Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ

Κρατούσε την κούπα του καφέ λες και ήταν αγαπημένο σώμα γυναίκας. Τα δάχτυλα του καίγονταν αλλά εξακολουθούσε να τη σφίγγει. Πρώτη ρουφηξιά από το τσιγάρο. Το πρώτο της ημέρας. Κυριακή ξημερώματα στη μικρή του κουζίνα, με θέα τον ακάλυπτο και το πρώτο φως που χαράζει λίγη αισιοδοξία. Το τελευταίο του τσιγάρο στο πακέτο. Δεν είχε σκοπό να αγοράσει άλλο μέχρι το τέλος της εβδομάδας. Κάθε του ρουφηξιά ήταν αχόρταγη, άγριαστα όρια της αδέξιας. Έβλεπε τον καπνό να αιωρείται μέχρι τα απέναντι μπαλκόνια. Σκονισμένα κάγκελα, μπουγάδες, μισοξεραμένοι βασιλικοί. Να τρυπώνει στις γρίλιες των  κλειστών  πατζουριών. Κρεβατοκάμαρες που κρύβουν αγκαλιές, παράθυρα κουζίνας με αγουροξυπνημένα και αχτένιστα κεφάλια που κουτουλάνε στα ντουλάπια ψάχνοντας για το βάζο με τη ζάχαρη. Χουζούρι που σκεπάζει σκέψεις και διαθέσεις. Κυριακάτικο πρωινό στην πόλη. Μέσα στη νεκρική σιωπή από μακριά ο ρυθμικός ήχος της  καμπάνας. Τώρα πια την είχε συνηθίσει ακόμα κι αυτή. Όπως είχε συνηθίσει να βλέπει να συσσωρεύονται οι λογαριασμοί καρφιτσωμένοι στην πόρτα του ψυγείου. Μαζί με αυτούς να πολλαπλασιάζονται τα άγχη και οι φοβίες του.
Κυριακή πρωί. Εκείνη κοιμόταν ακόμα στο κρεβάτι του με τα σεντόνια να χαϊδεύουν με αναίδεια το γυμνό της σώμα  και τα μαλλιά της να μπλέκουν στο πρόσωπό της και στην αθόρυβη ανάσα της. Άνοιξη στην πόλη. Χωρίς πολλά λεφτά. Αλλά και πότε υπήρξαν πολλά;  Έμεινε στο μικρό του μπαλκόνι για όσο κρατάει ένα τσιγάρο. Χάζεψε λίγο ακόμα έξω το αστικό τοπίο και πιο πολύ μέσα του. Πείσμα για όλα εκείνα που θα έρθουν αλλά και μια λαχτάρα για πρωινά φιλιά. Τελευταία ρουφηξιά. Έσβησε το τσιγάρο του, άλλη μια γουλιά καφέ και γρήγορα μέσα, να κουρνιάσει δίπλα στο ζεστό της σώμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: