Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 5: ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ (Β ΜΕΡΟΣ)

  Όσο ο πατέρας του κάπνιζε το τσιγάρο του, ο Χάρης ένιωθε τον ιδρώτα να μουσκεύει το μέτωπό του και το σβέρκο του. Πόσο είχε χαραχτεί αυτή η μέρα στη μνήμη του και πόσο ανέτοιμος ήταν σήμερα να την ξαναζήσει! Τον παρακολουθούσε να μιλάει για το κοινό τους επαγγελματικό μέλλον και ήξερε πως δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του πριν χτυπήσει το κουδούνι και έρθει το ραντεβού του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τον διέκοψε, χωρίς να έχει πάρει ακόμα το φάκελο με τα χρήματα.
«Πατέρα, ήρθα σήμερα για να σου μιλήσω», ξεκίνησε δειλά, όπως είχε κάνει και τότε.
«Τι να μου πεις, Χάρη, εγώ έχω να σου πω χίλια δυο για τη δουλειά, αλλά θα τα μάθεις όλα τα κόλπα κοντά μου.»
«Μα, για αυτό θέλω να μιλήσουμε»
«Σου έχω πει χίλιες φορές ότι δε μου αρέσει να με διακόπτεις, λες και μεγάλωσες σε κοτέτσι, χωρίς τρόπους. Ό,τι και να έχεις να μου πεις αποκλείεται να είναι πιο σημαντικό από το πρώτο ραντεβού που σου έχω κλείσει στο οποίο θα είμαι και εγώ παρών βέβαια. Είναι στρωμένη η δουλειά, έτοιμη, απλά θέλω να δεις πώς μιλάω στον πελάτη, πώς τον χειρίζομαι για να μπεις στο πνεύμα. Δεν πρέπει να χάνεις καθόλου καιρό. Η ζωή κυλάει σα νερό και δε σε μεγάλωσα για να σπαταλάς τις μέρες σου έτσι. Ήρθε ο καιρός να βγάζεις μόνος σου τα λεφτά σου κι όχι να σε συντηρώ εγώ λες και είσαι άρρωστος» είπε και, βρίσκοντας αστεία την τελευταία του φράση, άρχισε να γελάει δυνατά. 
  Ο Χάρης έσφιξε τα χέρια του γροθιά και κοίταξε το ρολόι του τοίχου. Είχε πέντε λεπτά στη διάθεσή του. Είχε την ανάμνηση της εμπειρίας αυτής της στιγμής και ήξερε ότι τα είχε σκατώσει στο παρελθόν. Θυμόταν πολύ καλά ότι σε αυτά τα πέντε λεπτά είχε βγει ένα ποτάμι οργής από μέσα του, του είχε μιλήσει για τα μαθήματα που ήθελε να ακολουθήσει και για το πόσο, αντίθετα, δεν ήθελε κανένα όνομά του σε ταμπέλες και δεν ήθελε αυτή τη ζωή που του έστρωνε ο πατέρας του χωρίς να ακούσει ποτέ τι ήθελε πραγματικά ο γιος του. Όσο τα θυμόταν, τόσο έσφιγγε τη γροθιά του περισσότερο γιατί η απάντηση του πατέρα του ήταν απλά φωνές και απειλές και εξευτελισμοί. Τον είχε μειώσει και του είχε πει ότι αν ήθελε να αλλάξει ρότα θα έπρεπε να περάσει πάνω από το πτώμα του. Το κουδούνι είχε χτυπήσει και η τελευταία του κουβέντα ήταν :
«Έννοια σου και ξέρω πολύ καλά πώς να σε κάνω να αλλάξεις γνώμη». Ο Χάρης είχε παγώσει με αυτήν την απειλή και τότε είχε φύγει πανικόβλητος και δεν ήταν σίγουρος ποτέ αν ο πατέρας του ήταν απλά παρανοϊκός ή τρελά πεισματάρης και εγωιστής. Δεν είχε πει τίποτα στη μάνα του και ακολούθησε πιστά τις οδηγίες του για αρκετά χρόνια. Τον μίσησε όσο δεν πήγαινε άλλο, έμεινε στωικά να δουλεύει μαζί του από φόβο και πάντα κάθε Πρωτοχρονιά έδινε την υπόσχεση ότι αυτή η χρονιά θα ήταν κι η τελευταία. Και πάντα αυτή η χρονιά έφερνε και την επόμενη, μέχρι εκείνη την Πρωτοχρονιά που ο χρόνος σαν να έσπασε σε αμέτρητα κι ασήμαντα κομμάτια.  Είχε να τον δει τώρα τόσα χρόνια που πραγματικά δεν ήξερε αν ζούσε ή αν ήταν θαμμένος σε κανένα χλοερό τόπο της μακρινής Πρετσένιας. Μια αέναη εκκρεμότητα ήταν η σχέση τους και αυτό το μαρτυρικό πεντάλεπτο που έμενε ήταν η τελευταία του ευκαιρία για να τρίξει τα δόντια και να πάρει το χαμένο χρόνο πίσω. Να ξεπεράσει τους φόβους του, δικαιολογημένους ή όχι, και να σταθεί μπροστά του διεκδικώντας σωστά τα νιάτα του, τώρα που του δινόταν μια δεύτερη ευκαιρία. Χωρίς να είναι απόλυτα σίγουρος για το αν αντιδρούσε σωστά, ύψωσε τον τόνο της φωνής του.
«Έχω μεγαλώσει στο κοτέτσι σου και τώρα ήρθε η ώρα να φύγω τρέχοντας. Είσαι σαδιστής και απαίσιος». Τώρα απλά ούρλιαζε με το πάθος όλων αυτών των ετών. Σταγόνες από τα σάλια του έφευγαν από το στόμα του και προσγειώνονταν στο πρόσωπο του πατέρα του που, ξαφνιασμένος από τη στάση του γιου του, αμήχανα τις σκούπιζε.
«Δεν είμαι κτήμα σου να με κάνεις ό,τι θέλεις. Θέλω όσο τίποτα άλλο να πάω σε αυτή τη σχολή αρχιτεκτονικής και να μην ασχοληθώ ποτέ με τις κωλο-ασφάλειές σου. Δεν ξέρω αν είσαι τρελός ή το παίζεις αλλά δε θέλω να μείνω εδώ πέρα να το διαπιστώσω. Αρκετά!», συνέχισε να ουρλιάζει και έκανε να φύγει, χωρίς να πάρει το φάκελο από το τραπέζι. 
«Πού νομίζεις ότι πηγαίνεις νεαρέ; Ποιος σου είπε ότι τελειώσαμε;», του είπε αυστηρά ο πατέρας του και τον έπιασε από το μπράτσο με δύναμη. 
«Άσε μου το χέρι, τώρα», φώναξε στα όρια της υστερίας ο νεαρός Χάρης και, γυρνώντας προς το μέρος του, σήκωσε το δικό του δεξί  χέρι, αυτό που τώρα στο παρόν είχε βαμμένο ένα κόκκινο νύχι, και, χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, έριξε μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο του πατέρα του. 
  Σαστισμένος εκείνος, ανταπέδωσε το χτύπημα και βρέθηκαν να κυλιούνται στο ξύλινο πάτωμα και να παλεύουν σαν αγρίμια, ρίχνοντας τα μισά πράγματα από το γραφείο. Τα σώματά τους έμοιαζαν με σάκους του μποξ. Ο Χάρης λειτουργούσε με τέτοια αγριάδα, λες και όλα τα λάθη και η πίεση από το παρελθόν αλλά και από το μέλλον, είχαν βγει τώρα στην επιφάνεια και του ξαναγέμιζαν τις γροθιές  σαν να ήταν πυροβόλα όπλα. Ο πατέρας του από την άλλη, ανάμεσα σε μουγκρητά και βρισιές, ανταπέδιδε λες και χτυπιόταν σε μπαρ με ναύτες για τα μάτια καμιάς ομορφονιάς. Αίμα έτρεχε από τη μύτη του Χάρη και το πουκάμισο του πατέρα του είχε σκιστεί στους ώμους. Τίποτα δεν τους σταματούσε και λόγια σκόρπια όπως: «αχάριστε», «σατράπη της δεκάρας», «έλα να μας δείξεις πόσο άντρας είσαι τελικά», ακούγονταν μέσα από γρυλίσματα και κραυγές πόνου αλλά δεν ήταν καθαρό από ποιανού το στόμα έβγαιναν. Ο καθένας ήθελε να πονέσει τον άλλο και πραγματικά ο χρόνος είχε γίνει ένα άγριο φουσκωμένο ποτάμι που τα είχε παρασύρει όλα στο πέρασμά του. 
Την κλειστή πόρτα του γραφείου του άνοιξαν με θόρυβο ο διευθυντής και συνάδελφοι από τα γειτονικά γραφεία και τους κάτω ορόφους, που σάστισαν με τη φασαρία και το θέαμα. 
«Κύριε Στίλτον, Χάρη, τι χάλια είναι αυτά; Διαλύστε το αμέσως, ντροπή», φώναξαν και όρμηξαν να τους χωρίσουν. Οι γυναίκες δακτυλογράφοι και γραμματείς έμειναν στο άνοιγμα της πόρτας, στριμωγμένες να δουν το θέαμα της ντροπής. Άλλες έτρεξαν με χαρτομάντηλα να προσφέρουν για τα αίματα που έτρεχαν και τον ίδρωτα. Πατέρας και γιος σηκώθηκαν, προσπαθώντας να συμμαζέψουν τα ρούχα τους. Η μπλούζα του Χάρη είχε βγει από το παντελόνι του, ο πατέρας του προσπαθούσε να ισιώσει τη γραβάτα του. Ο διευθυντής του τμήματος ευγενικά έδιωξε τον κόσμο που είχε μαζευτεί τριγύρω. Ο Χάρης άκουσε τον πατέρα του να του ζητάει να αναλάβει το ραντεβού του, που ευτυχώς είχε καθυστερήσει, όσο θα πήγαινε να φρεσκαριστεί στις τουαλέτες. Έριξε μια ματιά περιφρονητική στο γιο του καθώς έβγαινε από το γραφείο του. Ο Χάρης έμεινε ταπεινωμένος να σκουπίζει τη μύτη του. Μετά από πέντε λεπτά, έφυγε τρέχοντας, προσπερνώντας τα πηγαδάκια που είχαν σχηματίσει οι εργαζόμενοι, εμφανώς σχολιάζοντας το πρωτοφανές γεγονός. Βγαίνοντας από το κτίριο, κοντοστάθηκε να πάρει μια ανάσα και να βάλει μια τάξη στις σκέψεις του που, σα χείμαρρος, έρχονταν να τον πνίξουν. Ένα χέρι στον ώμο του τον χτύπησε απαλά.
«Χάρη, είσαι καλά ; H μπύρα σου έχει ζεσταθεί».
Γύρισε και είδε το χέρι του Τζόναθαν να στέκεται στον ώμο του. 
«Τόσο βαρύ σου έπεσε το τρίψιμο της βάρκας;» του είπε γελώντας. 
« Ήμουν αφηρημένος, με συγχωρείς.»
«Ναι, αυτό το κατάλαβα. Είσαι εδώ και κανένα τέταρτο με το γυαλόχαρτο στο χέρι και το βλέμμα σου στο κενό. Σου μιλάω και δε με ακούς.»
«Ναι… ναι … κάτι σκεφτόμουν», μουρμούρισε και ήπιε μονορούφι σχεδόν την όντως ζεστή μπύρα του, αλλά τη χρειαζόταν για να τον συνεφέρει. «Με συγχωρείς, Τζόναθαν, δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα κατέβω αύριο πάλι. Πάω να ξαπλώσω λίγο», είπε και ανέβηκε στο δωμάτιό του, αφήνοντας τον Τζόναθαν να μουρμουρίζει κάτι για τις γυναικοδουλειές και τα μπλεξίματά τους. 

  Ξάπλωσε στο κρεβάτι του σοκαρισμένος. Αν είχε καταλάβει καλά, μόλις είχε αλλάξει το παρελθόν του κατά τον χειρότερο τρόπο. Ναι μεν είχε καταφέρει να αντιμετωπίσει τον πατέρα του σε μια στιγμή που τον είχε καθηλώσει ο φόβος του για το πρόσωπό του, αλλά τα είχε κάνει θάλασσα στον τρόπο που το χειρίστηκε. Το να πλακωθούν στο ξύλο δεν ήταν μια ενήλικη συμπεριφορά από κανέναν από τους δύο. Και το χειρότερο, το να ζει την ανατροπή αποσπασματικά δε δικαίωνε με κανέναν τρόπο την όποια επιλογή του. Ωραία, και παίξανε μπουνιές και γίνανε ο περίγελος του κτιρίου. Μετά, τι έγινε; Πώς συνεχίστηκε η ζωή του, έκανε την επανάστασή του και έφυγε, χωρίς μία στην τσέπη να κυνηγήσει το όνειρό του στην Ευρώπη ή σαν πρώτης τάξεως δειλός, μόλις στέγνωσε το αίμα από τη μύτη, σαν κοτούλα, γύρισε πίσω στο κοτέτσι του και στην ασφάλεια του; Θα είχε άραγε απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα ή θα έμεναν μετέωρα; Το μόνο σίγουρο ήταν πως τώρα που καταλάγιαζαν σιγά σιγά αυτά που είχε ζήσει εκείνο το πρωί, ένιωθε φόβο. Όχι για τον πατέρα του, αυτή τη φορά, αλλά για τον ίδιο του τον εαυτό και τις αντιδράσεις του, που ούτε του είχαν περάσει από το μυαλό ότι θα ήταν ικανός να τις υλοποιήσει.
Σήκωσε το δεξί του χέρι και είδε το κόκκινο του νύχι. Χαμογέλασε αυθόρμητα. «Αν αρχίζω και τρελαίνομαι, ας το κάνω με στυλ», και μπήκε για ένα ντους για να ετοιμαστεί για τη δουλειά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου