Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

O ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 3: Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

  

Είχαν περάσει περίπου δύο εβδομάδες από τα γεγονότα της Ταμαρίνια. Ο Χάρης επέστρεφε πάλι στους ρυθμούς της καθημερινής του ρουτίνας. Πήγαινε για τρέξιμο τα απογεύματα, πριν πάει για δουλειά, έτρωγε με τη Σύλβια, αν την πετύχαινε σπίτι και δεν ήταν στον κήπο της, άκουγε τους δίσκους του σε εκείνο το ταλαιπωρημένο πικ-απ, κοιμόταν με την Μπράνκα, έκαναν έρωτα τα μεσημέρια που σχολούσε, τον σέρβιρε την μπύρα του στο ρεπό του και πήγαινε να τον βρει πάλι στο δωμάτιό του, και φυσικά περνούσε τα βράδια του στη Σιέρρα, προσέχοντας ένα άδειο και ψυχρό ερευνητικό κέντρο. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο είχε πειστεί ότι εκείνο το μεσημέρι, στον κλειστό σταθμό του μετρό, ήταν ένα παραλήρημα της φαντασίας του, το πιο πιθανό προερχόμενο από την κούραση και τη νύστα. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει με τη λογική και για αυτό ένα μεγάλο κομμάτι του είχε ανακουφιστεί για τις ήσυχες μέρες και νύχτες που είχαν ακολουθήσει. Είχε βιαστεί όμως να καθησυχαστεί.
  Η πρώτη του επιστροφή στο παρελθόν συνέβη ένα απόγευμα που είχε πάει για τρέξιμο στο πάρκο κοντά στο σπίτι. Είχε φύγει, αφήνοντας την Μπράνκα με μούτρα. Είχε ξεκινήσει πάλι εκείνη την κουβέντα περί συμβίωσης. Την είχε κουράσει να ζει σε ένα δωμάτιο κλεισμένη και να τον περιμένει, είχε βαρεθεί να πηγαίνει μόνο εκείνη στο δωμάτιό του και δεν καταλάβαινε γιατί δεν αποφάσιζε να ζήσει μαζί της σε ένα μεγαλύτερο χώρο, σε μια γειτονιά πιο κοντά στο κέντρο. Δεν άντεχε να την ακούει να γκρινιάζει. Όσο αισθησιακή ήταν στις καλές της, τόσο γυναικούλα του φαινόταν τότε. Της εξηγούσε ότι ήταν μια χαρά έτσι, ότι όλοι είναι μόνοι τους κατά βάθος και το να μένουν μαζί θα ήταν καταστροφικό και δε θα λειτουργούσε. 
«Μα δε σε καταλαβαίνω, Χάρη. Σου λέω ότι έχω κουραστεί με αυτόν τον τρόπο ζωής και θέλω κάτι παραπάνω και εσύ τι κάνεις για αυτό;»
«Θα πάω για δύο γύρους τρέξιμο στο πάρκο γιατί θα τσακωθούμε και δε θέλω», απαντούσε συνήθως και έφευγε. Ο ίδιος δεν είχε καταλάβει αν πίστευε έστω και μια λέξη από όσα της έλεγε. 
Και σήμερα τα έφερνε στο μυαλό του πάλι. Δεν ήθελε να δεσμευτεί όπως εκείνη. Καλά δεν περνούσαν; Τι παραπάνω ζητούσε; Ήταν σίγουρος ότι, όταν γυρνούσε στο δωμάτιο, η ίδια θα είχε φύγει. Θα του κρατούσε μούτρα λίγες μέρες και μετά θα επέστρεφε στο κρεβάτι του. Μια διαδικασία που ήταν ίδια και απαράλλακτη, δουλεμένοι διάλογοι που τους είχαν αποστηθίσει για την παράσταση κάθε φορά. Σταμάτησε να κάνει ένα διάλειμμα στον κορμό ενός δέντρου. Έγειρε πάνω του και πήρε βαθιές ανάσες, καθώς ο ήλιος τους απογεύματος του έκαιγε το πρόσωπο. Ένιωσε ξαφνικά τον κορμό να υποχωρεί, σαν να υπήρχε μια πόρτα, την οποία ο Χάρης δεν είχε δει, και άνοιξε απότομα. Έχασε την ισορροπία του κι άρχισε να κυλάει σε ένα σκοτεινό τούνελ, χωρίς να νιώθει τα τοιχώματά του. Σαν να έπεφτε σε μια μαύρη τρύπα, σαν μια άλλη Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. 
