Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΒΡΟΧΗ...



      Είχαν πέσει στα γόνατα κι έκλαιγαν. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού είχαν μαζευτεί στην πλατεία. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που είχε ξεκινήσει σαν ένα σφύριγμα, σαν αδέξιο χτύπημα από παιδικό χέρι στα παράθυρα και στις ταράτσες, σαν κάτι που ήθελε να τρυπώσει  από τις γρίλιες  στο εσωτερικό των σπιτιών και να μείνει εκεί. Είχε έρθει όταν οι περισσότεροι είχαν ξεχάσει την εικόνα της και τη φωνή της. Κι όμως, μετά από ενάμιση χρόνο περίπου η βροχή είχε έρθει. Οι κάτοικοι βγήκαν με τις πιζάμες και τα νυχτικά τους και συγκεντρώθηκαν στην πλατεία του χωριού, λες και, αν μαζεύονταν όλοι μαζί, θα ήταν επίσημο και σίγουρα δε θα το μετάνιωνε να φύγει και να κάνει πάλι τόσο καιρό να έρθει να τους επισκεφτεί. Οι καμπάνες και η σειρήνα του πυροσβεστικού σταθμού χτυπούσαν φρενιασμένα. Όλοι με τα μαλλιά τους αχτένιστα και τα μάτια πρησμένα από τις τσίμπλες και τα δάκρυα είχαν γονατίσει και έκλαιγαν σαν κάτι να είχε σκιρτήσει μέσα τους και να μην το πίστευαν.
    Οι σταγόνες έπεφταν τώρα με δύναμη και η μπόρα έσκιζε τον ουρανό με μπουμπουνητά και αστραπές. Έπεφταν με τόση δύναμη που σχημάτιζαν μικρές λιμνούλες και αυλάκια που τα ρουφούσε αχόρταγα το στεγνό χώμα. Τα παιδιά χόρευαν ξυπόλητα και άνοιγαν το στόμα τους να καταπιούν τις σταγόνες. Το μικρό χωριό, όπου είχαν καταστραφεί οι σοδειές και οι καλλιέργειές του, βίωνε ένα μεταμεσονύκτιο παγανιστικό γλέντι. Οι δυνάμεις της φύσης τους είχαν λυπηθεί επιτέλους. Το έδαφος  θα έδινε σιγά σιγά τους καρπούς του που τώρα μόνο πληγές από τη δίψα του μετρούσε. 
     Ο πρώτος που το παρατήρησε ήταν ο μικρός Μάριο που έτρεξε να το πει στον παππού του. Καθώς χόρευε με τα άλλα παιδιά, παρασυρμένα και από τη συγκίνηση των μεγάλων, κοντοστάθηκε απλώνοντας τα μικρά του χέρια και παρατήρησε τις σταγόνες, κάτι που είχαν κάνει και οι άλλοι αλλά κανείς τους δεν είχε δει αυτό που έκαναν τα μάτια του να γουρλώσουν. 
«Παππού, παππού, κοίτα», ούρλιαξε και έπεσε στην αγκαλιά του ηλικιωμένου ξερακιανού άντρα που παραλίγο να σωριαστεί στις πλάκες έξω από το καφενείο. 
«Παππού, κοίτα, ο Φελίπε, γύρισε, τον βλέπω!», του φώναζε και τα μάτια του έλαμπαν από τον ενθουσιασμό. 
     Ο Φελίπε ήταν το άσπρο κουνελάκι που του είχαν χαρίσει πρόπερσι τέτοια εποχή και ο μικρός έπαιζε συνέχεια μαζί του στον κήπο και στο χωράφι όταν ακολουθούσε τον παππού και τον πατέρα του στις δουλειές. Είχε ζήσει μόνο ένα τρίμηνο και πέθανε ξαφνικά. Είπαν στον μικρό ότι έφυγε στο δάσος για να μην τον στενοχωρήσουν. Και τώρα έβλεπε το κουνελάκι του στις σταγόνες της βροχής που όσο και αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να συγκρατήσει στα μικρά του χέρια. Ο παππούς του φόρεσε τα γυαλιά του, που είχε πάντα στην τσέπη του, και προσπάθησε να δει τι εννοούσε ο μικρός. Μάταια. Όσο κι αν προσπαθούσε, δεν έβλεπε τίποτα, δε διέκρινε τη γνωστή φιγούρα του μικρόσωμου ζώου. Όμως κι οι υπόλοιποι θαμώνες του καφενείου, που σίγουρα κάποιοι είχαν ζωηρότερη όραση, δεν είδαν τίποτα. Ο μικρός απογοητευμένος πήγε πάλι πίσω στα υπόλοιπα παιδιά και το έδειξε σε αυτά. Κι αυτά είδαν. Το καθένα είδε όχι τον Φελίπε, αλλά κάποιον που είχε χάσει. Τον παππού, τη γιαγιά, τη μαμά ή τον μπαμπά τους, ακόμα και ένα σκυλάκι ή ένα γατάκι ή κάποιο αγαπημένο τους παιχνίδι. Το κάθε παιδί διέκρινε στις σταγόνες της βροχής που έπεφταν την εικόνα κάποιου που τους είχε λείψει πολύ, που είχαν να δουν καιρό και που αγαπούσαν δυνατά. Η απώλεια και η έλλειψη είχε γράψει διαφορετικά σε κάθε παιδί και οι αντιδράσεις ήταν διαφορετικές. Οι μεγάλοι είδαν ξαφνικά τα παιδιά από εκεί που έπαιζαν και χόρευαν τραγουδώντας να αντιδρούν ξαφνικά και να ξεκινήσουν άλλα τα κλάματα , άλλα τα χαμόγελα, άλλα να πέφτουν σε βαθιά σιωπή, άλλα να φωνάζουν ονόματα που δεν υπήρχαν πια ανάμεσα τους. Ένα μικρό πανδαιμόνιο ξέσπασε κι όσο και αν προσπάθησαν να τα καταλάβουν , δεν είδαν τίποτα όσο κι αν τα παιδιά με αγανάκτηση ούρλιαζαν ότι έβλεπαν μορφές. Η συναισθηματική ένταση κορυφωνόταν και αποφάσισαν το αυτονόητο. Τα πήραν βιαστικά στα σπίτια τους και τα άφησαν να ηρεμήσουν. Η βροχή συνέχιζε να πέφτει για τρία μερόνυχτα. Μια βροχή δροσερή, μυρωδάτη και άκρως ανακουφιστική. Οι σοδειές θα καρποφορούσαν, τα χώματα θα ξεδιψούσαν και τα πηγάδια θα γέμιζαν πάλι. Α, ναι, και η ζωή θα επέστρεφε στην κανονικότητα, όποια και αν ήταν αυτή. 
     Και όντως, τέσσερις μήνες πέρασαν ήσυχα με άφθονα χαμόγελα στα χείλια και κουβέντες να κυκλοφορούν με θέμα τι άλλο, τη βροχή και το πόσο καλό έκανε. Παντού. Τα παιδιά γύρισαν στο σχολείο και στα διαβάσματα και στα παιχνίδια τους στην πλατεία του χωριού. Οι γονείς στις δουλειές τους στα χωράφια οι περισσότεροι και στα ζώα τους. Όλα ήταν όπως πριν και η αίσθηση της γαλήνης φώλιαζε και πάλι ανενόχλητη στις καρδιές των απλών ανθρώπων. Ή σχεδόν.
    Ξεκίνησε ταυτόχρονα. Τα παιδιά άρχισαν να εκδηλώνουν μια περίεργη συμπεριφορά. Ήταν αφηρημένα, κοιμόντουσαν πολύ και είχαν αρχίσει να κλείνονται στον εαυτό τους. Είχαν αρχίσει να παραμελούν τα μαθήματά τους, ακόμα και οι καλοί μαθητές και μαθήτριες απλά κουβαλούσαν το σώμα τους και τα βιβλία τους στο σχολείο, χωρίς κανένα ενδιαφέρον. Οι δάσκαλοι κάλεσαν τους γονείς σε συνελεύσεις με την υπόνοια ότι κάτι γίνεται στο σπίτι. Οι γονείς πάλι πίστευαν ότι κάτι γίνεται στο σχολείο γιατί είχαν παρατηρήσει ότι δεν έτρωγαν πολύ, δε διάβαζαν, δεν έπαιζαν, κλείνονταν στο δωμάτιό τους με τις ώρες και το μυαλό τους ταξίδευε πάντα αλλού. Μετά από καμιά βδομάδα, ξεκίνησαν οι διάλογοι. Τα παιδιά όταν κλείνονταν στο δωμάτιό τους μίλαγαν με κάποιον δυνατά. Ολόκληροι διάλογοι πλέκονταν και, όταν έμπαιναν μέσα να δουν τι γίνεται, εκείνα σταματούσαν. Αυτό γινόταν και στα διαλείμματα αλλά και στην ώρα της γυμναστικής. Με το ίδιο αφηρημένο ύφος που είχαν όλο αυτό το διάστημα συνομιλούσαν με φανταστικούς και αόρατους ανθρώπους και ήταν άκρως απορροφημένα σε αυτή τη διαδικασία. Αρχικά δεν αποκάλυπταν τους συνομιλητές τους αλλά όταν το έπραξαν γονείς και δάσκαλοι σοκαρίστηκαν. Μιλούσαν με τον Φελίπε το κουνελάκι, τον παππού ή τη γιαγιά που είχαν φύγει από τη ζωή, γονείς αλλά και τα αγαπημένα τους παιχνίδια. 
      Η βραδιά της βροχής έμοιαζε να επαναλαμβάνεται με τρομακτικές διαστάσεις. Εκείνη τη νύχτα απλά έβλεπαν στις σταγόνες τους αγαπημένους τους. Τώρα πλέον τους μιλούσαν και από ότι φαίνεται υπήρχαν και αποκρίσεις στα λεγόμενά τους αυτά. Τρομοκρατημένοι οι μεγάλοι φώναξαν το γιατρό ο οποίος μετά από λεπτομερή εξέταση των παιδιών τηλεφώνησε στο φίλο του και νευρολόγο Σμιτς που έμενε τρία χωριά πιο κάτω. Εκείνος με τη σειρά του ήρθε με τον ψυχίατρο του νοσοκομείου όπου δούλευε. Οι τρεις τους εξέτασαν ενδελεχώς τα παιδιά και δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε κάποια καθαρή διάγνωση. Όλες οι εξετάσεις τους ήταν φυσιολογικές. Αδυνατούσαν να κάνουν τη σύνδεση. Οι εξετάσεις πολλαπλασιάζονταν, ο χειμώνας συνέχιζε με τα κρύα, τις βροχές και το βαρύ κλίμα στο χωριό. Τα παιδιά συνέχιζαν να μιλάνε με τους αγαπημένους τους νεκρούς αλλά τώρα πια είχαν αποκτήσει και ένα είδους εσωτερικής ισορροπίας. Ενώ αρχικά τα ένιωθες να κλείνονται στον εαυτό τους και να θέλουν να το κρατήσουν μυστικό όλο αυτό, τώρα πλέον ήταν κάτι που γινόταν ελεύθερα και ανοιχτά. Σταδιακά είχαν επιστρέψει στους παλιούς τους εαυτούς και ασχολίες. Συγκεντρώνονταν περισσότερο στο σχολείο και στα μαθήματά τους. Το χαμόγελο είχε επιστρέψει στα χείλια τους και μιλούσαν ανοιχτά για τις κουβέντες που είχαν. Στο οικογενειακό τραπέζι θα ακούγονταν φράσεις, όπως : «Ο παππούς το ξέρει ότι δεν έφταιγες εσύ μπαμπά που έφυγε. Ήθελε να το ξέρεις», ή « ο Φελίπε δεν έφυγε αλλά δεν πειράζει που δε μου το είπατε» ή ακόμα «Μαμά, ο μπαμπάς σε έβρισκε πάντα όμορφη αλλά δεν έβρισκε τα λόγια να στο πει». Τέτοιες κουβέντες που έβγαιναν ξαφνικά , έκαναν τα πιρούνια να πέσουν κάτω απότομα, τα δάκρυα να κυλήσουν και να πέσει σιωπή. Όσο απόκοσμο κι αν ήταν στην αρχή ,  πέρασε στη δίνη της συνήθειας, έγινε ένα κομμάτι της καθημερινότητας και μάλιστα κάτι που σχεδόν το λαχταρούσαν οι μεγάλοι. «Δε σου είπε τίποτα ο παππούς σήμερα ;» ή « Τι είπατε σήμερα με τον μπαμπά; Είπε κάτι για μένα;» 
     Εκείνη η πρώτη η βροχή είχε φέρει μια τόσο μεγάλη αναστάτωση αλλά και μια αφύσικη ηρεμία στις σχέσεις των ανθρώπων. Πλέον, μπορούσαν να δουλέψουν το παρελθόν μέσα τους και να μαλακώσουν τα σκληρά συναισθήματα της απώλειας και των εκκρεμοτήτων. Τα παιδιά ένιωθαν καλά με τον καινούργιο τους ρόλο και φυσικά για αυτά είχε εξελιχθεί σε κάτι το απόλυτα φυσιολογικό. Οι γονείς, βλέποντας αυτήν την τροπή, ζήτησαν από τους γιατρούς να αποχωρήσουν. Το είχαν αποδεχθεί  και δε ζητούσαν να ταλαιπωρούνται περισσότερο με εξετάσεις τα παιδιά, αν και το κυριότερο ήταν ότι δεν ήθελαν να αλλάξει κάτι. Ήθελαν να παραμείνουν τα πράγματα ως έχουν, με  πρόσβαση  στη γέφυρα της ζωής και του θανάτου. Ένιωθαν γαλήνη και εξιλέωση. 

    Κι έτσι οι γιατροί έφυγαν με την υπόσχεση ότι θα επιστρέφουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα για να επιβλέπουν την κατάσταση. Κατά βάθος, ήθελαν να δώσουν λίγο περισσότερο χρόνο για να κλείσουν οι πληγές και να επουλωθούν τα όποια τραύματα. Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν ήξερε αν το μυστήριο φαινόμενο αυτό θα είχε διάρκεια.

WAITING FOR THAT RAIN...

     

 Everyone was down on their knees and they were crying. All the villagers were gathered in the square. They could not believe in what has started out as a whistle, like a careless knock out of a child’s hand on the windows and the terraces, as if something was eager to get in from the drapes to the rest of the house and stay there.  It had come when most of them had already forgotten about its image and sound. Still, the rain had come after a year and a half. The villagers in their nightgowns were at the square just as if it made it more official for them and it wouldn’t change its mind and go away. The church bells and the siren of the fire station banged frantically. Everyone with their hair uncombed and their eyes swollen from the sleep and the tears were down on their knees as if something deep inside them had been awakened and it was difficult to believe. 

The raindrops were fiercefully falling and they tore the sky in two with the lightings and the thunders. They fell with such force that they formed small ponds and ditches that the dry soil greedily sipped. The children danced barefoot and opened their mouths to swallow the drops. The small village, whose crops and cultivations had been destroyed, experienced an after midnight pagan feast. The forces of nature had finally shown some mercy on them. The ground would gradually give back its fruit that now only counted its wounds from thirst. 
The first one to notice was small Mario who immediately ran to tell his grandfather.  While dancing with the other kids, carried away by the excitement of the grownups, he stopped, spread his  little hands and got a closer look at the drops, something that the others had done but none of them had seen what made his eyes roll. 
“Grandpa, grandpa, look” he screamed and fell in the elderly skinny man’s arms, who almost fell on the plates of the café. “Grandpa, look. Felipe is back, I see him”, he shouted and his eyes sparkled in excitement. Felipe was the small white rabbit that they gave him the year before and the boy played with it all the time in the garden and in the field when he followed his father and grandfather to work. It only lived for three months and suddenly died. They told the boy that it ran to the forest in order not to upset him. And now he saw the rabbit in the raindrops which, no matter how hard he tried, he could not hold in his tiny hands. His grandfather put on his glasses that always kept in his pocket, and tried to figure out what the kid was saying. But it was in vain. As much as he tried, he could not see a thing, he could not make out the familiar figure of the small animal. But even the rest of the people at the café, who some had more vivid vision, did not see a thing. The boy got disappointed and returned to the other children and showed them. And then, they saw it. Each one saw not Felipe but someone or something   they had lost, grandpa, grandma, their mother or father, even a small dog or cat or a favorite toy. Each child saw in the raindrops that fell the image of someone they had missed, someone dear that they had not seen in a long time. The lack and loss had left their mark differently in each kid and their reactions varied. The grownups saw the children  stop playing and dancing  suddenly and reacting by crying or smiling or falling into deep silence or shouting out names that no longer existed. A small pandemonium broke out and as much as they wanted to understand them, they did not see the figures that the children were indignantly screaming about. The emotional tension was reaching its peak and they decided to act logically. They hastily took the children home and let them calm down. The rain kept on falling for three days and nights. A rain that was refreshing, fragrant and extremely soothing. Their crops would give fruits, the soils would forget their thirst and the wells would be full of water again. Oh yes, life would return to normality, whatever that might be.
      And so, four months passed by peacefully with smiles and conversations about the rain and its benefits on everything. The kids went back to school and their homework and games at the village’s square. Their parents returned to their works in the fields and most of them to their cattle. Everything returned to normal and that sense of calmness nested again undisturbed in the hearts of simple men, or at least it seemed so. 
     It started simultaneously. The children started behaving in a strange way. They were abstracted, slept much more and began to become introvert. They had begun to neglect their schoolwork, even the good students just carried their bodies and books to school with no interest at all. The teachers called the parents for a talk under the suspicion that something was going on at home. The parents, on the other hand, believed that something was going on at school because they had lost their appetite and the mood for playing, they were locked in their rooms for hours and they were absentminded. After a week, the dialogues started. The children when they were locked in their rooms, they were talking to someone loudly. Entire dialogues were taking place and when the parents entered to check them out, the children stopped. The same happened in the school breaks and the training time. The children, with the same abstract look they had all this time, were talking to imaginary and invisible people and were highly absorbed in this process. At first, they would not reveal these people but when they did their parents and teachers were shocked. They talked to Felipe, the bunny, the grandpa or grandma who had passed away, parents and beloved toys. 
    The night of the rain seemed to be repeated in terrifying dimensions. On that night they just saw their beloved ones. Now they talked to them and it seemed that there were responses to their sayings. The grownups got terrified and called the doctor who, after he examined the children in great detail, phoned his friend and neurologist Smits who lived three villages away. He came with the psychiatrist of the hospital where we worked. The three of them examined thoroughly each one of the children and were not able to reach a conclusion. All their tests were normal. They were not able to see the connection. The tests multiplied, the cold winter continued with the rains and the dark mood in the village. The children kept talking with their beloved deceased but now they had a kind of inner balance. While at first you could see them shut down in themselves and want to keep it a secret, now it was something that was freely and openly done. They had gradually returned to their old selves and habits. They concentrated more on their schoolwork. The smile was back on their faces and they talked openly about the conversations they had. At the family table, you could hear phrases like: “Dad, grandpa knows that his death was not your fault. He wanted you to know that”, or “Felipe didn’t go away but it is all right that you didn’t tell me”, or even “Mum, Dad always thought that you are beautiful but he could not find the words to say so”. Phrases like that that came out suddenly, made the forks fall down and the tears roll down and the silence spread around. At first it felt so eerie but as time went by, it became a habit, a part of everyday life and in fact something that the grownups longed for. “Didn’t grandpa say anything today?”, or “What did you talk about with Dad today? Did he say anything about me?” 
    That first rain had brought such a fuss but also an unnatural serenity in relations.  Now, they could work on their past inside them and soften the harsh feelings of loss and unfinished businesses. The children felt comfortable with their new role and it was now something completely normal. The parents, witnessing this fact, asked the doctors to leave. They had accepted it and they didn’t want the children to suffer with more tests, but deep inside they didn’t want anything to change. They wanted the things to keep exactly the same, with an access to the bridge of life and death. They felt peace and atonement. 

      So the doctors left with the promise that they would return on a regular basis to monitor the situation. Basically, they wanted more time for the wounds to heal. Anyway, nobody knew if that mysterious phenomenon would last.