβιέ που του έδειξε τυφλή εμπιστοσύνη.
Απόψε είχε ραντεβού με τον παιδικό του φίλο Λουκ, τον τραπεζίτη μπράκο ιταλιάνο που κυκλοφορούσε πάντα με κοστούμια που έραβε στον οικογενειακό τους ράφτη και εντυπωσίαζε με την κομψότητά του. Κάθονταν μαζί στο ίδιο θρανίο στα χρόνια του γυμνασίου και , αν και αργότερα χώρισαν οι δρόμοι τους, η πόλη της Μπρενανσόν τους έφερε πάλι κοντά. 
«Όπως έστριψα στην Γκρεναβιέν, ένας άνθρωπος απλά με δάγκωσε στα πλευρά μου. Σοκαρίστηκα.»
«Μα, δεν μπορεί, μήπως τον προκάλεσες;»
«Όχι, ίσα ίσα περπατούσα με την ουρά μου κατεβασμένη», είπε και ανέβασε διακριτικά το πουκάμισό του για να δει ο Λουκ το σημείο της πληγής που ήταν τώρα καλυμμένο με γάζα. «Είναι μια αψυχολόγητη συμπεριφορά».
«Αν είναι δυνατόν! Μάτωσε; Έμπηξε τα δόντια του;»
«Τα έμπηξε και με τρέλανε στον πόνο. Δεν το χωράει ο νους μου. Ήταν ένας καθωσπρέπει πενηντάρης κύριος με γυαλιά, τυλιγμένος στο παλτό του που περπατούσε αμέριμνα μέχρι την ώρα που με είδε.»
«Και τι έγινε μετά; Ήταν μόνος του; Προσφέρθηκε να σε πάει σε ένα φαρμακείο;»
«Ήταν μόνος του και όταν διασταυρώθηκαν τα βήματά μας, απλά μου όρμησε και  μετά μπήκε τρέχοντας στο πρώτο λεωφορείο που πέρασε. Ταράχτηκα πολύ, τα έχασα τελείως. Θα μπορούσα να τον κυνηγήσω ή να μυρίσω πού είναι, αλλά είπα να μη δώσω συνέχεια.»
Ο μπάρμαν άφησε το νταφρούι, εξαιρετικά αρωματικές σταγόνες όξινης βροχής παλαιωμένες σε βαρέλια με ασφόδελους, μπροστά του. Ο Ροζά πήγε να πιει μια γουλιά και το άφησε.
«Με συγχωρείς φίλε μου, μπορείς να μου φέρεις μια σόδα; Δε θα το πιω αυτό.»
Ο Λουκ τον κοίταξε με περιφρόνηση.
«Δε σε αναγνωρίζω. Σε δαγκώνει ένας άνθρωπος και το αφήνεις να περάσει έτσι; Ξεχνάς τη φύση σου; Είσαι ένα περήφανο κυνηγόσκυλο.»
«Σου εξηγώ ότι τα έχασα τελείως. Με αιφνιδίασε. Πρώτη φορά μου συμβαίνει. Πήγα στο φαρμακείο εδώ πιο κάτω και μου χτύπησαν έναν αντιτετανικό ορό και μου συνέστησαν ισχυρή αντιβίωση»
«Αντιβίωση;»
«Ναι, για αυτό καλύτερα να μην πιω αλκοόλ. Συνέστησαν την αντιβίωση για προληπτικούς λόγους και ο πιο σοβαρός είναι ο κίνδυνος υιοθέτησης ανθρώπινων χαρακτηριστικών συμπεριφοράς.»
 «Από τις πιο περίεργες ιστορίες που έχω ακούσει είναι αυτή, βρε Ροζά. Τι να πω, να προσέχεις γιατί οι άνθρωποι είναι πολύ περίεργοι τελευταία. Και πραγματικά εύχομαι με την αντιβίωση να γλίτωσες τα χειρότερα.»
Ο Λουκ άφησε το ποτήρι του στην μπάρα και χαμογέλασε πονηρά.
«Φαντάζεσαι να κόλλαγες λίγο από την έλλειψη της πίστης που έχουν οι άνθρωποι; Μπλιαχ. Δεν πιστεύουν ούτε στον ίδιο τους τον εαυτό. Καμία σχέση με εμάς, λες και δεν έχουν μάθει. Φέρονται πολύ πιο άγρια από αγέλη λύκων μεταξύ τους ώρες ώρες.»
Ο Ροζά γέλασε δυνατά και συνέχισε στο ίδιο μοτίβο, πίνοντας μια γουλιά από τη σόδα του. 

«Αυτό δεν είναι τίποτα. Για φαντάσου να κόλλαγα το τσιμπούρι της μονογαμίας;» είπε και έκλεισε το μάτι στην ξανθιά γκαρσόνα στην άκρη του μπαρ. «Ας πιούμε λοιπόν στους ανθρώπους και στις αδυναμίες τους απόψε».

THE FOUR LANTERNS - ONCE A DOG

“Sorry I am late, but you will never believe what happened. A man bit me three blocks from here” Rosa said breathless and he sat on the bar stool, letting his tail loose down as he liked. He looked at Luke’s drink and nodded at the barman to bring him the same. 
“A man? How did that happen?” Luke asked.
Rosa pulled his cigarettes of his leather jacket pocket. He was obviously upset. He lived in this neighborhood for about six months. He had moved from the north when he found out about the jobs offered in the hotel The Four Lanterns. He was a very good sommelier and that was why he left the boring job at his father’s winery and followed the adventure at the famous hotel. He would meet interesting people and it would certainly make an impact in his resume. A saluki in the oldest and most famous hotel. Why not? He knew that he had a strong nose since he was a puppy and he had invested in such studies and seminars all around the world. He knew that he was good. Indeed, when the hotel opened, Rosa took over the cellar and not for a moment did he disappoint Jenevier, who trusted him completely. 
Tonight he had an appointment with his childhood friend, Luke, the banker bracco italiano, who always wore suits from his family tailor and always impressed with his elegance. They sat side by side during the high school years and, even though their roads were parallel, the city of Brenanson united them again. 
“As I turned on Grenavien Street, a man just bit me on my side. I was shocked”.
“But that can’t be, did you provoke him?”
“No, not by any chance, I was just walking down the street keeping my tail down” he said and he discreetly lifted his shirt so that Luke could see the wound that was now covered with gauze. “It is an inexplicable behavior.”
«Unbelievable, did it bleed? Did he have his teeth deep inside?”
“Oh yes, and it hurt very much. It is unconceivable. He was a fifty year-old prim man with his glasses, wrapped in his coat carelessly walking down the street until he saw me.”
“And what happened next? Was he alone? Did he offer to take you to a pharmacy?”
“He was alone and when our steps were crossed, he just bit me and then he rushed into the first bus that passed. I was shocked. I could chase him or smell where he was, but I said to give it a rest.”
The bartender left the dafroui, extremely aromatic drops of acid rain aged in barrels with asphodels, in front of him. Rosa was about to have a sip and then he left it.
“I am sorry buddy, could you get me a soda? I won’t drink it.”
Luke looked at him with contempt. 
“I don’t recognize you. A man bites you and you just let it be? Do you forget your nature? You are a proud hound.”
“I am telling you that I completely lost it. He took me by surprise. It had never happened to me anything like that. I went to the nearest pharmacy and I received an injection of anti-tetanus serum and they prescribed strong antibiotics.”
“Antibiotics?”
“Yes, that’s why I would be better not drink any alcohol. They recommended antibiotics for precautionary reasons and the most serious is the risk of adapting human behavioral characteristics”.
“This is one of the most bizarre stories I have ever heard, Rosa. What can I say, be careful because people are very strange lately. And I really wish that with the antibiotics you put behind you all the bad things that could happen.”
Luke put his glass on the bar and smiled wickedly
“Do you imagine having caught a little bit of that lack of faith that people have? Grose! They are not like us in the slightest, as if they haven’t learned anything. Sometimes they act more savagely than a wolf herd between them. They don’t even have faith in themselves.”
Rosa laughed out loud and continued in the same mentality, having a sip of his soda.

“This is nothing compared to having caught the tick of monogamy” he said and winked at the blonde waitress at the bar. “Let’s drink to people and their weaknesses tonight.”