Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

ΤΟ ΕΚΤΟ ΔΑΧΤΥΛΟ

Είχε άλλες τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Τουλάχιστον τόσο το υπολόγιζε. Μετά θα χανόταν. Ήδη είχε αρχίσει να ατροφεί. Να μικραίνει. Να αποδυναμώνεται. Στις τελευταίες της παραγγελίες το αποτέλεσμα σίγουρα δεν ήταν αυτό που περίμενε η ίδια και οι πελάτες της. Εκείνο το καπέλο δεν είχε βγει με το χιούμορ που ήθελε, εκείνη η ποδιά δεν είχε τη δόση της αυτοεκτίμησης που είχε τάξει κι εκείνο το παλτό σίγουρα δεν είχε την καρτερικότητα που ήθελε να δώσει. Δεχόταν τις παραγγελίες της συγκεκριμένες ώρες και ημέρες. Κάθε Τρίτη και Πέμπτη απόγευμα. Η φήμη της είχε ξεπεράσει τα όρια της πόλης αλλά και των πιο απομακρυσμένων σπιτιών της χώρας. Πολλές φορές δε χωρούσαν στην αυλή της και ευγενικά θα αποχωρούσαν για να δοκιμάσουν την επόμενη φορά. Κι αυτό με απόλυτο σεβασμό και ευγένεια στο πρόσωπό της. Το μυστικό βρισκόταν στο έκτο της δάχτυλο. Ένα τόσο δα διακριτικό δαχτυλάκι στο αριστερό της χέρι δίπλα στο ήδη υπάρχον μικρό. Πάντα φορούσε μια δαχτυλήθρα. Δεν είχε καταλήξει αν με αυτόν τον τρόπο το έκρυβε από τα περίεργα βλέμματα ή το τόνιζε περισσότερο. Πλέον το ένιωθε γυμνό χωρίς αυτήν.  Δεν την έβγαζε ούτε στον ύπνο της. Πάντως όλοι γνώριζαν για το δάχτυλο αυτό. Γι αυτό το λόγο έρχονταν. Για την επαφή. Τους άγγιζε καθώς τους έπαιρνε τα μέτρα και μπορούσε να νιώσει τι τους έλειπε. Για ποιο λόγο ήταν αμήχανοι, νευρικοί, σκυθρωποί, ακόμα και δυστυχισμένοι. Να, για παράδειγμα, στο μαντήλι που θα παρέδιδε απόψε είχε βάλει και λίγα χάδια μπλεγμένα στο γαζί . Το δάχτυλο της είχε νιώσει ότι το σώμα της γυναίκας που είχε απέναντι της είχε στερηθεί την τρυφερότητα. Διάλεξε ένα ωραίο αραχνοΰφαντο ύφασμα, αέρινο με ένα τεράστιο παγώνι στο κέντρο και εκεί διάλεξε να κρύψει δύο αόρατα ακούραστα χέρια να χαϊδεύουν το λαιμό και τα μαλλιά της ανάλογα με τον τρόπο που το φορούσε.
Ή έβρισκε τον τρόπο να βάλει τρεις γύρους ρολογιού στο πέτο του σακακιού εκείνου του άνδρα που του έλειπε ο χρόνος και δεν προλάβαινε να είναι με τους ανθρώπους που αγαπά περισσότερο.
Δε βρισκόταν πάντα εκεί. Όταν ήταν μικρή οι θειάδες της την παίνευαν για τα κρινοδάχτυλά της και της μάθαιναν να πλέκει και να κεντάει. Μην πάνε χαμένα τόσο ντελικάτα άκρα. Να μάθει και την τέχνη. Και την έμαθε και μαζί της έμαθε τα πανιά, τις ίνες, τα μαλλιά. Πήρε και την πρώτη της ραπτομηχανή μεγαλώνοντας. Πέρασε πολλά βράδια πάνω από επιδιορθώσεις. Οι γειτόνισσες της έφερναν να μαντάρει, να φτιάξει το στρίφωμα, να περάσει ένα γαζί και εκείνη μάθαινε τις ιδιοτροπίες των πανιών. Άρχισε να παίρνει σιγά –σιγά τις πρώτες της παραγγελίες για φορέματα, για μαντήλια, για ανδρικά πουκάμισα και γιλέκα. Έφευγε χαράματα να διαλέξει τα υφάσματα και τις κλωστές στην αγορά. Δούλευε με συνέπεια και λεπτομέρεια. Με αγάπη για την κάθε παραγγελία και όλοι μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια για τη δουλειά της. Όλοι είχαν να πουν μια καλή κουβέντα για τη λιγομίλητη και μοναχική νεαρή γυναίκα.
Κι ένα μεσημέρι εμφανίστηκε ένα μικρό εξόγκωμα, σα μικρό λοφάκι  στην άκρη του χεριού της. Κάπου θα χτύπησα, σκέφτηκε αλλά δεν ένιωθε πόνο. Οι μέρες περνούσαν και το λοφάκι γινόταν ένα μικρό βουνό, άγριο, ακανόνιστο, αφιλόξενο. Ο φόβος και η αποστροφή έγιναν σιγά - σιγά αποδοχή. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί τότε και όχι νωρίτερα. Γενετική ανωμαλία; Θαύμα της φύσης; Μήπως τιμωρία; Ό,τι κι αν ήταν το δέχτηκε. Και αυτό σαν να είχε δική του προσωπικότητα ανταπέδωσε το θερμό χαιρετισμό. Της χάρισε μια διαύγεια, μια διορατικότητα ως προς τους άλλους ανθρώπους. Ένιωθε όλα τους τα θέλω, όλα αυτά που τους έλειπαν και όλα αυτά που τους κρατούσαν πίσω από το να είναι πραγματικά ευτυχισμένοι.
Προσπαθούσε να τους τα προσφέρει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Γνωρίζοντας όλα τα υφάσματα πλέον άριστα, μπορούσε να κρύβει μέσα τους όλα εκείνα τα ανθρώπινα συστατικά. Ήξεραν όμως ότι τα δώρα αυτά δε θα κρατούσαν για πάντα. Ένα μαντήλι με χάδια κάποτε θα ξέφτιζε και ο ιδιοκτήτης του θα έπρεπε να έχει μάθει να ζει χωρίς αυτό πλέον. Να έχουν ήδη αλλάξει τη ζωή τους προς την οδό της ευτυχίας. Άλλοι με δυσκολία. Άλλοι με δυσπιστία, άλλοι με ανασφάλεια, άλλοι με θυμό, όλοι όμως με ευγνωμοσύνη.
Έπρεπε να βιαστεί. Τον τελευταίο καιρό το ένιωθε να χάνει τη δύναμή του. Το μικρό έκτο δάχτυλο γινόταν πάλι ένα μικρό λοφάκι, έτοιμο να το ρουφήξει το δέρμα. Έπρεπε να βιαστεί να τελειώσει τις παραγγελίες, να φανεί συνεπής μέχρι τέλους απέναντι σε όλους εκείνους που είχαν έρθει να τη δουν από τόσο μακριά. Υπολόγιζε τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Τουλάχιστον έτσι πίστευε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: