Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

CLEOPATRA’S SHOP

Άνοιξε το παράθυρό της με αργές κινήσεις. Τα δάχτυλά της την πονούσαν πολύ τώρα που άλλαζε ο καιρός. Οι βροχές θα έρχονταν όπου να 'ναι. Ήδη ο άνεμος είχε γυρίσει. Χάζεψε, όπως κάθε μέρα, το βουνό. Ο όγκος του Κιλιμάντζαρο πάντα τη γαλήνευε τα πρωινά. Αυτός ο γίγαντας με τα «άσπρα μαλλιά», όπως έλεγε τους παγετώνες στην κορυφή, την έκανε να νιώθει ασφάλεια. Φόρεσε το kanga της και άνοιξε την πόρτα που χώριζε το σπίτι της από το μαγαζί της. Ουσιαστικά, χώριζε δύο μεγάλα δωμάτια στα δύο από τα οποία το μεγαλύτερο, που έβλεπε στο χωματόδρομο, εξυπηρετούσε ως κατάστημα και το άλλο ως υπνοδωμάτιο με δύο μεγάλα μπαούλα για να φυλάει τα ρούχα και τα πράγματά της. Σε αυτά τα δύο δωμάτια είχε περάσει όλη της τη ζωή, λίγο έξω από την πόλη Μόσι, στους πρόποδες του μεγάλου βουνού, στις αρχές του πυκνού δάσους. Πουλούσε παραδοσιακά, πολύχρωμα kanga και σε ένα συρτάρι πάντα είχε κομμάτια από φλοιούς πανάρχαιων δέντρων του δάσους σε μικρές κασετίνες, για όποιον τους ζητούσε. Από αυτούς δεν έπαιρνε ποτέ λεφτά γιατί ήξερε ότι τους ήθελαν για να ανακουφίσουν πόνους. Αγόραζαν την πραμάτεια της συνήθως ταξιδευτές που ήθελαν να ανέβουν στο βουνό και πάντα είχε λίγο καφέ έτοιμο να μοιραστεί μαζί τους και να ανταλλάξει κάποιες σκόρπιες λέξεις στα αγγλικά που είχε μάθει. Αυτοί έρχονταν από μακρινά μέρη όπως Ευρώπη και Αμερική, από χώρες που δυσκολευόταν να προφέρει. Είχε γεννηθεί στο κρεβάτι που κοιμόταν και, αν και η ίδια δεν είχε βγει πιο έξω από το χωριό της, ήταν διάσημη κι έρχονταν από όλα τα μέρη της Αφρικής για να την δουν, να την αγγίξουν και να της μιλήσουν. Ετοίμασε τον καφέ της, άνοιξε τα φώτα του μαγαζιού και την ταμπέλα: «Cleopatra’s shop».
Tην έλεγαν Μπάσμα αλλά όλοι τη φώναζαν Κλεοπάτρα από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. Σχεδόν δεν αναγνώριζε το δικό της πια. H μάνα της τη φώναζε έτσι όταν ήταν πολύ μικρή. « Η Κλεοπάτρα έκανε μπάνιο με γάλα για να έχει λευκή και ωραία επιδερμίδα. Εσύ Μπάσμα, γεννήθηκες έτσι. Είσαι μια άλλη Κλεοπάτρα, το ίδιο χαρισματική και για αυτό να μην αφήσεις κανέναν να σκεφτεί το αντίθετο», συνήθιζε να της λέει. Κι όμως. Ήταν ένα κορίτσι με κατάλευκο δέρμα και κατάλευκα μαλλιά και βλέφαρα στη μέση της Αφρικής. Φυσικά και είχε αντιμετωπίσει τα περίεργα βλέμματα των ξένων και όχι μόνο. Φυσικά και ένα κορίτσι με αλφισμό πάντα θα συγκέντρωνε τα βλέμματα και τους ψιθύρους. Ήταν η μόνη στο χωριό της και αυτό της είχε δώσει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο, σε αντίθεση με τα γειτονικά χωριά, όπου υπήρχαν περισσότερα αγόρια και κορίτσια με αλφισμό. Όσο και αν προσπάθησε να δουλέψει μέσα της τα λόγια της μητέρας της, το ήξερε ότι ήταν τόσο διαφορετική. Όλοι την φώναζαν Κλεοπάτρα και έτσι έχανε σιγά σιγά τα στοιχεία της δικής της ταυτότητας. Γινόταν το λευκό κορίτσι που μεγάλωνε και κάλυπτε τα χέρια της και τα μάτια της γιατί είχε ευαισθησία στο φως. 
Είχε συνηθίσει τους χαρακτηρισμούς «φάντασμα» και «ασβέστης» από παιδιά που πάντα χρησιμοποιούν μια σκληρή γλώσσα. Για όλους τους άλλους ήταν η «λευκή Κλεοπάτρα». Επισκέπτονταν το κατάστημά  όταν ήταν μικρή ακόμα και το δούλευε ο πατέρας της και τη ζητούσαν. Στα μέρη της το να την αγγίξουν το θεωρούσαν δείγμα καλοτυχίας. Έρχονταν πολλοί γονείς με άρρωστα παιδιά και της φιλούσαν τα χέρια για να γίνει καλά το παιδί τους. Αγρότες με αγωνία για τη σοδειά της χρονιάς, ειδικά για τα καφεόδεντρα, της χάιδευαν απαλά τα λευκά της μαλλιά. Ή γυναίκες που ήθελαν να κάνουν παιδί απλά έβαζαν το χέρι της στις κοιλιές τους. Εκείνη, υπάκουα θα δεχόταν τα αγγίγματά τους και θα άκουγε τις λαχτάρες τους και τα προβλήματά τους. Τον είχε δεχτεί το ρόλο της και δεν έλεγε τίποτα για να τους κακοκαρδίσει γιατί είχαν γαντζωθεί από την ελπίδα της δικής της ευεργετικής επίδρασης. 
Ο καιρός άλλαζε όμως. Το ένιωθε, όπως ένιωθε όταν έρχονταν οι βροχές. Οι άνθρωποι δεν την κοιτούσαν πια το ίδιο. Είχε ακούσει τι γινόταν στα γειτονικά χωριά και ήταν θέμα χρόνου να έρθουν και στην πόρτα της. Οι αλμπίνοι εξακολουθούσαν να φέρνουν καλή τύχη και υγεία αλλά τώρα πια ένα άγγιγμα δεν ήταν αρκετό. Οι μάγοι με τις συμμορίες τους είχαν περάσει στην επίθεση. Όσα παιδιά, κατά προτίμηση, είχαν λευκοπάθεια τα κυνηγούσαν και τα κατακρεουργούσαν για να χρησιμοποιήσουν τα μέλη τους, ακόμα και τα κόκαλά τους, στις τελετουργίες τους και στα μαγικά τους φίλτρα. Περίεργες απαγωγές, ακρωτηριασμένα σώματα πίσω από θάμνους ήταν πλέον καθημερινό φαινόμενο. Δε σταματούσαν μόνο στα παιδιά και πάντα υπήρχε ένας πρόθυμος γείτονας που θα μαρτυρούσε, έναντι αμοιβής φυσικά, ακόμα και τις κρυψώνες όσων προσπαθούσαν να κρύψουν τα παιδιά τους ή να κρυφτούν και οι ίδιοι.  H ίδια είχε πατήσει τα 57 αλλά το ασθενικό της σώμα της πια άξιζε πολλές χιλιάδες δολάρια. Κάθε κομμάτι της θα το πουλούσαν για πολλά λεφτά. Γιατί ήταν ξεχωριστό. Γιατί το δέρμα της ήταν λευκό. Γιατί το κυνήγι των μαγισσών δε γνωρίζει σύνορα. Κι όπως είχε αλλάξει ο αέρας, έτσι είχαν αλλάξει και τα μυαλά των ανθρώπων. Το ήξερε ότι κάποιο βράδυ θα έσπαγαν την πόρτα της και θα την πετσόκοβαν. Το είχε σκεφτεί να φύγει μακριά, όπως το έκαναν άλλοι στη θέσης της, αλλά το μετάνιωνε. Εδώ ήταν το σπίτι της, κανείς δεν μπορούσε να τη διώξει με τη βία. Η υγεία της ήταν πολύ εύθραυστη και δε θα τα κατάφερνε, έτσι κι αλλιώς. Ο τόπος της ήταν η Αφρική και σε κανένα σημείο της δε θα ήταν ασφαλής για πολύ. 

Κι έτσι κάθε μέρα, άνοιγε το παράθυρο, έβλεπε το Κιλιμάντζαρο και με τον καφέ της πήγαινε στο διπλανό δωμάτιο και περνούσε άλλη μια μέρα « κανονική» στο μαγαζί της με το φόβο της νύχτας και των απειλών που φέρνει μαζί της. Οι πρώτοι επισκέπτες έστριβαν στο μονοπάτι με το χάρτη στο χέρι. Άλλη μια μέρα κανονικότητας είχε ξεκινήσει. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου