Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2016

LESS THAN A PEARL

    Η  Chinatsu τη βοήθησε να φορέσει τη λεπτή λευκή στολή της και τη μάσκα. Το ήξερε ότι θα τα κατάφερνε και μόνη της μια χαρά, αλλά ήθελε να δώσει έναν τόνο επισημότητας. Το πρόσταζε η μέρα. Σήμερα θα ήταν η πρώτη επίσημη βουτιά της Akiko στα παγωμένα νερά του ωκεανού. Θα ακολουθούσε την παράδοση στην οικογένεια, που μόνο γυναίκες δύτες μέτραγε πίσω της, με μοναδικό σκοπό να μαζεύουν μαργαριτάρια. Αυτές έφερναν το ψωμί στο τραπέζι, με αρκετή αλμύρα πάντα. Η εκπαίδευση θα κρατούσε αρκετά χρόνια. Το σώμα θα μάθαινε να αναπνέει από την αρχή, θα μάθαινε τα ρεύματα και τους κινδύνους. Αλλά πάνω από όλα θα μάθαινε να σέβεται τη θάλασσα, αυτό το άλλο θηλυκό, και να την υπακούει. Ακούγοντας την υγρή κι απόκοσμη ανάσα της, θα αφουγκραζόταν και τους δικούς της ταπεινούς ψιθύρους, με υπομονή. Θα μάθαινε τη δουλειά καλά, να πιάνει τα  όστρακα και να τα ρίχνει στο καλάθι που είχε κρεμασμένο στο λαιμό της. Θα την εκτελούσε με ακρίβεια και πειθαρχία.
     Στην ακτή ήταν οι δυο τους, αμίλητες, σοβαρές και φοβισμένες. Η κάθε μια για τους δικούς της λόγους. Η Chinatsu γιατί σε λίγες μέρες θα άγγιζε τα ογδόντα. Η Akiko γιατί σήμερα έκλεινε τα έντεκα. Γιαγιά και εγγονή, ίδιες σαν τις παγωμένες σταγόνες της θάλασσας στην οποία θα ρίχνονταν. Η πιτσιρίκα την περίμενε πώς και πώς αυτήν την πρώτη βουτιά με τη στολή της τόσα χρόνια, αλλά τώρα τα πόδια της έτρεμαν, όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει. Ερχόταν αντιμέτωπη με έναν άγνωστο κόσμο. Ήταν  τόσο μικρή για κάτι τόσο μεγάλο. Αντιθέτως, η ηλικιωμένη γυναίκα ήταν ταραγμένη γιατί ακριβώς τα ήξερε όλα αυτά. Άλλο ήταν αυτό που έκανε τα δικά της πόδια να τρέμουν. Δεν ήταν ο σκοτεινός βυθός αλλά ο σιωπηλός θάνατος που τον αφουγκραζόταν. Τον ένιωθε να την αγκαλιάζει και το μόνο που έλειπε ήταν να νιώσει τα σφιχτά του χέρια γύρω από το σώμα της. Αυτό τον άγνωστο κόσμο φοβόταν.  

    Χάιδεψε τρυφερά τα χέρια της Akiko και της έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Την είχε δασκαλέψει από το σπίτι να την υπακούει τυφλά σήμερα. Να τη μιμείται. Με ένα αχνό χαμόγελο η μία στην άλλη,  χάρισαν τα άνισα κορμιά τους στα παγωμένα νερά. Η Akiko πρόσμενε να βρει το πρώτο της όστρακο, φυσικά, με το μαργαριτάρι σφιχτά μέσα του. Η ανυπομονησία της νεότητας. Η Chinatsu ήθελε απλά να χαρεί τη διαδικασία, να κερδίσει λίγο χρόνο ακόμα. Η αγωνία της ωριμότητας.  Δύο γυναίκες στα βαθιά νερά του χρόνου, προσπαθώντας να βρουν το δικό τους θησαυρό για να κρατήσουν, παίζοντας το αιώνιο παιχνίδι της μοίρας, ανήμερα Πρωτοχρονιάς του σωτήριου έτους 28.

LESS THAN A PEARL

  Chinatsu helped her to wear the thin white uniform and the masc. She knew that she would handle it just fine but she wanted to give an extra tone of formality. It was appropriate for the day. Today would be Akiko’s first official dive into the cold ocean. She would follow the family tradition which had only female divers in order to collect pearls. The women brought the food to the table, salty most of the times. The training would last several years. The body would learn to breath from the start, would learn the currents and the dangers. But most of all, it would learn to respect the other female, the sea, and obey her. Through the sea’s eerie and wet breath, she would listen to her own humble whispers in great patience. She would learn how to do the job, to collect the shells and put them in the basket that was hung around her neck. She would execute it with great precision and discipline.
  The two women stood by the shore. They were silent, stiff and scared. Each one had different reasons. Chinatsu was afraid because she would be eighty years old in a while. Akiko on the other hand was scared because today she turned eleven. A Grandmother and a granddaughter, identical like the frozen drops of the ocean, into which they were about to enter. The little girl, even though she had been longing for that day for so many years, felt her feet tremble, although she tried to hide it. She was about to confront an unknown world. She was too small for something too big. On the contrary, the elderly woman was upset because she knew all about it. Something else made her feet tremble. It was not the dark seabed but the silent death which she felt it approaching. She felt it hug her and the only thing missing was its strong arms around her. This was the world that she was afraid of. 
She tenderly caressed Akiko’s hand and she nodded for the girl to follow her. She had instructed the girl to obey her the minute they left the house, to imitate her. With a fade smile to each other, they gave away their bodies to the freezing sea. Akiko was hoping to find her first shell, of course, with the pearl deep inside. The anticipation of the youth. Chinatsu just wanted to have fun with the process, to get some more time. The agony of the maturity. Two women into the deep waters of time, trying to find their own treasure to keep, were playing the eternal game of fate, on New Year’s Eve, the year 28.