 
Προσγειώθηκε, πέφτοντας άγαρμπα σε ένα δωμάτιο. Ήταν ένα σαλόνι με έναν μεγάλο καναπέ με πράσινα βελούδινα μαξιλάρια , ένα τραπέζι γεμάτο μαρκαδόρους και χαρτιά, αμέτρητα αυτοκινητάκια στο πάτωμα. Στον τοίχο υπήρχαν κορνίζες με κεντημένες μαρκησίες και δούκες στα δάση ή άμαξες δίπλα σε ειδυλλιακές γέφυρες. Ο Χάρης ήταν ξαπλωμένος σε μια γωνία κοντά στην εξώπορτα, με ένα μαύρο μαρκαδόρο στο χέρι και ένα χαρτί μπροστά του. Όσο και αν δεν μπορούσε να το πιστέψει, να που είχε συμβεί. Είχε ταξιδέψει σε ανύποπτη στιγμή πίσω στο χρόνο. Δεν φορούσε τα αθλητικά του και την μουσκεμένη από τον ιδρώτα μπλούζα του, αλλά ένα μόνο ένα μπλε σορτσάκι με τον Σούπερμαν στην κωλότσεπη. Δροσίζεται εκείνο το ζεστό απόγευμα στο πατρικό του σπίτι. Νιώθει πάλι μικρός στο μικρό του σώμα. Κοιτάζει τα μουτζουρωμένα χέρια του. Ναι, είναι παιδικά. Νιώθει πάλι έξι χρονών σε αυτό το σπίτι με τα πράσινα μαξιλάρια που σιχαινόταν και τα κάδρα-κειμήλια που είχε κεντήσει η γιαγιά του. Είναι πάλι έξι χρονών και αρχίζει να θυμάται πολύ καλά αυτό το απόγευμα, που είχε κρυφτεί ακόμα καλύτερα κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού του. Θυμάται ότι έχει φύγει η γειτόνισσα, που περνάει να του ρίξει μια ματιά και να τον ταΐσει το φαγητό της μαμάς του. Είναι ηλικιωμένη και βαριέται να παίζει μαζί του. Μένει από κάτω, το όνομά της είναι Αιμιλία και έχει μουστάκι και μυρίζει γριά. Τον μαλώνει πάντα που δε μαζεύει τα παιχνίδια του και δεν την αγαπάει. Θυμάται που ζωγραφίζει έναν σκίουρο πάνω σε έναν κορμό δέντρου στο δάσος. Τώρα που το ξαναβλέπει, όμως, μέσα από τα ενήλικά μάτια του, τού φαίνεται ότι είναι η μεγαλύτερη μουτζούρα του κόσμου.  
