Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

THE FOUR LANTERNS

Η μέδουσα τον άφησε στην άκρη του δρόμου και γλίστρησε με χάρη στον υπόνομο για να κατέβει πάλι στην υπόγεια φωλιά της. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Βρώμικος αέρας πόλης χωρίς την αλμύρα που ανέπνεε πριν από λίγο. Έρημη τέτοια ώρα, με τους λιγοστούς περαστικούς να είναι τυλιγμένοι στα συνθετικά πανωφόρια τους. Το ξενοδοχείο βρισκόταν στην άκρη της πόλης. Το πρώτο που είχε χτιστεί και για αυτό έφερε και όλα τα σημάδια του χρόνου πάνω του. Είχαν φθαρεί κάποια από τα γράμματα στην νέον ταμπέλα που αναβόσβηνε νευρικά. Αυτή ήταν η πρώτη διαφορά που τον χτύπησε πέρα από μια γενικότερη θαμπάδαπαρακμή και παραίτηση. Σε αυτό έμεναν όλοι οι μοναχικοί ταξιδιώτες που ξέμεναν την αφιλόξενη νύχτα. Τυχοδιώκτες με σκοτεινούς σκοπούς και σχέδια. Προτιμούσαν πάντα το ξενοδοχείο THE FOUR LANTERNS γιατί ήξεραν ότι κανείς δε θα ρωτούσε και δε θα κοιτούσε παραπάνω από όσο έπρεπε. Και εκείνος στο πρώτο του ταξίδι αυτό είχε διαλέξει και όπως τώρα με τη βαλίτσα του είχε σταθεί στην άκρη του δρόμου και είχε βυθιστεί στις σκέψεις του πριν σβήσει το τσιγάρο του και μπει μέσα.
Τα μάτια του συνήθισαν στο χαμηλό φωτισμό. Στη ρεσεψιόν ο Αλφρέδος όπως πάντα. Όπως τον θυμόταν με τις χαρακτηριστικές τιράντες του με τα ζωντανά πλοκάμια χταποδιών. Τους τις είχε χαρίσει παλιότερα ο δήμαρχος της υπόγειας θαλάσσιας πόλης που είχε μείνει πολύ ευχαριστημένος από τη φιλοξενία. Δεν τις έβγαζε ποτέ από πάνω του. Όλοι τον είχαν συνδέσει με αυτές. Τα πλοκάμια τυλίγονταν πάντα στο σώμα όποιου συμπαθούσαν για λίγο, μια μικρή ιεροτελεστία καλωσορίσματος. Δεν ξέφυγε ούτε εκείνος όταν στάθηκε μπροστά στο σκονισμένο γραφείο. Ο Αλφρέδος κουρασμένος και γερασμένος. Τον κοίταξε έντονα κάτω από τα γυαλιά του, σαν να τον περίμενε. Του χαμογέλασε καθώς τα πλοκάμια αγκάλιασαν το σώμα του και τυλίχτηκαν στο λαιμό του για λίγο. Σαν να τον περίμεναν κι αυτά. Λόγια ζεστά για όσο χρειάζεται να σπάσει η αμηχανία. Έριξε μια ματιά στη βαλίτσα του. Ρώτησε για τον Τζακ, αν είναι καλά, είχε καιρό να τον δει. Του έδωσε να υπογράψει στο βιβλίο των επισκεπτών. Του έδωσε και το μεταλλικό κλειδί που είχε σκουριάσει στην άκρη. Φώναξε τον καμαρότο. Ένα παιδαρέλι με φοβισμένο ύφος. Πήρε τη βαριά βαλίτσα του και τον συνόδευσε στις σκάλες. Η φωνή του Αλφρέδου έσπασε σαν κύμα στο πρώτο σκαλί. «Σε περιμένει. Είναι πάνω. Ήρθε για σένα…». Γύρισε το βλέμμα του χωρίς να έχει βρει κάτι να πει. Ο Αλφρέδος τον είχε ήδη βγάλει από τη δύσκολη θέση. Με αφοσίωση κοιτούσε το βιβλίο των επισκεπτών ή έκανε ότι το κοιτούσε. Τον ευγνωμονούσε για εκείνη τη στιγμή.
Ο καμαρότος δυσκολευόταν ιδιαίτερα με τη βαλίτσα του. Την ανέβαζε και με τα δύο χέρια αγκομαχώντας. Το δωμάτιο ήταν στο δεύτερο όροφο. Νο605, πράσινη πόρτα. Σχεδόν ξέπνοος ξεκίνησε να του λέει για το τηλέφωνο που έχει χαλάσει και τις γρίλιες που έχουν κολλήσει και θέλουν ειδικό χειρισμό. Τον έκοψε απότομα. Τα ήξερε όλα αυτά. Είχε ξαναμείνει σε αυτό το δωμάτιο. Είχαν από τότε πρόβλημα οι περσίδες. Μήπως ακούστηκε αγενής στο μικρό; Το μυαλό του ήταν ήδη αλλού. Ήταν ήδη στο δωμάτιο, οκτώ παρά τέταρτο χρόνια πριν.
Σε εκείνη τη μοναδική και τελευταία βραδιά που είχε έρθει να τον βρει εκείνη και του είχε χτυπήσει αυτήν την πράσινη πόρτα. Τότε είχε έρθει στην πόρτα του για μια νύχτα μαζί του. Ένα θαλάσσιο λουλούδι θηλυκό με επικίνδυνες διαθέσεις. Τον είχε αφήσει να τη σφίξει στην αγκαλιά του και να πιστέψει ότι θα μπορούσε να την κάνει δικιά του, αλλά χωρίς το θαλασσινό νερό δε θα μπορούσε να ανθίσει ποτέ στα χέρια του. Δεν τον είχε πειράξει τότε με το θανατερό άρωμα της κι εκείνος δεν τα κατάφερε να τη σκοτώσει όπως ήταν η αποστολή του. Του υποσχέθηκε να του δώσει τη νύχτα αυτή στο επόμενο ταξίδι του. Της υποσχέθηκε να γυρίσει πίσω μόνο για αυτή τη στιγμή. Του ψιθύρισε φεύγοντας ότι μόνο με το νερό από τις εφτά θάλασσες θα μπορούσε να την κερδίσει. Εκείνος δεν τα κατάφερε να το μαζέψει σύντομα. Πάντα κάτι του ξέφευγε. Πάντα κάτι ξεγλιστρούσε. Ο καιρός περνούσε. Εκείνη είχε πληγωθεί. Πίστευε ότι την είχε ξεχάσει. Κι εκείνος θα το ήθελε να τα είχε καταφέρει, να τη βγάλει από το μυαλό του. Έκανε λάθος. Ήξερε ότι θα μπορούσε να τον προκαλέσει.
Ξεκίνησε πάλι να σκοτώνει. Η μυρωδιά της ήταν σχεδόν τοξική και έβγαινε μόνο όταν το ήθελε, από τα μαλλιά της που άφηνε κάτω λυτά και ανέμιζαν είτε στη θαλάσσια πόλη ή όταν ανέβαινε στην επιφάνεια. Το ήξερε ότι εκείνος θα το καταλάβαινε και θα ερχόταν πάλι με την αποστολή να τη βγάλει από τη μέση. Θα κατάφερνε να μπει πάνω από το καθήκον κι αυτή τη φορά; Για να τηρήσει την υπόσχεση τηςτο νερό από τις εφτά θάλασσες το μάζεψε μόνη της και το έκλεισε με δυσκολία στη βαλίτσα. Όταν είχε πάρει τις αποφάσεις της την έδωσε στον Τζακ με την παράκληση να του τη δώσει όταν τον έβλεπε ξανά.
Η στιγμή είχε φτάσει . Ο χρόνος είχε μηδενίσει και είχε ξαναρχίσει από το μηδέν. Τα σκαλιά στη στενή σκάλα λιγόστευαν. Το ίδιο κι η δύναμη του. Για μια στιγμή, που του φάνηκε τουλάχιστον ένας αιώνας, κράτησε την ανάσα του και έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά. Η πόρτα άνοιξε


THE FOUR LANTERNS

The jellyfish left him at the side of the street and it slid gracefully in the sewers in order to get to its underground nest. He took a deep breath. Dirty city air without the saltiness that he was inhaling a while ago. Deserted that late, with the few pedestrians wrapped up in their synthetic anoraks. The hotel was located at the edge of the city. It was the first thereby it carried the signs of aging. Some of the neon letters at the sign blinking nervously had been damaged. That was the first difference that struck him apart from a general blur, decline and resignation. All the lonely travelers that stayed out during the inhospitable night spent their time there. Adventurer con-men with dark goals and plans. They always preferred the hotel THE FOUR LANTERNS because no one would ask or look more than he should. He had also chosen that hotel on his first trip. He had stood at the side of the street with his suitcase, lost in his thoughts before he put out his cigarette and get in, just like he did right now.
His eyes got used to the low lighting. Alfred was at the reception as always. Like he remembered him with his characteristic braces with the live octopus tentacles. The mayor or the underground city had given them as a gift for his hospitality some time ago. He never took them off. Everyone connected him with them. The tentacles always wrapped around the body of each one they liked for a while, a small welcoming ritual. He was not an exception when he stood in front of the dusted desk. Alfred was tired and old. He looked at him intensely behind his glasses, like he was waiting for him. He smiled at him while the tentacles hugged his body and wrapped around his neck for a while. It was like they were waiting for him as well. Warm small talk to break the ice. He looked at his suitcase. He asked about Jack, if he was all right, he hadn’t seen him for a long time. He gave him the guestbook to sign. He also gave him the metal key, a bit rusty on the side. He called the groom. A young boy with a scared look. He took the heavy suitcase and escorted him to the staircase. Alfred’s voice came as a wave and found him on the first step. «She’s waiting for you. She’s upstairs. She came for you…». He turned his look without having a thing to say. Alfred had already put him out of the difficult position. He stared at the guestbook with devotion or so he pretended. He was grateful for that moment.
The groom was having a hard time with the suitcase. He carried it with both of his hands, puffing. The room was at the second floor. Number 605, green door. Almost breathless he started to tell him about the broken telephone and the blinds that were stuck and needed gentle handling. He stopped him abruptly. He knew all these. It wasn’t his first time in that room. The blinds had problems ever since. Did he sound rude to the boy? His mind was already gone. It was already in the room, a quarter to eight years ago.
In that single and last night when she had come to find him and knock on this green door. She had come to his door at that time for a night with him. A female water flower with dangerous moods. She had let him embrace her as tight as he could and let him think that he could make her belong to him, but without the sea water she could never bloom in his hands. She didn’t harm him with her lethal scent back then and he didn’t make it to kill her as his mission was. She promised to give him that night on his next trip. He promised to come back only for that moment. As she left she whispered that only with the sea water from the seven seas could he win her. He didn’t make it. He didn’t collect it on time. There was always something missing. Something slipping. Time was running. She was hurt, thought that he had forgotten her. Something that he would like to manage, to get her out of his mind. She was wrong. She knew that she could provoke him.
She started killing again. Her scent was almost toxic and came out only when she wanted to, out of her hair when she had them loose and waving either at the city of the sea or when she was at the surface. She knew that he would understand it and come back again on the mission to take her out of the way. Would he make it to put himself above the duty this time? To keep her promise, she herself collected the sea water from the seven seas and placed it with difficulty in the suitcase. When she made up her mind, she gave it to Jack asking him to give it to him when he would see him again.
The moment had come. Time had run out and started all over again. The stairs in the narrow staircase diminished. And so did his strength. For a moment that seemed at least a lifetime he held his breath and put the key in the lock. The door opened…





Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ


Τον είχε φέρει εκεί που ξεκίνησαν όλα. Στην πόλη της που ποτέ δεν ήταν σταθερή. Όπως κι εκείνη. Η πόλη κινούνταν ανάλογα με τις διαθέσεις του υπόγειου ρεύματος. Την άφησε να τον πάει εκεί που ήθελε. Δεν είχε νόημα να της φέρει οποιαδήποτε αντίσταση. Όσο το ρεύμα τον έσερνε μέσα από τα υγρά στενά της πόλης, το βλέμμα του έτρεχε. Δεν είχαν αλλάξει και πολλά όλα αυτά τα χρόνια. Οι ίδιες υγρές κολόνες με τα βρύα, τα κίτρινα παλιακά ξεσκέπαστα αυτοκίνητα με τους ιππόκαμπους στο τιμόνι, τα φλούο απειλητικά σαλάχια με τις ηλεκτροφόρες ουρές τους, οι εκτυφλωτικές επιγραφές νέον, οι άνθρωποι με το υποψιασμένο βλέμμα. Η εικόνα της τον περίμενε πίσω από κάθε κλειστό παράθυρο. Σταμάτησε ένα σερνόμενο ταξί με μισοσπασμένα τζάμια για να τον πάει στο μόνο μέρος που ο χρόνος θα είχε σταματήσει.
Το μπαρ του Τζακ βρισκόταν στην άκρη της πόλης. Η πιο σκοτεινή πόρτα με τα πιο σκοτεινά μυστικά. Ιστορίες που μένουν στα ποτήρια και στα γεμάτα τασάκια με τα αποτσίγαρα. Στεκόταν στο βάθος πίσω από τη μπάρα. Ο χρόνος και η νύχτα είχαν γράψει χιλιόμετρα πάνω του. Είχαν γράψει και μια βαθιά φιλία. Σκούπιζε σκυμμένος ένα ποτήρι. Τον αναγνώρισε σηκώνοντας το κεφάλι του. Του χαμογέλασε σφιγμένος και ακούμπησε ένα σκονισμένο μπουκάλι στη μπάρα. Ήξερε ότι ήταν αυτό που έπινε στο προηγούμενο ταξίδι του. Δεν το είχε σερβίρει σε κανέναν από τότε. Του έβαλε τρία θολά δάχτυλα ελαστίνης με τζιν και έμεινε για λίγα λεπτά σιωπηλός. Τόσο όσο χρειαζόταν για να ζεστάνουν και οι δύο συναισθηματικά τις αναμνήσεις τους.
Να φέρουν το παρελθόν στο παρόν. Να φέρουν εκείνη ανάμεσά τους. Τότε εκείνη είχε αποτρέψει τα σχέδια του. Τον είχε μαγέψει και την είχε ερωτευτεί. Είχαν συναντηθεί στο μπαρ του Τζακ και σε ένα λεπτό είχαν ειπωθεί τα πάντα χωρίς ούτε μια λέξη. Εκείνη τους δηλητηρίαζε με το άρωμα της. Εκείνος είχε έρθει από πολύ μακριά  με σκοπό να τη σκοτώσει. Λύγισε στο βλέμμα της. Τον άφησε να ζήσει. Ο Τζακ τους είχε ζήσει. Είχε ζήσει έναν άντρα μοναχικό να μην κάνει τη δουλειά που του έχουν αναθέσει και ένα περίεργο θηλυκό να χάνει τη δύναμη του. Έχασαν και οι  δύο τα πρέπει στα θέλω τους.
Ο Τζακ έλυσε πρώτος τη διαπεραστική σιωπή. Του μίλησε για όλα όσα είχαν συμβεί αυτά τα χρόνια. Τον πρώτο καιρό εκείνη είχε εξαφανιστεί. Την πόνεσε πολύ η απουσία του. Έφυγε μακριά από την πόλη, μακριά από το νερό. Γύρισε πολύ ταλαιπωρημένη και πολύ θυμωμένη. Κρύφτηκε στον αγαπημένο της ακάλυπτο και έμεινε εκεί για λίγο. Ένα βράδυ πέρασε από το μαγαζί. Θαμπή και ανήσυχη. Τον ρώτησε αν ήξερε κάτι για εκείνον, αν τον είχε δει. Το βλέμμα της σκοτείνιασε στην αρνητική απάντηση. Έφυγε βιαστικά. Το ήξεραν και οι δύο. Τα καινούργια θύματα θα υπήρχαν μόνο και μόνο για να του τραβήξουν την προσοχή. Με το άρωμα που έβγαινε από το σώμα της δηλητηρίαζε τους ανθρώπους και τα ψάρια. Όπως παλιά. Έπαιζε το τελευταίο της χαρτί για να τον συναντήσει και πάλι. Ρίσκαρε τη ζωή της για μια νύχτα μαζί του. Όπως κι εκείνος ρίσκαρε τα πάντα για να την ξαναδεί. Ήπιε την τελευταία του γουλιά και πήρε μια βαθιά ανάσα. Είχε βουλιάξει στη λησμονιά. Ο Τζακ έσκυψε κάτω από τη μπάρα. Αυτή τη φορά έβγαλε μία σκονισμένη βαλίτσα με φθαρμένα λουριά που τη συγκρατούσαν με το ζόρι. Του την έδωσε και του έσφιξε το χέρι ζεστά. Εκείνος ανταπέδωσε το χαιρετισμό με συγκίνηση. Ήξερε πολύ καλά ότι τον περίμενε και τον βοηθούσε αυτή τη φορά. Πήρε τη βαριά βαλίτσα και κοίταξε γύρω του. Ήταν η τελευταία φορά που ερχόταν.
Βγήκε στη νύχτα. Άρπαξε μια μωβ μέδουσα που αναδυόταν. Θα τον πήγαινε σε εκείνη. Είχε έρθει η ώρα του Ωρίωνα .

GOING BACK

She had brought him there where it all started. At her town that never was steady. Like her. It moved depending on the undercurrent moods. He let her take him where she wanted. It was pointless to bring her any resistance. As the current dragged him through the narrow streets of the city, he greedily gazed. Not much had changed all those years. The same wet columns with the moss, the oldish yellow convertible cars with the sea horses behind the wheel, the fluorescent threatening stingrays with their electrified tails, the blinding neon signs, people with a suspicious look. Her image waited for him behind each sealed window. He stopped a crawling taxi with half broken windows to take him to the one place time would have stopped.
Jack's bar was at the edge of the town. The darkest door with the darkest secrets. Stories that stick to the glasses and the full of cigarette buts ashtrays. He was standing at the back behind the bar. The time and the night had written kilometers on him. A deep friendship was also there. He was leaning and wiping a glass. As he turned his head he recognized him. He gave him a tightened smile and put a dusted bottle on the bar. He knew it was the one that he drunk on his previous journey. It was not served to anyone since then. He poured him three blurry jiggers of elastin with gin and stayed silent for a few minutes. As long as it took to emotionally warm up their memories.
To bring the past into the present. To bring her between them. Back then she had prevented his plans. She had seduced him and he had fallen in love with her. They had met at Jack's bar and everything was said in an instant without a word ever spoken. She poisoned them with her scent. He came from far away in order to kill her. He bent at her sight. She let him live. Jack had seen them together. He had seen a lonely man not doing the job he was assigned to and a weird female losing her strength. They both lost their duty into their will.
Jack first broke the deafening silence. He talked to him about everything that had happened all these years. At first she disappeared. His absence hurt her a lot. She left town, away from the water. She came back worn out and very angry. She hid in her favorite urban backyard and stayed there for a while. She passed from the bar one night. Blurry and restless. She asked Jack if he knew anything about him, if he had seen him. Her gaze got dark on hearing the negative reply. She left in a hurry. They both knew it.  The new victims would exist only to draw his attention. She poisoned humans and fish with the scent coming out of her body. Like she used to. It was her last card up her sleeve just to meet him again. She risked her life for a night with him. Just like him who risked everything just to see her again. He drank his last sip and took a deep breath. He had sunk into oblivion. Jack leaned under the bar. He took a dusted suitcase this time with worn straps that barely held it together. He gave it to him and warmly shook his hand. He repaid the greeting in deep emotion. He knew that she had been waiting for him and he was helping him. He took the heavy suitcase and looked around. It was his last visit.
He got into the nightHe grabbed a jellyfish that went up. It would take him to her. Orion’s time had come.