Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

TO MEΓΑΛΟ ΡΟΚΕ: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ


 «Εδώ είμαστε», της είπε ο οδηγός του ταξί, φρενάροντας μπροστά από μια πανύψηλη καγκελόπορτα. Τον πλήρωσε και, καθώς άνοιγε την πόρτα, της είπε  χαμηλόφωνα: «Να προσέχεις μικρή!»
 «Περάστε δεσποινίς Πήτερσον! Σας περιμένει στον κήπο», ήταν τα μοναδικά λόγια που βγήκαν από τα σφιχτά του χείλη. Προπορεύτηκε σε ένα πέτρινο μονοπάτι που έκοβε έναν κήπο με ψηλά δέντρα στα δύο, αφήνοντας έναν υποφωτισμένο όγκο στο βάθος που σίγουρα θα ήταν το σπίτι. Έβλεπε μόνο την καμπουριαστή του πλάτη μέσα σε ένα σκούρο σακάκι. Τον ακολουθούσε κι εκείνη σιωπηλή, αφήνοντας το κουδούνισμα των κλειδιών που κρατούσε στο τρεμάμενο χέρι του να δίνει το ρυθμό. Εκείνη συμπλήρωνε τη μουσική της απόλυτης σιωπής με το δειλό σύρσιμο της σόλας των χαμηλών της παπουτσιών πάνω στο δρομάκι όλο χαλίκια. Κυπαρίσσια, ή τουλάχιστον με αυτά έμοιαζαν, σχημάτιζαν ένα φυσικό διάδρομο μέχρι το διώροφο σπίτι που ευτυχώς φωτιζόταν επαρκώς από το εσωτερικό του. Ανέβηκαν τα σκαλιά που οδηγούσαν στην επιβλητική είσοδο με τη μαύρη, ξύλινη πόρτα με το χρυσό ρόπτρο. Έσκυψε για άλλη μια φορά να βρει τα κλειδιά. Γύρισε και της έριξε μια ερευνητική ματιά πριν ανοίξει. Τα γυαλιά του είχαν γλιστρήσει στη μύτη του αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να της χαρίσει ένα αινιγματικό μειδίαμα, σχεδόν χαιρέκακο, που την έκανε να παγώσει. 
 Το χολ ήταν απέριττο με ένα ταλαιπωρημένο, βαθυκόκκινο χαλί στο ξύλινο πάτωμα και μια τεράστια βιβλιοθήκη που κάλυπτε τον ένα τοίχο με δερματόδετα βιβλία πολύ τακτικά τοποθετημένα σε ράφια που ασφυκτιούσαν από το χρόνο. Ένας κρυστάλλινος πολυέλαιος σκόρπιζε φως σε ένα διάδρομο με πολλές κλειστές πόρτες κι ο άντρας χάθηκε βιαστικά πίσω από μία. Υπέθεσε ότι ήταν η κουζίνα γιατί έφταναν στα αυτιά της ήχοι από γυαλικά και ντουλάπια που ανοιγοκλείνουν. Πλησίασε τη βιβλιοθήκη και χάζεψε λίγο τις ράχες των βιβλίων με τίτλους στα λατινικά που παρέπεμπαν σε όρους ψυχιατρικής και ανατομίας. Μπερδευόταν περισσότερο αντί να ξεδιαλύνονται οι απορίες της. Ο ηλικιωμένος άντρας βγήκε βιαστικά από την ίδια πόρτα, κρατώντας ένα δίσκο από κασσίτερο με μια καράφα γεμάτη με ένα διάφανο υγρό και δύο ποτήρια . Οι κινήσεις του ήταν νωχελικές λόγω ηλικίας αλλά έκρυβαν μια ακρίβεια που κατακτιέται με την πείρα. Η νεαρή λαχταρούσε πώς και πώς να την καθησυχάσει με ένα χαμόγελο αλλά τα χείλη του παρέμεναν σφιχτά λες και κάποιος τα είχε περάσει με κλωστή και τα είχε καταδικάσει στη σιωπή. Της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει περνώντας από το μακρύ διάδρομο με τις κλειστές πόρτες. Μέτρησε περίπου έντεκα και από τις δύο πλευρές καθώς περπατούσαν με το μοναδικό ήχο να έρχεται από τα χαμηλά της τακούνια πάνω στο ξύλο. Οι σκέψεις της όμως ήταν εκκωφαντικές. Ένας ψίθυρος κινδύνου σαν να έβγαινε από τις χαραμάδες και τις κλειδαρότρυπες. Ήταν πολύ αργά για να κάνει πίσω. 

Η ανοιχτή πόρτα στο τέλος του διαδρόμου μαρτυρούσε ότι θα Τον συναντούσε. Οδηγούσε σε έναν τεράστιο κήπο. Tο φως από τα περίτεχνα μεταλλικά φανάρια που ήταν τυχαία τοποθετημένα, λες και είχαν πέσει από τον νυχτερινό ουρανό, τον έκανε να μοιάζει σκοτεινά παραμυθένιος. Φουντωτοί θάμνοι, πολύχρωμα λουλούδια που έμοιαζαν με  τριαντάφυλλα, κλαίουσες που δημιουργούσαν σκιερές γωνιές με πέτρινα παγκάκια κοντά στο γέρικο κορμό τους. Ο ηλικιωμένος άντρας επιβράδυνε ακόμα περισσότερο το βήμα του για να την αφήσει να θαυμάσει το ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον αλλά και για να Τον ανακαλύψει μέσα στο τοπίο. Η βραδινή ψύχρα και υγρασία την ανατρίχιαζαν και το μετάνιωνε που δεν είχε φορέσει και εκείνο το μάλλινο σάλι που της είχε πλέξει η μητέρα της. Καθώς προσπαθούσε να ζεστάνει τα χέρια της τρίβοντας τα, ένιωσε μια σκιά να σηκώνεται από το παγκάκι που βρισκόταν στα δέκα βήματα. Μια ψιλόλιγνη φιγούρα σηκώθηκε και στάθηκε ακίνητη κάτω από την κλαίουσα που ο νυχτερινός αέρας της χάιδευε τα φύλλα παιχνιδιάρικα. Με κάθε της βήμα ένιωθε την πραγματικότητα να διαλύει την όποια ψευδαίσθηση μπορεί να είχε για όλα αυτά τα χρόνια που μοιραζόταν μέσα από γράμματα και παρτίδες σκακιού με αυτόν τον άντρα. Ήταν εκεί, μετά από ένα δικό του κάλεσμα και τίποτα μέχρι στιγμής δεν έμοιαζε με ό,τι θα μπορούσε να φανταστεί. Τα μάτια της είχαν συνηθίσει στο φως και πάλευε, όσο τον πλησίαζε, να φανεί ψύχραιμη αλλά και να φωτογραφίσει την πρώτη εικόνα του. Ψηλός, ευθυτενής, της φαινόταν ηλικιωμένος αλλά σε πολύ καλύτερη φυσική κατάσταση από τον αμίλητο υπηρέτη του. Η επιδερμίδα του, όσο μπορούσε να διακρίνει, έμοιαζε σχεδόν διάφανη. Σαν να την κάλυπτε ένα φιλμ που έκρυβε χρόνια, αλήθειες και μνήμες. Τα μαλλιά του ήταν γκρίζα με λευκές πινελιές και της θύμιζαν σύννεφα πριν μια μεγάλη μπόρα. Φορούσε ένα σκούρο κοστούμι με γιλέκο και ένα μαντήλι στο πέτο στο χρώμα του ωκεανού. Προφανώς είχε περάσει κι εκείνος λίγο χρόνο παραπάνω μπροστά από τον καθρέπτη του εκείνο το βράδυ. Το βλέμμα του είχε απλά βουλιάξει μέσα της και τη διάβαζε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο κεφάλαιο. Όταν πλέον τους χώριζε μια χειραψία, ο υπηρέτης ακούμπησε το δίσκο στο πέτρινο παγκάκι, γύρισε προς το μέρος της και, με μια θεατρικά διακριτική υπόκλιση, έκανε μεταβολή παίρνοντας το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι.  
 «Χαίρομαι αφάνταστα που σας συναντώ, δεσποινίς Πήτερσον! Ευχαριστώ απεριόριστα για την επίσκεψή σας!» της είπε με τρεμάμενη φωνή, μαρτυρώντας και τη δική του ταραχή, και της φίλησε απαλά το χέρι. Η κοπέλα σάστισε. Τα χείλη του ήταν παγωμένα και ρίγησε. Σα σωστός οικοδεσπότης, σέρβιρε και της πρόσφερε το δικό της ποτήρι, σηκώνοντας το δικό του για να κάνει μια πρόποση.


«Αυτό είναι ένα ιδιαίτερο απόσταγμα που μου στέλνουν από πολύ μακριά και το έχω για ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως η αποψινή. Ας πιούμε στην υγειά της νυχτερινής μας παρτίδας, αν συμφωνείτε κι εσείς»,  είπε με πιο αποφασιστική χροιά αυτή τη φορά. Η Ελάιζα έκανε το ίδιο και δοκίμασε μια μικρή γουλιά. Το αλκοόλ της έκαψε τον ουρανίσκο και, όπως δεν ήταν μαθημένη, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα βήχα. Ντράπηκε και κατέβασε το βλέμμα της αμέσως. Ο κύριος Ε.Χ. της χαμογέλασε συγκαταβατικά. 
 «Είναι λίγο δυνατό αλλά, πιστέψτε με, είναι ότι πρέπει για μια παγωμένη νύχτα σαν κι αυτή. Πάρτε το μαζί σας, δώστε του άλλη μια ευκαιρία και ακολουθήστε με στη σκακιέρα», είπε και την έπιασε αγκαζέ καθοδηγώντας την σε ένα μικρό μονοπάτι πίσω από έναν τεράστιο θάμνο. Πήγε να ψελλίσει κάτι αλλά δίστασε. Την αιφνιδίαζε συνεχώς. Δεν ένιωθε καθόλου άνετα. Η υπερβολική του οικειότητα ερχόταν σε ρήξη με την έως τώρα συστολή του και την μπλόκαρε. Τον ακολουθούσε σιωπηλή και σχεδόν θυμωμένη με τον εαυτό της που δεν αντιδρούσε και αφηνόταν να την παρασύρει σε αθέατα μονοπάτια πίσω από θάμνους ένας άγνωστός της(;) άντρας. Και πριν καλά καλά τελειώσει τον εσωτερικό της μονόλογο, χρειάστηκε να του σφίξει το μπράτσο από την ταραχή.
 Πίσω από το μεγάλο θάμνο βρισκόταν η σκακιέρα. Μια σκακιέρα που ουσιαστικά ήταν ένα μέρος του κήπου με μεγάλες πλάκες, που ισορροπούσαν πάνω στο φρεσκοκομμένο χορτάρι και έπαιζαν το ρόλο των τετραγώνων, και πιόνια που ήταν σχεδόν στο δικό της ύψος. Ψηλές φιγούρες που οι σκιές τους την τρόμαζαν. Του έριξε μια ματιά καθώς πλησίαζαν όλο και περισσότερο. Δεν μπόρεσε να διαβάσει κάτι στο ψυχρό του βλέμμα. Όταν έφτασαν πολύ κοντά έβγαλε μια μικρή κραυγή. Τα πιόνια ήταν ανθρωπόμορφα και στα περισσότερα, όσο της επέτρεπαν να διακρίνουν τα μάτια της στο λιγοστό φως που ερχόταν από την πίσω μεριά του κήπου που βρίσκονταν πριν, υπήρχαν γυναικεία στοιχεία. Το άλογο είχε γυναικείο κορμό και κεφάλι με σκούρα μακριά μαλλιά, ένας θηλυκός Κένταυρος. Ο πύργος θύμιζε ένα καμπυλωτό, γυναικείο κορμί με πέτρινα χαρακτηριστικά.  Τα πιόνια ήταν και στα δύο χρώματα μικροκαμωμένες, κοριτσίστικες φιγούρες που την κοίταζαν έντονα στα μάτια. Και ναι, τώρα που τις πρόσεχε περισσότερο, διέκρινε μια παλινδρομική κίνηση αναπνοής, ένα κλείσιμο των ματιών τους. Ω ναι, ήταν ζωντανές! 
 «Τι σημαίνει όλο αυτό; Tι είδους άρρωστο παιχνίδι παίζεις;», ρώτησε κι έκανε να το βάλει στα πόδια, αλλά δεν τα κατάφερε να ελευθερωθεί από το μπράτσο του.
  «Ω, ελάτε τώρα, δεσποινίς Πήτερσον! Μην κάνετε σα μικρό παιδί. Σας δίνεται η ευκαιρία απόψε για την πιο ενδιαφέρουσα παρτίδα της ζωής σας! Σας δίνω τα λευκά πιόνια. Ξεκινήστε μόλις είστε έτοιμη», της είπε με αυστηρό ύφος χαλαρώνοντας τη λαβή του. Περίμενε και σχεδίαζε αυτή τη νύχτα μια δεκαετία. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει να πάει χαμένη. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει να φύγει.