Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

ΤΟΣΟΔΟΥΛΗΣ ASTROBOY


Ένιωσε το έντονο φως να πονάει τα βλέφαρά του. Σαν να τον προκαλούσε να ανοίξει τα μάτια του. Ένας ρυθμικός, επαναλαμβανόμενος ήχος του έδινε έναν εσωτερικό παλμό στις αναπνοές του. Θύμιζε νερό, ένα μικρό κύμα που τον πλησίαζε και μετά απομακρυνόταν. Από μακριά άκουγε κάτι που έμοιαζε με βατράχι. Ή μπορεί και όχι. Είχε ξεχάσει σχεδόν όλα τα χρώματα, όλους τους ήχους και κάπου εκεί είχε ξεχάσει και τον εαυτό του. Στη σελίδα 34 του παλιού του σημειωματάριου.
Ζούσε εκεί τους τελευταίους δύο μήνες. Είχε εγκλωβιστεί στην προσπάθειά του να λύσει ένα πολύ δύσκολο πρόβλημα αστροφυσικής. Το πάλευε μέρες και νύχτες. Τον βασάνιζε στον ύπνο του και όλη την ημέρα κρατούσε άπειρες σημειώσεις και συνδυασμούς όλων τον πιθανών τύπων που μπορεί να έφερναν τη λύση. Εκείνο το βράδυ είχε ξενυχτήσει στο γραφείο του. Είχε μπει τόσο πολύ μέσα σε αυτό και τις σκέψεις του που απλά μπλέχτηκε στις ίδιες του τις μουντζούρες, στα ίδια του τα γράμματα και τους αριθμούς, στα ίδια του τα σύμβολα. Σαν να γλίστρησε στον ίδιο του το συλλογισμό με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Όσο κι αν φώναξε, όσο κι αν έσπρωξε τις μουντζούρες του για να σκαρφαλώσει προς μια αόρατη έξοδο, όσο και αν ακολούθησε τις γραμμές  που έφταναν μέχρι την άκρη της σελίδας, όσο και αν προσπάθησε να βρει μια σχισμή στις τέσσερεις γωνίες, μάταιο. Κι έτσι το πήρε απόφαση. Συνήθισε στο απόλυτο λευκό του χαρτιού, στην απόλυτη ησυχία, στην απόλυτη μοναξιά, στον απόλυτο φόβο ότι θα μείνει για πάντα κρυμμένος μέσα στις ίδιες του τις σκέψεις, στον ίδιο του τον εαυτό.
Όλοι θεώρησαν ότι είχε φύγει ταξίδι μιας και μόλις είχε τελειώσει και η εξεταστική περίοδος. Κανείς δεν είχε ανησυχήσει. Το σημειωματάριό του το είχε βρει ένας μαθητής του μπαίνοντας στο γραφείο του μια μέρα και το πήρε. Το είχε πάντα στην τσάντα του και πού και πού το άνοιγε και του έριχνε μια ματιά. Πολλές φορές είχε σταθεί στη σελίδα 34 αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει τη γνώριμη ανθρώπινη φιγούρα που ούρλιαζε και κουνούσε τα χέρια του σε βοήθεια.
Εκείνο το πρωί είχε πάει με τους φίλους του εκδρομή στη λίμνη. Το είχαν ανοίξει και χάζεψαν τις σημειώσεις του καθηγητή τους για λίγο. Το άφησαν στην όχθη και βούτηξαν στα νερά. Το ανεπαίσθητο κυματάκι έβρεξε τις άκρες του. Αυτήν την ευκαιρία περίμενε . Όταν μαλάκωσαν οι σελίδες λιγάκι κατάφερε να δραπετεύσει. Έπεσε λιπόθυμος στο νωπό χώμα και δεν ήξερε για πόσο χρόνο έμεινε έτσι, μετέωρος στο χώρο και στο χρόνο.
Άνοιξε τα μάτια του. Συνήθισαν στην εικόνα. Ειδυλλιακή λίμνη που όμως φάνταζε ωκεανός, κορμοί δέντρων που έμοιαζαν με ψυχρούς  ουρανοξύστες ,πέτρες στο έδαφος που θύμιζαν διάσπαρτους μετεωρίτες. Φως, χρώματα, ερεθίσματα ξανά στο προσκήνιο. Όλα έμοιαζαν να είναι στη θέση τους αλλά έδιναν την εντύπωση ότι δε χώραγαν πουθενά. Είχε καταφέρει να δραπετεύσει από ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον για να νιώθει πάλι αταίριαστος  ξαφνικά στην απεραντοσύνη του δικού του κόσμου. Το σώμα του  μικρό ακόμα, στις διαστάσεις της σελίδας 34. Τίποτα δεν ήταν στα μέτρα του, μόνο ο φόβος της καινούργιας πραγματικότητας  και η ανάγκη για άμεση προσαρμογή.
Μάζεψε όλη του τη δύναμη και το κουράγιο και έσυρε το σημειωματάριο μέχρι τον πρώτο κοντινό πάσσαλο. Σχεδόν αγκομαχώντας  το έστησε σα σκηνή. Για άλλη μια φορά θα γινόταν το σπίτι του, το καταφύγιό του, η φωλιά του. Χωρίς να ξέρει πλέον αν έχει παγιδευτεί ή αν έχει απελευθερωθεί Χωρίς να ξέρει αν πρέπει να γελάσει δυνατά ή αν πρέπει να αφεθεί σε δάκρυα απόγνωσης. Έχοντας να λύσει ένα ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα αστροφυσικής και όχι μόνο κρατώντας σημειώσεις με μαθηματικούς τύπους και μουντζούρες. Καλά κρυμμένος στον εαυτό του με μια διαύγεια πρωτοφανή. Χάζεψε αχόρταγα το τοπίο. Έβγαλε το σακάκι του και πήγε να βουτήξει προσεκτικά στα νερά της λίμνης. Όλα καινούργια. Όλα καθαρά. Όλα έτοιμα να τα μάθει από την αρχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: