Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

ΠΕΦΤΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΓΡΑΣΙΔΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ

Είχε να πατήσει οχτώ παρά τέταρτο χρόνια στον πλανήτη της. Είχε ορκιστεί στον εαυτό του ότι δε θα ξαναγυρνούσε για εκείνη. Τώρα όμως δεν υπήρχαν περιθώρια. Η ίδια είχε ξαναρχίσει όλα εκείνα που δεν έπρεπε. Όπως τότε. Σκόρπιζε το κακό σε όλους τους άλλους. Εκτός από εκείνον. Ποτέ σε εκείνον. Το ήξερε. Έψαξε σε κάθε κόκκο αστρικής σκόνης για τον τελευταίο εγωισμό, σε κάθε σούπερ νόβα. Μάταιο. Μόνο εκείνος μπορούσε να τη σταματήσει. Μόνο σε εκείνον γαλήνευε. Μόνο εκείνος θα μπορούσε να τη βγάλει από τη μέση. Άρχισε τις ετοιμασίες για το ταξίδιΤο ταξίδι στον κόσμο της που τόσο του είχε λείψει και που είχε παλέψει τόσο με τον εαυτό του τα το βγάλει από μέσα του. Μάζεψε όλα τα χαρτιά και όλα τα γράμματα που της είχε γράψει χωρίς να της στείλει ποτέ. Τα έδεσε και έφτιαξε μια εύθραυστη σκάλα με μουντζούρες, διορθώσεις και λόγια μικρά και τεράστια. Μια σκάλα που θα τον έφερνε κοντά της για μια νύχτα. Τόσο του χρειαζόταν. Για να πάρει όλο το θάρρος που έπρεπε για να μη της αντισταθεί.
Με το πρώτο φως πιάστηκε από τη χάρτινη σκάλα και άρχισε να γλιστράει από τα κόμματα και τις παρενθέσεις, τα εισαγωγικά και τα αποσιωπητικά, ειδικά από αυτά. Γλιστρούσε μειώνοντας την απόσταση που τους χώριζε. Σίγουρα θα του είχε κρυφτεί. Τον ένιωθε να πλησιάζει. Τον περίμενε άπειρα έτη φωτός. Το κυνηγητό θα ήταν ανελέητο. Μέχρι εξαντλήσεως. Το ταξίδι του θα τελείωνε απότομα. Τα γράμματα δεν έφταναν μέχρι την προσγείωση. Δεν τα είχε υπολογίσει καλά. Η σκάλα ήταν έτοιμη να διαλυθεί στον αέρα. Προσπάθησε να προετοιμαστεί για την πτώση. Έβλεπε μια πράσινη έκταση να χαϊδεύει τα πόδια του σχεδόν. Κουλουριάστηκε αφήνοντας το τελευταίο σίγμα τελικό από ένα μικρό χαρτί. Έπεσε με την πλάτη στα γρασίδια.
Το χώμα ήταν νωπό. Ένιωσε την υγρασία στο σώμα του με ένα μικρό μούδιασμα. Ο πόνος ήταν ανεπαίσθητος. Η λησμονιά ατελείωτη. Η παρουσία της βρισκόταν παντού. Τη μύριζε στον αέρα. Είχε έρθει επιτέλους στον κόσμο της με το πλέον ανορθόδοξο ταξίδι. Έπρεπε να τη βρει. Να τη δαμάσει όπως τότε. Το σώμα του θυμόταν όλα όσα είχε προσπαθήσει να ξεχάσει. Ήταν θέμα χρόνου. Έμεινε έτσι ξαπλωμένος για λίγο. Όσο χρειαζόταν για  να τη φέρει σαν εικόνα μπροστά του. Με τα χέρια του χάιδεψε ασυναίσθητα το γρασίδι. Αίσθηση γείωσης και επαναπροσδιορισμού. Κυλίστηκε σαν παιδί στα χόρτα σε μια έκταση που την είχε μόνο για εκείνον και τις σκέψεις του. Αφέθηκε τελείως στη στιγμή και  έπεσε στην παγίδα της. Το παιχνίδι είχε ήδη ξεκινήσει. Ένα μικρό ρυάκι στη μέση του πουθενά τον ρούφηξε στη δίνη του. Ένα υγρό λαγούμι είχε στηθεί για να τον καλωσορίσει σε μια παρτίδα σκάκι χωρίς κανόνες. Ένα υπόγειο ρεύμα που υποψιαζόταν πολύ καλά πού θα τον οδηγούσε. Συνέχισε να πέφτει παραδομένος… 

FALLING WITH HIS BACK ON THE GRASS

He hadn’t set foot on her planet for about a quarter to eight years. He had sworn to himself that he wouldn’t come back for her. Now there were no other options. She had started doing all those things that she shouldn’t. She spread evil to all the others but him. Never on him. He knew it. He searched in every speck of stardust for his ego, in every super nova. In vain. Only he could stop her. Only in his arms would she find peace. Only he could get her out of the way. He started preparing for the trip. The trip to her world that he had missed a lot and had struggled with himself to get it out of him. He gathered all  the letters that he had written to her without sending them. He tied them all together and he had a fragile ladder made of smudges, corrections, insignificant and significant words. A ladder that would bring him to her for just one night. That’s what he needed. To get all the strength it took not to resist her.


At dawn he grabbed the paper ladder and he began to glide from the commas, the brackets, the quotation marks and the dots, especially those. He slid reducing the distance that separated them. She would surely have hidden. She felt him coming. She had been waiting for him for infinite light years. The chase would be merciless. Until the knock out. His trip would end abruptly. The letters were not enough for landing. He didn’t estimate it. The ladder was about to dissolve in the air. He tried to prepare himself for the fall. He could see a green field almost touching his feet. He wrapped himself up letting go the last letter from a small piece of paper. He fell with his back on the grass.

The soil was wet. He felt the humidity on his body with a small numbness. The pain was imperceptible. The oblivion was endless. Her presence was everywhere. He could smell her in the air. He was finally in her world in the most unusual way. He had to find her. To tame her like he once had. His body still remembered all those he had tried to forget. It was just a matter of time. He stayed lying down like that for a while. As long as it took to bring her image in front of him. He caressed the grass unconsciously. A sense of grounding and redefinition. He rolled on the grass like a child in an area that he had only for him and his thoughts. He let himself completely in the moment and fell in her trap. The game had already begun. A small stream in the middle of nowhere sucked him in its swirl. A wet burrow was there to welcome him in a game of chess with no rules. An undercurrent that he suspected very well where it would lead him. He continued to fall, in a sweet surrender…  

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

ΤΟ ΕΚΤΟ ΔΑΧΤΥΛΟ

Είχε άλλες τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Τουλάχιστον τόσο το υπολόγιζε. Μετά θα χανόταν. Ήδη είχε αρχίσει να ατροφεί. Να μικραίνει. Να αποδυναμώνεται. Στις τελευταίες της παραγγελίες το αποτέλεσμα σίγουρα δεν ήταν αυτό που περίμενε η ίδια και οι πελάτες της. Εκείνο το καπέλο δεν είχε βγει με το χιούμορ που ήθελε, εκείνη η ποδιά δεν είχε τη δόση της αυτοεκτίμησης που είχε τάξει κι εκείνο το παλτό σίγουρα δεν είχε την καρτερικότητα που ήθελε να δώσει. Δεχόταν τις παραγγελίες της συγκεκριμένες ώρες και ημέρες. Κάθε Τρίτη και Πέμπτη απόγευμα. Η φήμη της είχε ξεπεράσει τα όρια της πόλης αλλά και των πιο απομακρυσμένων σπιτιών της χώρας. Πολλές φορές δε χωρούσαν στην αυλή της και ευγενικά θα αποχωρούσαν για να δοκιμάσουν την επόμενη φορά. Κι αυτό με απόλυτο σεβασμό και ευγένεια στο πρόσωπό της. Το μυστικό βρισκόταν στο έκτο της δάχτυλο. Ένα τόσο δα διακριτικό δαχτυλάκι στο αριστερό της χέρι δίπλα στο ήδη υπάρχον μικρό. Πάντα φορούσε μια δαχτυλήθρα. Δεν είχε καταλήξει αν με αυτόν τον τρόπο το έκρυβε από τα περίεργα βλέμματα ή το τόνιζε περισσότερο. Πλέον το ένιωθε γυμνό χωρίς αυτήν.  Δεν την έβγαζε ούτε στον ύπνο της. Πάντως όλοι γνώριζαν για το δάχτυλο αυτό. Γι αυτό το λόγο έρχονταν. Για την επαφή. Τους άγγιζε καθώς τους έπαιρνε τα μέτρα και μπορούσε να νιώσει τι τους έλειπε. Για ποιο λόγο ήταν αμήχανοι, νευρικοί, σκυθρωποί, ακόμα και δυστυχισμένοι. Να, για παράδειγμα, στο μαντήλι που θα παρέδιδε απόψε είχε βάλει και λίγα χάδια μπλεγμένα στο γαζί . Το δάχτυλο της είχε νιώσει ότι το σώμα της γυναίκας που είχε απέναντι της είχε στερηθεί την τρυφερότητα. Διάλεξε ένα ωραίο αραχνοΰφαντο ύφασμα, αέρινο με ένα τεράστιο παγώνι στο κέντρο και εκεί διάλεξε να κρύψει δύο αόρατα ακούραστα χέρια να χαϊδεύουν το λαιμό και τα μαλλιά της ανάλογα με τον τρόπο που το φορούσε.
Ή έβρισκε τον τρόπο να βάλει τρεις γύρους ρολογιού στο πέτο του σακακιού εκείνου του άνδρα που του έλειπε ο χρόνος και δεν προλάβαινε να είναι με τους ανθρώπους που αγαπά περισσότερο.
Δε βρισκόταν πάντα εκεί. Όταν ήταν μικρή οι θειάδες της την παίνευαν για τα κρινοδάχτυλά της και της μάθαιναν να πλέκει και να κεντάει. Μην πάνε χαμένα τόσο ντελικάτα άκρα. Να μάθει και την τέχνη. Και την έμαθε και μαζί της έμαθε τα πανιά, τις ίνες, τα μαλλιά. Πήρε και την πρώτη της ραπτομηχανή μεγαλώνοντας. Πέρασε πολλά βράδια πάνω από επιδιορθώσεις. Οι γειτόνισσες της έφερναν να μαντάρει, να φτιάξει το στρίφωμα, να περάσει ένα γαζί και εκείνη μάθαινε τις ιδιοτροπίες των πανιών. Άρχισε να παίρνει σιγά –σιγά τις πρώτες της παραγγελίες για φορέματα, για μαντήλια, για ανδρικά πουκάμισα και γιλέκα. Έφευγε χαράματα να διαλέξει τα υφάσματα και τις κλωστές στην αγορά. Δούλευε με συνέπεια και λεπτομέρεια. Με αγάπη για την κάθε παραγγελία και όλοι μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια για τη δουλειά της. Όλοι είχαν να πουν μια καλή κουβέντα για τη λιγομίλητη και μοναχική νεαρή γυναίκα.
Κι ένα μεσημέρι εμφανίστηκε ένα μικρό εξόγκωμα, σα μικρό λοφάκι  στην άκρη του χεριού της. Κάπου θα χτύπησα, σκέφτηκε αλλά δεν ένιωθε πόνο. Οι μέρες περνούσαν και το λοφάκι γινόταν ένα μικρό βουνό, άγριο, ακανόνιστο, αφιλόξενο. Ο φόβος και η αποστροφή έγιναν σιγά - σιγά αποδοχή. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί τότε και όχι νωρίτερα. Γενετική ανωμαλία; Θαύμα της φύσης; Μήπως τιμωρία; Ό,τι κι αν ήταν το δέχτηκε. Και αυτό σαν να είχε δική του προσωπικότητα ανταπέδωσε το θερμό χαιρετισμό. Της χάρισε μια διαύγεια, μια διορατικότητα ως προς τους άλλους ανθρώπους. Ένιωθε όλα τους τα θέλω, όλα αυτά που τους έλειπαν και όλα αυτά που τους κρατούσαν πίσω από το να είναι πραγματικά ευτυχισμένοι.
Προσπαθούσε να τους τα προσφέρει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Γνωρίζοντας όλα τα υφάσματα πλέον άριστα, μπορούσε να κρύβει μέσα τους όλα εκείνα τα ανθρώπινα συστατικά. Ήξεραν όμως ότι τα δώρα αυτά δε θα κρατούσαν για πάντα. Ένα μαντήλι με χάδια κάποτε θα ξέφτιζε και ο ιδιοκτήτης του θα έπρεπε να έχει μάθει να ζει χωρίς αυτό πλέον. Να έχουν ήδη αλλάξει τη ζωή τους προς την οδό της ευτυχίας. Άλλοι με δυσκολία. Άλλοι με δυσπιστία, άλλοι με ανασφάλεια, άλλοι με θυμό, όλοι όμως με ευγνωμοσύνη.
Έπρεπε να βιαστεί. Τον τελευταίο καιρό το ένιωθε να χάνει τη δύναμή του. Το μικρό έκτο δάχτυλο γινόταν πάλι ένα μικρό λοφάκι, έτοιμο να το ρουφήξει το δέρμα. Έπρεπε να βιαστεί να τελειώσει τις παραγγελίες, να φανεί συνεπής μέχρι τέλους απέναντι σε όλους εκείνους που είχαν έρθει να τη δουν από τόσο μακριά. Υπολόγιζε τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Τουλάχιστον έτσι πίστευε.

THE SIXTH FINGER

She had three more days and nights. At least that’s how much she thought. Then it would disappear. It had already started to weaken. Το get smaller. Lose its power. The result wasn’t surely what she and her clients expected on her last orders. That hat didn’t come out with the humor she wanted, that apron didn’t have that dose of self-esteem she had promised and that coat definitely lacked the patience she wanted to give. She would take the orders on specific days and hours of the week. Every Tuesday and Thursday afternoon. Her fame had surpassed city limits and even the more remote houses of the country. People would often be too many to fit in her yard and would kindly leave only to come again next week. In total respect and kindness towards her. The secret was in her sixth finger. A tiny little finger in her left hand next to her small one. She always wore a thimble. She hadn’t decided whether she hid it from the curious glances in that way or emphasized it. She now felt it naked without it. Even in her sleep she would still wear it. Everyone knew about that finger. That is why they would come to her. For the contact. She touched them as she measured them and she could sense what they missed. Why they were awkward, nervous, gloomy or even unhappy. For instance, she had put some caresses in the stitch of the scarf she was to deliver tonight. Her finger had felt that the female body in front of her had been deprived of all caresses. She chose a fine thin fabric with an enormous peacock it the centre. That’s where she chose to hide two invisible tireless hands caressing her neck and hair depending on how she wore it.
Or she would find a way to put three more clock rounds in the lapel of that man's jacket who was always short of time and couldn’t be with the ones he loved the most. 
It wasn’t always there. When she was a kid her aunts praised her fine fingers and taught her to knit and embroider. Such a shame for them to be wasted. She also learned the fabrics and the cloths. She bought her first sewing machine as she grew older and she spent a lot of nights over repairs. The neighbors brought her clothes for a stitch or a hem and she learned the fabrics secrets. She started to have her first orders for dresses, scarves, men’s shirts and vests. She would leave at dawn to go to the market to choose fabrics and threads. She worked in a consistent and detailed way. She loved every order and they all spoke very highly of her work. Everyone had something positive to say for that lonely young woman.
An afternoon a small protuberance appeared on the edge of her hand, like a small hill. I must have hurt it somewhere, she thought but she felt no pain. Days passed and the small hill was becoming a small mountain. Rough, sharp and hostile. Fear and repulsion gradually became acceptance. She couldn’t understand why then and not earlier. Genetic disorder? Miracle of nature? Punishment perhaps? Whatever it was she accepted it. It repaid the warm greeting as if it had a personality of its own. It gave her clarity, an insight as to other people. She could feel what they wanted, what they missed and what held them from being truly happy.
She tried to offer them all these in the best way. Aware of all fabrics, she could hide in them all those human ingredients but people knew that these gifts wouldn’t last forever. A scarf full of caresses would eventually ravel and its owner would have to learn to live without it by then. They would have changed their lives towards the path of happiness. Some people would do it with difficulty, others in disbelief, insecurity, anger but all in great gratitude.
She had to hurry up. Lately she felt it was losing its power. The small sixth finger was becoming a small hill again, ready to be sucked up by skin. She had to hurry up and finish her orders. She had to show consequence to all those people visiting her from far away. She estimated three days and three nights or at least she thought so.