  Και ξαφνικά μπαίνει εκείνη. Μπαίνει η μαμά του και η καρδιά του πάει να σπάσει. Είναι η μητέρα του, νέα, κάτω από τριάντα. Φοράει εκείνο το μπλε φόρεμα με τα μεγάλα λουλούδια και τον άσπρο γιακά στο λαιμό. Τα μαλλιά της δεν έχουν ούτε μια άσπρη τρίχα και τα έχει πιασμένα πίσω. Του κόβεται η ανάσα. Πόσο όμορφη δείχνει! Στο μυαλό του είχε πάντα την εικόνα της τα τελευταία χρόνια, που μεγάλωνε και βάραινε και γινόταν σαν την ηλικιωμένη κυρία Αιμιλία. Τα άσπρα της μαλλιά, οι ρυτίδες, η δυσκολία στο περπάτημα, το σώμα της που είχε κρεμάσει, όλα του φώναζαν ότι η μάνα του είχε μεγαλώσει όπως και εκείνος. Σε κάθε του ταξίδι την έβρισκε όλο και πιο ταλαιπωρημένη, όλο και πιο κουρασμένη από την ζωή ουσιαστικά και τις φθορές της. Η τελευταία εικόνα δική της, που του είχε χαραχτεί στο μυαλό, ήταν στο νοσοκομείο με τόσα καλώδια και ορούς να κρέμονται από πάνω της. Και τώρα να τη, τόσο νέα και όμορφη και μυρωδάτη και δροσερή! Την παρατηρεί καθώς μπαίνει, αφήνει τα κλειδιά της στο τραπεζάκι και τον κοιτάζει στα μάτια με ένα τεράστιο χαμόγελο αφοπλιστικό. 
«Πού είναι το αγοράκι μου; Πού είναι ο Χαρούλης μου;» και απλώνει τα χέρια της για να τoν αγκαλιάσει. 
Ο Χάρης σηκώνεται και τρέχει αμέσως κοντά της. Χάνεται μέσα στην αγκαλιά της, ρουφάει αχόρταγα τα φιλιά της και το άρωμά της. Πόσο του είχε λείψει και δεν το είχε ομολογήσει ούτε στον εαυτό του όλα αυτά τα χρόνια!
Όταν εκείνη αποτραβιέται, κοιτάζει το μικρό χάος γύρω της. 
«Πάλι δεν έχεις μαζέψει τα παιχνίδια σου βρε Χάρη; Πόσες φορές θα το πω; Tόσο δύσκολο είναι πια;», του λέει έντονα και αρχίζει να μαζεύει ένα-ένα τα αυτοκινητάκια και τους μαρκαδόρους. 
  Και όσο την παρατηρεί καλύτερα, αρχίζει και το διακρίνει. Βλέπει ότι είναι κουρασμένη, βλέπει τις μπλε φλεβίτσες να πετάγονται πίσω από τα γόνατά της, μυρίζει τον καφέ και το τσιγάρο στα μαλλιά της και την ανάσα της, θυμάται ότι δουλεύει πάντα υπερωρίες στο κατάστημα με τα υφάσματα γιατί υπάρχει το δάνειο του σπιτιού, είναι νέα αλλά έχει το άγχος μιας γυναίκας που πρέπει να τα καταφέρει. Την παρατηρεί μέσα από το σώμα ενός παιδιού, αλλά με τη ματιά ενός ενήλικα.
Ο Χάρης δε μιλάει και συνεχίζει να παίζει τώρα με τα αυτοκινητάκια του, πριν η μαμά του τα βάλει στο κουτί των παιχνιδιών. Όταν τελειώνει με αυτά, μαζεύει τους μαρκαδόρους και τσαλακώνει το χαρτί με τη ζωγραφιά του μικρού. Όταν ο Χάρης το βλέπει, βάζει τα κλάματα. 
«Γιατί την τσαλάκωσες; Το είχα φτιάξει για σένα. Είναι ένας σκίουρος πάνω στον κορμό του», της φωνάζει μες στα αναφιλητά του. Τα δάκρυά του κυλάνε στα μάγουλά του, η λεπτή του φωνή τρέμει και νιώθει ότι τον πνίγει ένα τεράστιο παράπονο, λες κι όλη η αδικία του κόσμου έχει πέσει πάνω του και δεν τον αφήνει να πάρει ανάσα. Η μαμά του τον παίρνει στην αγκαλιά της και προσπαθεί να τον ηρεμήσει. 
«Ναι, μωρό μου, έχεις δίκιο. Μα πώς δεν το είδα; Είναι ένας παιχνιδιάρης σκίουρος πάνω σε έναν κορμό δέντρου. Συγγνώμη που στο τσαλάκωσα. Να τι θα κάνουμε όμως, θα το βάλουμε κάτω από το μεγάλο και βαρύ λεξικό να ισιώσει και μετά θα το κορνιζάρω, αφού είναι μια ζωγραφιά μόνο για μένα. Πολύ σε ευχαριστώ, Χαρούλη μου», του λέει καθώς τον πνίγει στα φιλιά και τώρα το βλέπει καθαρά ότι ένα δάκρυ είναι έτοιμο να κυλήσει από τα δικά της μάτια, κάτι που δε θυμόταν στην αρχική βερσιόν της ιστορίας. Του φαίνεται τόσο, μα τόσο, περίεργο να το ξαναζεί όλο αυτό, μια ανάμνηση που του είχε μείνει χαραγμένη ως ένα παράπονο. Η ζωγραφιά που παραλίγο να πεταχτεί, μια λεπτομέρεια από την παιδική του ηλικία που της το κρατούσε, ενώ τώρα έβλεπε άλλα, τόσο πιο πολύ σημαντικά πράγματα. Την έσφιγγε κι εκείνος στη μικρή του αγκαλιά και έκλαιγε γοερά σαν ένας πεισματάρης και εγωιστής γίγαντας, ως ένα εξάχρονο μικρό αγόρι που ήθελε να γίνει το δικό του ενώ δε μάζεψε ποτέ τα παιχνίδια του χωρίς να την εκνευρίσει. 
  Όσο την έσφιγγε, η αγκαλιά της γινόταν όλο και πιο σκληρή και άκαμπτη. Το άρωμα της εξαφανιζόταν και το μαλακό της νεανικό της δέρμα κρυβόταν κάτω από κάτι που θύμιζε ξύλο. Άνοιξε τα μάτια του και είδε τον εαυτό του να αγκαλιάζει τον κορμό εκείνου του δέντρου στο πάρκο. Τα μάτια του ήταν υγρά από τα κλάματα και ένα ζευγάρι που έκανε ποδήλατο τον προσπέρασε, κοιτάζοντάς τον περίεργα. Αμέσως σκούπισε τα μάτια του και απομακρύνθηκε από το δέντρο. Το σοκ αυτής της εμπειρίας ήταν ασύλληπτο. Είχε γυρίσει πίσω στην παιδική του ηλικία, είχε τρυπώσει στο εξάχρονο σώμα του και τα έχασε μπροστά στη μητέρα του. Τα έχασε και δε βρήκε το θάρρος να της πει τόσα πολλά που τώρα, καθώς γύριζε σπίτι, του έρχονταν σα χείμαρρος. Τώρα δεν τον έπνιγαν τα δάκρυα, αλλά οι λέξεις και τα λόγια που δεν της είχε πει. Δε βρήκε το θάρρος να της πει ότι είναι πανέμορφη και ότι το ήξερε ότι κουραζόταν πολύ σε εκείνη τη δουλειά που απεχθανόταν κι ότι την έκανε μόνο και μόνο για να βοηθάει τα οικονομικά του σπιτιού, ότι το ήξερε ότι προσπαθούσε να τα βολεύει όλα με τον καλύτερο τρόπο και ότι λυπόταν που την ταλαιπωρούσε με τις δικές του αταξίες. Δεν της είπε ότι για εκείνον ήταν η καλύτερη μαμά του κόσμου. Πόσο το μετάνιωνε που δεν μπόρεσε να τρυπώσει όπως ήθελε στο παρελθόν του και να αλλάξει τη σπαραξικάρδια σκηνή. Σάστισε όμως τόσο πολύ, τον πήρε μαζί του αυτό το δυνατό κύμα της συγκίνησης και τον χτύπησε ανελέητα.

Τα δάκρυά του στέγνωσαν μέχρι να πάει στο δωμάτιό του. Είχε γίνει πάλι ο δυνατός, σκληρός ενήλικας.  Πόσο θα ήθελε να το μοιραστεί με την Μπράνκα, αλλά ήξερε ότι δε θα την έβρισκε στο δωμάτιό του…
SaveSave

ΤΗΕ VOLUNTEER 3: THE FIRST RETURN


  Two weeks had passed since the afternoon at Tamarinia. Harry gradually returned to his daily routine. He would go jogging in the afternoons, before going to work, he would eat lunch with Sylvia, if she was home and not in her garden, he would listen to his records on that worn turn table, he would sleep and make love with Branca when his shift would end, she would serve him his beer on his night off and then she would go find him in his room, and of course he would spend his night at Sierra, guarding an empty cold research center. As time passed by, he was almost convinced that that afternoon, at the abandoned metro station, was merely a delirium of his imagination, most likely coming from tiredness and sleepiness. He could not explain it with his logic and that was why he was utterly relieved with the quiet nights and days that had followed. It was too soon to rest assured. 
  His first return to the past occurred one afternoon while he was jogging at the park near the house. He had left Branca with the long face. She had started that talk again about living together. She was tired of staying indoors in a room waiting for him, she was tired of visiting him and not the opposite and she could not understand why he could not decide to live with her in a bigger room closer to the city center. Harry could not stand her whining. She was so sensual when she was in the mood but she was so pathetic with that talk. He explained to her that they were fine together the way they were, that everyone is alone deep down, and that living together would be catastrophic and would definitely not work. 
“But, Harry, I don’t understand you. I am telling you that I am tired with this way of living and what do you do about it?”
“I will go for a run in the park because I don’t want to fight with you”, he would usually answer and leave. He was not sure if he meant a single word. 
And today these thoughts were on his mind. He did not want to settle down like her. Weren’t they having a good time? What more did she want? He was certain that he wouldn’t find her in his room when he would go back. She would be cranky for a few days and she would then return to his bed. A procedure that was the same every time, rehearsed dialogues for each show. He stopped for a break at the trunk of a tree. He leaned on it and took deep breaths, as the afternoon sun burned his face. He suddenly felt the trunk pull away, as if there was a door, which Harry had not seen, that abruptly opened. He lost his balance and started rolling in a dark tunnel, without feeling its walls. It was as if he fell in a black hole, like another Alice in Wonderland. 
  He clumsily landed in a room. It was a living room with a big sofa with green velvet cushions, a table full of papers and markers, countless small cars on the floor. On the walls, there were frames with embroidered marquis and dukes in forests or in wagon beside idyllic bridges. Harry was lying in a corner by the front door, with a black marker in one hand and a paper in front of him. As much as he couldn’t believe it, it had happened. He had travelled back in time when least expected. He was not wearing his sneakers and his soaked from sweat t-shirt, but just one pair of blue shorts with Superman at the back pocket. He’s cooling that hot afternoon at his family’s house. He is feeling small again in his small body. He is looking at his smeared hands. Yes, they are children’s hands. He is feeling six years old again in this house with the green cushions that he detested and the relic frames that his grandmother had embroidered. He is six years old again and he is starting to remember clearly that afternoon, which was very well hidden somewhere at the back of his mind. He remembers that the next door lady, who drops by to feed him his mother’s food and to check on him, has just left. She is old and she is bored to play with him. Her name is Emilia, she has a moustache and she smells old. She always scolds him for not picking up his toys from the floor and he doesn’t love her. He remembers drawing a squirrel on a tree trunk in the forest. Now that he sees it again through his adult’s eyes, it looks like the biggest smudge in the world. 
  And suddenly, she enters. His mum gets in and his heart is about to break. It is his mother, young, below thirty years old. She is wearing that blue dress with the big flowers and the white collar round her neck. Her hair is not white at all and she has it in a bun. He gasps. She looks so beautiful! In his mind, he always had her image of the last years, when she was growing old and weary, when she was becoming like old Mrs. Emilia. Her white hair, her wrinkles, her difficulty in walking, her heavy body, everything shouted that his mother, just like himself, was growing old. He found her more tired on every visit, more tired from life actually and its spoilage. The last image of her stuck in his mind was in the hospital with so many cables and saline hanging over her head. And now, here she was, so young and beautiful and smelling so good and so fresh! He observes her as she enters, leaves her keys on the table and looks at him in the eyes with a huge disarming smile.
«Where is my little boy? Where is my Harry?” and she extends her arms for an embrace. 
Harry gets up and runs towards her. He is lost in her embrace, greedily sucking her kisses and her aroma. He had missed her so much and he had not confessed it even to himself all these years!
When she pulls back, she sees the small chaos around her.
“You haven’t picked up your toys again, Harry! How many times will I say it? Is it that difficult?” she says in a strict tone and she starts picking up the small cars and the markers.
  The better he observes her, the clearer he sees it. He sees that she is tired, he sees the small blue veins pop up behind her knees, he smells the coffee and the cigarettes in her hair and her breath, and he remembers that she is working overtime in the shop with the fabrics because there is the loan of the house, she is young but she has the stress of the woman that has to succeed. He observes her through the body of a child but with the eyes of an adult. 
Harry does not speak and he continues to play with his cars this time, before his mum puts them in the toy box. When she is through with them, she collects the markers and crumples the boy’s paper drawing. When Harry sees it, he starts crying. 
“Why did you crumple it? I had drawn it especially for you. It is a squirrel on a trunk”, he shouts between his sobbing. His tears roll down his face, his thin voice trembles and he feels that a huge complaint chokes him, as if all the injustice in the world has fallen on him and doesn’t let him catch his breath. His mum takes him in her arms and tries to calm him down. 
“Yes, baby, you are right. But how did I not see it? It is a playful squirrel on a tree trunk. I am so sorry for creasing it. Here is what we are going to go, though. We will put it underneath that big heavy dictionary to straighten it up a bit and then I will frame it, since it is a drawing just for me. Thank you so much, my Harry”, she says as she kisses him and he can now see it clearly that a tear is ready to roll from her eyes, something that he didn’t remember in the original version of the story. He finds it so strange to relive it all again, a memory that had been marked as a complaint. The drawing that was almost thrown away, a detail from his childhood that he held it against her, while he saw so many more important aspects this time. He squeezed her with his small hands and he cried like a stubborn and selfish giant full of moan, as a six year old small boy who wanted things done in his way while he never picked up his toys without making her upset.
  As he squeezed her, her hug was becoming more hard and rigid. Her perfume was fading away and her young skin was hiding beneath something that looked like wood. He opened his eyes and he saw himself embracing the trunk of that tree in the park. His eyes were wet from tears and a couple cycling that passed him by, looked at him in a strange way. Immediately, he wiped his eyes and moved away from the tree. The shock of that experience was inconceivable. He had returned to his childhood, he has sneaked into his six year old body and he totally lost it in front of his mother. He had lost his courage to tell her so many things that now, on his way back home, overflowed him. Now, it was not the tears that drowned him but all the words that had not been said to her. He had not found the courage to tell her how beautiful she was and that he knew that she was getting tired in that job that she detested which she did only to help the finance of the house, that he knew that she was trying so hard to have everything ready in the best possible way and that he was so sorry for making it too hard on her with his wildness. He didn’t tell her that for him, she was the best mum in the world. How much he regretted that he didn’t sneak in his past the way he wanted to change the heartbreaking scene. But he was taken by surprise by that big emotional wave which hit him without mercy. 

  His tears had dried by the time he reached his room. He was once more the strong, tough adult. He would like to share all this with Branca, but he knew that he wouldn’t find her in his room…