Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 11: ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

Ξεκλείδωσε και μπήκε στο σπίτι. Στην κουζίνα είχε φως. Βρήκε τη Σύλβια να γράφει κάτι σε ένα παλιό τετράδιο.
«Καλώς τον», του είπε, βγάζοντας τα γυαλιά της που είχε για να βλέπει κοντά. «Κάνω επανάληψη. Μου έμαθε κάτι καινούργιες λέξεις ο Τάτσουο σήμερα και με δυσκολεύουν. Αν θες, έχει μείνει λίγη πίτα στο ψυγείο, την κράτησα ειδικά για σένα», είπε και φόρεσε πάλι τα γυαλιά της και κατέβασε το βλέμμα της στο τετράδιο.
Ο Χάρης έβαλε ένα ποτήρι παγωμένο νερό από το ψυγείο και κάθισε δίπλα της. Άφησε τα κλειδιά του σπιτιού πάνω στο τραπέζι. 
« Σε ευχαριστώ για την πίτα αλλά δε θα την τιμήσω απόψε», της είπε και την κοίταξε έντονα.
Η Σύλβια έβγαλε τα γυαλιά της και τα άφησε δίπλα στα κλειδιά. Έκλεισε το τετράδιο.
«Φεύγεις απόψε;”
«Ναι, θα μαζέψω τα πράγματά μου και θα σου αφήσω σε ένα φάκελο τις οικονομικές εκκρεμότητες του μήνα. Σε ευχαριστώ για όλα από καρδιάς», της είπε με συγκρατημένη συγκίνηση. 
«Ο Τζόναθαν θα στενοχωρηθεί. Κι όχι τίποτα άλλο, δεν προλάβατε να πάτε και για ψάρεμα με τη βάρκα. Τόσο κόπο κάνατε για να τη φτιάξετε. Κάτσε να τον ξυπνήσω να σε χαιρετήσει», είπε και σηκώθηκε.
«Δεν είμαι καλός στους αποχαιρετισμούς, Σύλβια. Χαιρέτησέ τον από μένα και πες το και στα δίδυμα. Ήσουν πολύ καλή μαζί μου», της είπε και την αγκάλιασε αυθόρμητα. «Θα έρθει η Μπράνκα από εδώ, δεν της το είπα, θα το καταλάβει», της είπε και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό του. 
Η Σύλβια έμεινε ακίνητη. 
«Θα πάω στο δωμάτιό μου, γιατί κι εγώ δε νιώθω καλά με τους αποχαιρετισμούς. Θα δώσω το κομμάτι σου στη μικρή όταν έρθει. Καλή τύχη, Χάρη, και να προσέχεις.»
Μάζεψε τα ρούχα του στο σάκο του και το κουτί με το αρχείο των εφημερίδων. Άφησε το μανό της Μπράνκα στο κρεβάτι και της έγραψε σε ένα χαρτί : « cuide- se bem». Αν θυμόταν καλά, σήμαινε «να προσέχεις» ή κάτι αντίστοιχο. Του το έλεγε συχνά όταν έφευγε για τη δουλειά και την άφηνε στο κρεβάτι να χουζουρεύει σα γατί. Άφησε τα λεφτά στο τραπέζι της κουζίνας. Η Σύλβια είχε πάει στο δωμάτιό της με το τετράδιό της. 
Βγήκε στη δροσερή νύχτα και κατευθύνθηκε προς την Κέιβρουντ για να φτάσει στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό. Ένιωσε την ψύχρα σε όλο του το κορμί. Ήταν σαν να τον ξυπνάει από έναν ύπνο πολύ βαθύ. Το κτίριο της Σιέρρα φαινόταν επιβλητικό. Του έριξε μια τελευταία ματιά. Υπολόγιζε να φτάσει με γρήγορο βηματισμό σε κανένα τέταρτο. Του άρεσε η αίσθηση που του άφηνε ο κεντρικός σταθμός.
Ένα παμπάλαιο αψιδωτό κτίριο με κόσμο να πηγαινοέρχεται όλο το εικοσιτετράωρο, ένας χώρος υποδοχής ταξιδιωτών και συναισθημάτων. Αναγγελίες από μεγάφωνα, αγκαλιές και αποχωρισμοί, βαλίτσες, αφίξεις και αναχωρήσεις, βαγόνια που κλείνουν και ανοίγουν με θόρυβο τις πόρτες τους, χαμόγελα και δάκρυα, χέρια που μένουν στον αέρα σε ημιτελείς χαιρετισμούς. Για τον Χάρη ένας τόπος γαλήνης. Κατευθύνθηκε προς το μεγάλο πίνακα ανακοινώσεων στη μέση της αίθουσας. Έπρεπε να διαλέξει προορισμό. Κι εκεί τα έχασε τελείως. Ο ηλικιωμένος εφημεριδοπώλης του Κάρθαπαρκ  στεκόταν ήδη εκεί και τον κοιτούσε έντονα, λες και τον περίμενε. Μα, δεν ήταν η μέρα της εβδομάδας που μοίραζε την έκδοσή του. Κι εκτός αυτού, δεν είχε καν τις εφημερίδες του μαζί. Μα, τι στην ευχή γύρευε εδώ; Όχι, δεν υπήρχε λόγος να είναι καχύποπτος. Βρισκόταν στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό. Το πιο πιθανό ήταν να περιμένει κάποιον. Μια φωνή, βέβαια, μέσα του τον προειδοποιούσε ότι δεν ήταν αυτός ο λόγος. Ο Χάρης τον πλησίασε και μπόρεσε να διακρίνει τη νευρικότητά του ηλικιωμένου. Ο Χάρης του έκανε ένα νεύμα χαιρετισμού.
«Με συγχωρείτε, αλλά μου ζήτησαν να σας μεταφέρω ένα μήνυμα. Ξέρετε ποιοι» του είπε κομπιάζοντας ο εφημεριδοπώλης.
«Μα πού ήξεραν ότι θα περνούσα από εδώ σήμερα στο ρεπό μου;» αναρωτήθηκε φωναχτά.
«Αυτό δεν το ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι σας περιμένουν στο σταθμό της Ταμαρίνια, όπως τότε. Θέλουν να σας μιλήσουν για το ταξίδι σας που ολοκληρώθηκε. Δε γνωρίζω τίποτε άλλο, καλό σας βράδυ», του είπε βιαστικά και χάθηκε στο πλήθος.
Ο Χάρης έμεινε για λίγο διστακτικός. Τον είχαν ξαφνιάσει για άλλη μια φορά οι κοστουμαρισμένοι κύριοι με τις μάσκες αλόγου. Αναρωτήθηκε τι να τον ήθελαν αυτή τη φορά. Θα τον έβαζαν να περάσει άλλη μια δοκιμασία για την αποτυχία του ή ετοιμάζονταν να του κάνουν κήρυγμα για το ότι τα είχε κάνει θάλασσα και αυτή τη φορά; Όσο περίεργος κι αν ήταν, δεν υπήρχε περίπτωση να πέσει ξανά στην παγίδα τους. Ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν, δεν περίμενε από δύο άσχετους γραφειοκράτες να του κάνουν ψυχανάλυση. Ναι, ήταν ένας τυχοδιώκτης, αποτυχημένος και δειλός τύπος. Ναι, ήταν αδύναμος. Αλλά δεν είναι όλοι σούπερ ήρωες με τον μανδύα της τελειότητας σε αυτήν τη ζωή. Ναι, το έβαζε στα πόδια γιατί δεν μπορούσε να διαχειριστεί την αλήθεια της πραγματικότητας με όλες τις επιπτώσεις της. Και φυσικά, όσα χιλιόμετρα μακριά κι αν δραπέτευε, δεν τον έκαναν να απομακρυνθεί από τον εαυτό του, αυτό τον τόσο δυσλειτουργικό που δεν μπορούσε να τιθασεύσει και να συγχωρέσει. Ναι, είχε μόλις σημειώσει άλλη μια ήττα και ακόμη μια φυγή στο δικό του εσωτερικό τετράδιο.

Βαθιά ανάσα. Προχώρησε προς τις αποβάθρες. Άλλη μια καινούργια πόλη τον περίμενε κάπου στη νύχτα κι ίσως άλλη μια ευκαιρία εσωτερικής συμφιλίωσης. Μπήκε στο πρώτο βαγόνι που ήταν έτοιμο για αναχώρηση. Δεν ήταν σίγουρος για τον προορισμό του. Ποτέ δεν ήταν. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου